Αριθμός 1579/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπιμπλή και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3064/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1853/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/6/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με την κρινόμενη από 29-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1853/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, κατά το σκέλος της με το οποίο έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν (όπως προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) η από 5-6-2019 έφεση των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων (ενώ, ως προς τον τρίτο εναγόμενο και, επίσης, εκκαλούντα - μη μετέχοντα στην παρούσα αναιρετική δίκη - έγινε, αντιθέτως, δεκτή κατ'ουσίαν η έφεση και, ακολούθως, απορρίφθηκε ως προς αυτόν η από 5-9-2017 αγωγή) κατά της 3064/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [με την οποία είχε γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή σε βάρος όλων των εναγομένων, ως ενεχομένων, για τους αναφερόμενους λόγους, σε αποζημίωση της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, λόγω του ότι η ζημία του παθόντος (βοηθού χειριστή μηχανήματος έργου) δεν καλυπτόταν από την ασφάλιση, γιατί κρίθηκε ότι προξενήθηκε από αυτοκίνητο όχημα του οποίου έγινε διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίστηκε στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας και ότι τελούσε (η χρήση του αυτή) σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του περιγραφομένου ατυχήματος, αναγνωρισθείσης της υποχρεώσεως αυτών να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό των 115.927,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής έως την εξόφληση]. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). II. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ. ΑΠ 7/2006, και Ολ. ΑΠ 4/2005). Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 177/2021, ΑΠ 61/2021, ΑΠ 849/2017, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1503/2005, ΑΠ185/2004, ΑΠ 416/1993). Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει; ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 361/2022,ΑΠ 849/2017, ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 215/2005, ΑΠ 311/1993). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 1258/2004, ΑΠ 557/2004, ΑΠ 80/2004, ΑΠ 541/2002). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια . της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 715/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1580/1995). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 838/2005, ΑΠ 597/2005, ΑΠ 416/1993,) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε, στις περιπτώσεις αυτές, η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 61/2021, ΑΠ 843/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1093/2011, ΑΠ 683/2010). Ιll. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ενδιαφέρουν την αναιρετική διαδικασία: "Δυνάμει, συναφθείσας την 22.10.2008, σύμβασης έργου η εναγόμενη ήδη εκκαλούσα τεχνική εταιρεία, ..., ανέλαβε ως υπεργολάβος την εκτέλεση του έργου Ανάπτυξη νέων χώρων υποδοχής βιομηχανικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στην περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος - έργο ανάπτυξης του ΒΙΟΠΑ Γλαύκου Πάτρας'. Καθ' ην διάρκεια πραγματοποιείτο το έργο, την 9.2.2009, ο επιβλέπων μηχανικός του έργου, Κ.Σ., και ο εργοδηγός, Β.Π., προγραμμάτισαν, την επόμενη ημέρα, να μεταφερθούν από παρακείμενο οικόπεδο 30 τσιμεντένιοι σωλήνες αποχέτευσης όμβριων υδάτων. Τότε, στο επιτελούμενο έργο, η εκκαλούσα εναγόμενη εταιρεία απασχολούσε τον πρώτο εναγόμενο ήδη πρώτο εκκαλούντα, Δ.Σ., ως χειριστή μηχανήματος έργου καθώς και το Σ.Κ. ως βοηθό χειριστή μηχανήματος έργου. Στο μηχανολογικό δε εξοπλισμό της συγκαταλεγόταν το μηχάνημα έργου, για το οποίο έχει εκδοθεί από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αθηνών η, υπό πρωτόκολλο ..., Άδεια κυκλοφορίας - χρήσης μηχανήματος έργων (ΜΕ)' με αριθμό .... Επί αυτής αναγράφεται ότι τούτο εντάσσεται στο είδος του τροχοφόρου φορτωτή, είναι εργοστασίου κατασκευής ... τύπου ... και ανήκει στην ιδιοκτησία της .... Στη συνέχεια, η τελευταία κατάρτισε με την εφεσίβλητη ενάγουσα σύμβαση ασφαλίσεως καλύπτουσα την αστική ευθύνη της κυρίας (αντισυμβαλλομένης) όπως και του οδηγού του συγκεκριμένου οχήματος. Προς απόδειξη της ασφαλιστικής σύμβασης ο ασφαλιστής (... α.ε.γ.α.) εξέδωσε το ... ασφαλιστήριο. Συγκεκριμένα, η ασφαλιστική κάλυψη περιλάμβανε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη το μεν υποχρεωτικώς, έως του ασφαλιστικού ποσού των 600.000,00 ευρώ, ένεκα σωματικών βλαβών ή ζημιών σε πράγματα που θα προκαλούνταν από την κυκλοφορία του ... φορτωτή ως αυτοκίνητου το δε προαιρετικώς, έως του ασφαλιστικού ποσού των 247.000,00 ευρώ, ένεκα σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών που θα προκαλούνταν από τούτον ως εργαλείο. Η αρχικώς εξαμηνιαία διάρκεια της ασφαλίσεως ανανεωνόταν διαδοχικώς, ισχύουσα και για την περίοδο από 29.1.2009 μέχρι 29.7.2009. Στο χορηγηθέν αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου σημειώνονται ως στοιχεία του ασφαλισμένου οχήματος ο αριθμός κυκλοφορίας ... και για τη χρήση του συντετμημένα 'ME/ΦΟΡΤ. Τοιουτοτρόπως, εξατομικεύεται το όχημα και η ασφαλιστική κάλυψη, στις μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου σχέσεις, υπάρχει, μόνο, για εκείνο το μηχάνημα έργου που συγκεντρώνει τα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Επιπροσθέτως, αναφέρεται ότι "Με την παραλαβή του συμβολαίου έλαβα γνώση των γενικών και ειδικών όρων που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου Ν. 3557/07. Γενικοί και ειδικοί όροι παρελήφθησαν με το αρχικό συμβόλαιο και ισχύουν όπως τροποποιήθηκαν από 1.6.2008. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΗΣ Από την ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης του παρόντος ασφαλιστηρίου εξαιρούνται οι περιπτώσεις ζημιών που αναφέρονται στο άρθρο 6Β του Νόμου 3557 όπως ισχύει. ... Σε περίπτωση που δεν παραδόθηκαν στον λήπτη της ασφάλισης οι πληροφορίες που προβλέπονται ... ή αν δεν έλαβε μαζί με το ασφαλιστήριο τους ασφαλιστικούς όρους (γενικούς ή ειδικούς) που διέπουν την ασφαλιστική σύμβαση, τότε η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει συναφθεί με βάση το ασφαλιστήριο, τους ασφαλιστικούς όρους ... εκτός αν ο λήπτης της ασφάλισης εναντιωθεί γραπτά εντός δεκατεσσάρων (14) ημερών από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου ...". Με την ούτως γενόμενη παραπομπή στις διατάξεις του άρθρου 6Β του Ν. 3557/07, κατέστη εγκύρως περιεχόμενο της συμβάσεως και απετέλεσε συνεπώς συμβατικό, πλέον, όρο στις μεταξύ των συμβαλλομένων σχέσεις το άρθρο τούτο που θέτει "1. Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α) ... β) ... γ) από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.". Το εν λόγω μηχάνημα, ταξινομούμενο με κριτήρια το σύστημα κίνησής του και τη φύση των εργασιών που εκτελεί, χαρακτηρίζεται ελαστικοφόρος φορτωτής και χρησιμοποιείται, κατά την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, για τη μεταφορά χύδην υλικού (χώματος, βράχων), τη φόρτωση χωματουργικών οχημάτων, την τροφοδοσία συγκροτημάτων παραγωγής σκυροδέματος ή ασφάλτου με αδρανή. Είναι σχεδιασμένος για το χειρισμό του και προς μείωση των κινδύνων που γεννώνται κατά τη λειτουργία του ως αυτοκίνητο όχημα στους χώρους των εργοταξίων - οι οποίοι θεωρούνται, εν ευρεία έννοια, δημόσιες οδοί - επιβάλλεται να μη χρησιμοποιείται για εργασίες που δεν είναι κατάλληλο, έστω και αν του αποδίδονται τέτοιες κατασκευαστικές προδιαγραφές. Τις πρωινές ώρες της 10.2.2009 ο εργοδηγός έδωσε εντολή στους Δ.Σ. και Σ.Κ. να μετατοπίσουν, με το ... φορτωτή, έναν - έναν τους 30 τσιμεντοσωλήνες, σε απόσταση 10 περίπου μέτρων. Για την υλοποίηση της εργασίας ο Σ.Κ., κατά τη σύσταση του εργοδηγού, αγκίστρωνε σε δόντι του μεταλλικού κάδου του φορτωτή την άκρη ενός συρματόσχοινου και την άλλη άκρη (του συρματόσχοινου) περνούσε, από οπή στο ύψος της μέσης του σωλήνα, εντός αυτού, όπου συγκρατείτο με σιδερένια βέργα. Ο Δ.Σ. ανέβαζε τον κάδο του φορτωτή μέχρι να απομακρυνθεί λίγο από το έδαφος ο σωλήνας και άρχιζε, κινούμενος αργά, να οδεύει προς το μέρος που θα τους εναπόθεταν. Ταυτοχρόνως, ο Σ.Κ. έβαινε αριστερά του φορτωτή και με τα χέρια του συγκροτούσε το, βάρους 3 τόνων, σωλήνα για να μειούται η ταλάντωσή του. Με τη μέθοδο αυτή οι άνω εργαζόμενοι ολοκλήρωσαν την εκ νέου απόθεση αρκετών σωλήνων. Πλην, κατά την ενδιαφέρουσα μεταφορά ο σωλήνας παρουσίασε μεγάλη ταλάντωση και, στην προσπάθεια του Σ.Κ. να τον σταθεροποιήσει, τον παρέσυρε. Ώθησε το σώμα του προς τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του κινούμενου φορτωτή. Ο ανωτέρω έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος, οπόταν ο φορτωτής διήλθε κατά μήκος του δεξιού κάτω άκρου του. Διακομισθείς σε κώμα ο παθών στο Π.Γ.Ν. Πατρών, διενεργήθηκε επειγόντως ακρωτηριασμός του δεξιού κάτω άκρου στο ύψος πριν το γόνατο. Επίσης, διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα διάφυσης τοποθετήθηκε εξωτερική οστεοσύνθεση, κατάγματα ηβοϊσχιακά άμφω και κάταγμα στο έξω τοίχωμα του δεξιού οφθαλμού. Υπό τα προϊστορηθέντα δεδομένα το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα κατά την κυκλοφορία του φορτωτή ως αυτοκίνητο στο εργοταξιακό γήπεδο, για αυτό καλυπτόταν από την καταρτισθείσα ασφάλιση (ΑΠ 209/2017 Νόμος). Το αυτοκινητικό τούτο ατύχημα, καθώς και οι εξ αυτού προξενηθείσες ζημίες του παθόντος, Σ.Κ., οφείλονται στη συντρέχουσα αμελή συμπεριφορά τόσο του εναγόμενου ήδη εκκαλούντος οδηγού του φορτωτή όσο και του παθόντος πεζού. Ειδικά, ο εναγόμενος οδηγός ευθύνεται σε ποσοστό 80%, διότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε, όντως, να επιδείξει, δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, για να αποφύγει την πρόσπτωση στον παθόντα. Μολονότι γνώριζε ότι ο τελευταίος έβαινε εγγύς του οχήματος και ο φερόμενος σωλήνας ταλαντευόταν επικίνδυνα, χειριζόταν το φορτωτή δίχως να επιδείξει την απαιτούμενη σύνεση και να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να εποπτεύει αδιακόπως τις κινήσεων εκείνου. Εκτίμησε εσφαλμένα τις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες και πορευόταν χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να το κάνει χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού. Έτσι, δεν αντελήφθη εγκαίρως ότι ο παθών έπεσε στο έδαφος, μπροστά στην αριστερή ρόδα, με αποτέλεσμα να μη διακόψει την πορεία του πριν φθάσει τον παθόντα (άρθρα 12 § 1, 19 § 1 του Ν. 2696/1999). Με τη συμπεριφορά του αυτή, συνετέλεσε, κατά το προρρηθέν ποσοστό, στην επέλευση του ατυχήματος, την οποία δεν προέβλεψε. Ακόμη, ο Σ.Κ. ευθύνεται, σε ποσοστό 20%, διότι προσπάθησε να συγκροτήσει τον τσιμεντοσωλήνα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πραγματοποιήσει το συγκεκριμένο εγχείρημα ακίνδυνα, με συνέπεια να προκληθεί το ατύχημα, ένεκα και της άνω αμελούς οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου ήδη πρώτου εφεσίβλητου. Προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, ο Σ.Κ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εναντίον και της νυν ενάγουσας ήδη εφεσίβλητης την από 17.3.2012 αγωγή του. Αύτη έγινε αμετακλήτως εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη δια της 304/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, δι' ης υποχρεώθηκε η ασφαλιστική εταιρεία (εις ολόκληρον με τους λοιπούς υποχρέους, οι οποίοι δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) να καταβάλει στον ανωτέρω το ποσό των 100.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Συμμορφούμενη στα διαταχθέντα, η νυν εφεσίβλητη ενάγουσα, ... α.ε.γ.α., , για κεφάλαιο και αναλογούντες τόκους, το συνολικό ποσό των 115.927,27 ευρώ. Αλλά, όπως αποδείχθηκε, ο εκκαλών χειριστής, Δ.Σ., κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος είχε μεταβάλλει τη χρήση του εν λόγω αυτοκινήτου, κατά παράβαση του προαναφερθέντος ασφαλιστικού όρου. Το συγκεκριμένο μηχάνημα έργου έφερε μετωπικά βραχίονα που κατέληγε σε μεταλλικό κάδο συλλογής με οδόντες, και ως εκ τούτου προοριζόταν για τη φόρτωση μη συσκευασμένων δομικών υλικών. Παραλλήλως, οι εργασίες ανύψωσης και οριζόντιας μεταφοράς φορτίων, κατά τη φύση και τη σοβαρότητα των κινδύνων που απορρέουν από τη - για την εκτέλεσή τους - λειτουργία του μηχανήματος, συνιστούν δραστηριότητα διάφορη της αμέσως προαναφερομένης και αποκλειστικώς οριζομένης στις αντίστοιχες άδεια κυκλοφορίας και σύμβαση ασφαλίσεως. Δια τούτο και τα μηχανήματα έργων που χρησιμοποιούνται, για τη μια ή την άλλη δράση, κατατάσσονται σε διακεκριμένες ειδικότητες, δηλονότι των χωματουργικών εργασιών ή της ανύψωσης και μεταφοράς φορτίων [άρθρα 2 του ΠΔ 113/2012 και 2 της ΥΑ Οικ.1032/166/Φ.Γ.9.6.4 (Η) (ΦΕΚ Β 519 2013)]. Εντούτοις, ο εκκαλών εναγόμενος χειριστής του φορτωτή ανάρτησε το βραχίονα, όπου είχε προσδεθεί ο τσιμεντοσωλήνας - προσαρτώντας τις άκρες του συρματόσχοινου σε οδόντα του κάδου και το εσωτερικό αυτού - και οδηγώντας μετέφερε το βαρύ φορτίο. Την ποιοτική ανομοιότητα των επίμαχων τούτων εργασιών, προς εκείνες που αποτελούν το έργο του φορτωτή, επιβεβαιώνει και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας εναγόμενης λήπτριας της ασφαλίσεως, Β.Θ.. Στις ανωμοτί εξηγήσεις που κατέθεσε σχετικά με το ατύχημα, δηλώνει ότι "...οσάκις χρειαζόταν να γίνουν μεταφορές βαρέων φορτίων, πάντοτε μίσθωνα γερανοφόρα μηχανήματα ... Την συγκεκριμένη μεταφορά, λαβούσα χώρα κατά την ως άνω πρακτική ... ουδέποτε συνήνεσα". Η αναπτυχθείσα μεταβολή της χρήσης, συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, καθόσον ταλαντευόμενος ο μεταφερόμενος τσιμεντοσωλήνας ώθησε τον παθόντα προς το φορτωτή ενόσω με τον όγκο του μείωνε την ορατότητα του χειριστή. Απότοκος τούτου είναι, ως άμεση συνέπεια, η μη έγκαιρη αντίληψη της πτώσης του παθόντος έμπροσθεν της πορείας του οχήματος και η παράλειψη ενέργειας κατάλληλων χειρισμών για την ασφαλή διακοπή της πορείας του, πράγμα που θα είχε αποφευχθεί, στο βαθμό που αφορά τον πρώτο εκκαλούντα εναγόμενο, αν δεν διενεργείτο η μεταφορά αυτή. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με όμοια αιτιολογία που παραδεκτά συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 του Κ.Πολ.Δ.), έκρινε ότι οι εκκαλούντες εναγόμενοι, Δ.Σ. και ..., ευθύνονται αναγωγικά έναντι της εφεσίβλητης ενάγουσας, ασφαλιστικής εταιρίας, ως οδηγός ο πρώτος και ιδιοκτήτρια - αντισυμβαλλομένη στη συναφθείσα με αυτήν σύμβαση ασφάλισης η δεύτερη και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να της καταβάλουν, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 115.927,27 ευρώ που αυτή κατέβαλε στον παθόντα, για κεφάλαιο και τόκους, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης μέχρι την εξόφληση, ορθό ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστό εκτίμησε τις αποδείξεις. Οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης, οι οποίοι ως συναφείς κρίνονται ενιαία, τυγχάνουν απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι". IV. Οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, μεταξύ άλλων, με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως, ισχυριζόμενοι ότι παραβιάστηκαν με αυτήν ευθέως οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία, το πρώτον από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όρων του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο, έτσι, με την 1853/2021 απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα δε, προβάλλουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 ΑΚ και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία όρων του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και συγκεκριμένα του όρου χρήσης ΜΕ/ΦΟΡΤ στη 1η σελίδα αυτού σε συνδυασμό με την άδεια κυκλοφορίας [όπου αναφέρεται Είδος ΜΕ: 1 ΦΟΡΤΩΤΗΣ, Κωδικός Έγκρισης Τύπου ΜΕ ... ΓΕΝΙΚΗ]. Και τούτο επειδή, παρά το γεγονός ότι το Εφετείο προέβη εμμέσως σε ερμηνεία του όρου αυτού του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διότι ερμήνευσε ότι ο όρος ΜΕ/ΦΟΡΤ σημαίνει ότι το μηχάνημα έργου - φορτωτής ασφαλίστηκε για να χρησιμοποιείται μόνο για μεταφορά χύδην υλικών και, επομένως, εμμέσως διαπίστωσε κενό στους όρους αυτής, εντούτοις δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 ΑΚ και 200 ΑΚ για την κάλυψη του διαπιστωθέντος από αυτό κενού και δεν τους ερμήνευσε βάσει της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψιν και των συναλλακτικών ηθών. Το ζήτημα δε της ερμηνείας εντοπίζεται στη δήλωση βούλησης που περιέχεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ειδικότερα ως προς το εάν το νόημα του όρου ΜΕ/ΦΟΡΤ είναι ότι το όχημα ασφαλίζεται μόνο για μεταφορά χύδην υλικών ή για όλες τις τεχνικές εργασίες που δεν απαγορεύονται από την άδεια κυκλοφορίας και προβλέπει το εγχειρίδιο του κατασκευαστή, ενώ, σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού στην ασφαλιστική σύμβαση ως προς το ανωτέρω ζήτημα, προέβη στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της, σε ερμηνεία του επίμαχου όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου για να καταλήξει στο πόρισμα ότι "οι εργασίες ανύψωσης και οριζόντιας μεταφοράς φορτίων, κατά τη φύση και τη σοβαρότητα των κινδύνων που απορρέουν από τη - για την εκτέλεση τους - λειτουργία του μηχανήματος, συνιστούν δραστηριότητα διάφορη της αμέσως προαναφερομένης και αποκλειστικώς οριζόμενης στις αντίστοιχες άδεια κυκλοφορίας και σύμβαση ασφαλίσεως, χωρίς - όμως - να προσφύγει προηγουμένως στους ερμηνευτικούς κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών κατά την ερμηνεία της ασαφούς ως προς το ως άνω ζήτημα συμβάσεως και απέρριψε τους 1°, 8°, 9° και 11° λόγους της από 5.6.2019 εφέσεώς τους, στους οποίους περιήχετο ο ουσιώδης ισχυρισμός ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν προβλέπει ότι δεν επιτρέπεται η χρήση της τεχνικής εργασίας μεταφοράς στερεών υλικών και, επομένως, δεν συντρέχει (ιδιαίτερα σε σχέση με τον 9ο λόγο εφέσεως στον οποίο, επίσης, αναφέρονται με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως) η περίπτωση γ' της παρ.1 του άρθρου 6β'του ν. 489/76, καθώς η αποδοχή του λόγου αυτού θα είχε ως συνέπεια την απόρριψη της εναντίον τους αγωγής, ισχυρισμός που προβλήθηκε πρωτοδίκως με τις από 29.1.2018 προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σελ. 10 και 14) και επαναφέρθηκε νομίμως ενώπιον του Εφετείου με τους ως ανωτέρω (1°, 8°, 9° και 11°) λόγους της έφεσής τους. Κατ'αρχήν, ο λόγος αυτός συναρτάται, όπως εκτιμάται, εν μέρει και με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως (υπό 2 και 3) κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση με τις παραδοχές της προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 6β' §1 εδ.γ' του ν. 489/1976 (ως προς την εξειδίκευση της έννοιας της διαφορετικής χρήσης του οχήματος από την προβλεπόμενη στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος), διότι, για να υπάρχει θεμελίωση της γ' περιπτώσεως του άρθ. 6β' παρ.1 του ν.489/1976 πρέπει να υπάρχει διαφορετική χρήση του οχήματος από αυτήν που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας και εφόσον αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Ειδικότερα, κατά την αμέσως προαναφερόμενη διάταξη, "Εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται: ....γ'. από αυτοκίνητο όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφόσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος", ενώ κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, στο επίμαχο υπ'αριθμ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όπως και παραπάνω αναφέρεται, στην ένδειξη χρήση (όπως και στο "ΕΙΔΙΚΟ ΣΗΜΑ" που εξέδωσε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που περιλαμβάνει και τη ΒΕΒΑΙΩΣΗ ασφάλισης κάτω από την ένδειξη "ΤΥΠΟΣ-ΧΡΗΣΗ") αναγράφεται ΜΕ/ΦΟΡΤ και ουδέν έτερο, η γενική δε αυτή αναφορά σε χρήση αναγράφεται και στην άδεια κυκλοφορίας στα χαρακτηριστικά του μηχανήματος - οχήματος, όπου αναφέρεται: Είδος ΜΕ: 1 ΦΟΡΤΩΤΗΣ, Κωδικός Έγκρισης Τύπου ΜΕ ... ΓΕΝΙΚΗ". Από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έγινε - ειδικά ως προς το ζήτημα αυτό (της χρήσης του ζημιογόνου μηχανήματος έργων/φορτωτή) - δεκτό ότι, "Το εν λόγω μηχάνημα, ταξινομούμενο με κριτήρια το σύστημα κίνησής του και τη φύση των εργασιών που εκτελεί, χαρακτηρίζεται ελαστικοφόρος φορτωτής και χρησιμοποιείται, κατά την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών, για τη μεταφορά χύδην υλικού (χώματος, βράχων), τη φόρτωση χωματουργικών οχημάτων, την τροφοδοσία συγκροτημάτων παραγωγής σκυροδέματος ή ασφάλτου με αδρανή. Είναι σχεδιασμένος για το χειρισμό του και προς μείωση των κινδύνων που γεννώνται κατά τη λειτουργία του ως αυτοκίνητο όχημα στους χώρους των εργοταξίων - οι οποίοι θεωρούνται, εν ευρεία έννοια, δημόσιες οδοί - επιβάλλεται να μη χρησιμοποιείται για εργασίες που δεν είναι κατάλληλο, έστω και αν του αποδίδονται τέτοιες κατασκευαστικές προδιαγραφές"...... περαιτέρω δε ότι, "Αλλά, όπως αποδείχθηκε, ο εκκαλών χειριστής, Δ.Σ., κατά το χρόνο του επίδικου ατυχήματος είχε μεταβάλλει τη χρήση του εν λόγω αυτοκινήτου, κατά παράβαση του προαναφερθέντος ασφαλιστικού όρου. Το συγκεκριμένο μηχάνημα έργου έφερε μετωπικά βραχίονα που κατέληγε σε μεταλλικό κάδο συλλογής με οδόντες, και ως εκ τούτου προοριζόταν για τη φόρτωση μη συσκευασμένων δομικών υλικών. Παραλλήλως, οι εργασίες ανύψωσης και οριζόντιας μεταφοράς φορτίων, κατά τη φύση και τη σοβαρότητα των κινδύνων που απορρέουν από τη - για την εκτέλεσή τους - λειτουργία του μηχανήματος, συνιστούν δραστηριότητα διάφορη της αμέσως προαναφερομένης και αποκλειστικώς οριζομένης στις αντίστοιχες άδεια κυκλοφορίας και σύμβαση ασφαλίσεως". Από την κρίση του αυτή προκύπτει ότι, το ως άνω δικαστήριο, εμμέσως διαπίστωσε κενό στους όρους της συμβάσεως ασφαλίσεως ως προς τη χρήση του δια του χαρακτηρισμού της "ΜΕ/ΦΟΡΤ", που δεν καθοριζόταν συγκεκριμένα (αλλά στο πλαίσιο της γενικής χρήσεώς του) στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο χωρίς - όμως - να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 ΑΚ και 200 ΑΚ, ώστε να ερμηνεύσει τους σχετικούς όρους της συμβάσεως βάσει της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, με δεδομένο ότι, ενώ γίνεται αναφορά ότι "το μηχάνημα αυτό είναι σχεδιασμένο για το χειρισμό του και προς μείωση των κινδύνων που γεννώνται κατά τη λειτουργία του ως αυτοκίνητο όχημα στους χώρους των εργοταξίων" (όπως στην προκειμένη περίπτωση, που χρησιμοποιήθηκε σε εργοτάξιο ως ΜΕ/ΦΟΡΤ), εν συνεχεία προβαίνει σε ερμηνεία ότι, εν ευρεία εννοία, οι χώροι αυτοί είναι δημόσιες οδοί και παρότι το εγχειρίδιο του κατασκευαστή του εν λόγω οχήματος έχει και άλλες κατασκευαστικές προδιαγραφές, εν τούτοις, για τον λόγο αυτό, επιβάλλεται να μη χρησιμοποιείται για εργασίες που δεν είναι κατάλληλο. Ακολούθως δε, αφού, αναφέρεται σε μεταβολή της χρήσεως, από τον χειριστή του εν λόγω οχήματος, εμπίπτουσα στην εξαίρεση κάλυψης αστικής ευθύνης του μεταξύ των διαδίκων συναφθέντος ασφαλιστηρίου που παραπέμπει στο άρθρο 6 περ. γ' του Νόμου 3557/2007 [ΦΕΚ 100/Α/14-5-2007, με τον οποίο τροποποιήθηκε το π.δ. 237/1986 (ΦΕΚ 110/Α') με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" (ΦΕΚ 331/Α')], καταλήγει ότι "....οι εκκαλούντες εναγόμενοι, Δ.Σ. και ..., ευθύνονται αναγωγικά έναντι της εφεσίβλητης ενάγουσας, ασφαλιστικής εταιρίας, ως οδηγός ο πρώτος και ιδιοκτήτρια - αντισυμβαλλομένη στη συναφθείσα με αυτήν σύμβαση ασφάλισης η δεύτερη" και αναγνώρισε την υποχρέωσή τους να της καταβάλουν, ενεχόμενοι εις ολόκληρον, το ποσό των 115.927,27 ευρώ που αυτή κατέβαλε στον παθόντα, για κεφάλαιο και τόκους, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης μέχρι την εξόφληση. Πλην, όμως, εν όψει της προαναφερόμενης μη προσφυγής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες των άρθρων 173 ΑΚ και 200 ΑΚ (παρά την έμμεση διαπίστωση κενού ως προς την έννοια της χρήσης του οχήματος), ώστε να ερμηνεύσει τους όρους της προαναφερομένης ασφαλιστικής συμβάσεως βάσει της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, παραβιάστηκε από αυτό ευθέως η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ [πέραν του ότι, είναι άλλο ζήτημα εάν η χρήση ενός οχήματος Μηχανήματος Έργου/Φορτωτή είναι διαφορετική από την προβλεπόμενη με βάση τη σύμβαση και την άδεια κυκλοφορίας του, όπως συγκεκριμένα προβλήθηκε με την αγωγή (βλ. σελ. 8 και 9 αυτής) - η οποία παραδεκτώς επισκοπείται, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 ΚΠολΔ - καθώς και από το εγχειρίδιο του κατασκευαστή και άλλο ζήτημα εάν η συγκεκριμένη χρήση του (με αναφορά στις εργασίες ανύψωσης και οριζόντιας μεταφοράς φορτίων) συνιστά δραστηριότητα διάφορη της οριζομένης στις αντίστοιχες άδεια κυκλοφορίας και σύμβαση ασφαλίσεως - που, όμως, αναφέρεται γενικώς ως ΜΕ/ΦΟΡΤ), η οποία μπορεί να μην εμπίπτει μεν στις μη επιτρεπόμενες, αλλά να μην έγινε με τρόπο κατάλληλο ώστε να αποφεύγονται οι κίνδυνοι με τη χρήση του, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής χρήσεως από την προβλεπόμενη στη σύμβαση (όπως εν προκειμένω ερμηνεύτηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) και το νόμο, αλλά ενδεχομένως να συντρέχουν άλλοι λόγοι εξαιρέσεως από την ασφάλιση από τους ειδικά προβλεπόμενους στο νόμο και τη σύμβαση]. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως (που συναρτάται εν μέρει και με τα αναφερόμενα υπ'αριθμ. 2 και 3 στον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, σε σχέση, ειδικότερα, με τη διαφορετική της χρήση του οχήματος), η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των προβαλλομένων λοιπών αναιρετικών λόγων. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που προσβλήθηκε με αναίρεση (δηλαδή, μόνο ως προς τους αναιρεσείοντες - ως προς τους οποίους, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, είχε απορριφθεί η έφεση). Στη συνέχεια, πρέπει, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από διαφορετικό δικαστή, από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της και κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό, την με αριθμό 1853/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτούς, για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ