Αριθμός 487/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..., που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Χ. του Ν., κατοίκου ... 3) Γ. Ν. του Χ., κατοίκου ... και 4) Γ. Χ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Δαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2014 ανακοπή και τους με αριθμό κατάθεσης 10/2015 πρόσθετους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 22.12.2014 ανακοπή τους και για τους περιεχόμενους σ' αυτήν λόγους, καθώς και με τους από 12.3.2015 πρόσθετους λόγους ανακοπής, που απευθύνονταν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, ζήτησαν να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 172/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του εν λόγω Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία υποχρεώθηκαν να πληρώσουν, εις ολόκληρον έκαστος, στην ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 2.811.989,34 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 17/2016 οριστική απόφασή του απέρριψε, κατόπιν συνεκδίκασής τους, την ανακοπή, καθ' όλους τους λόγους της [(συνολικά δέκα (10)], και τους δύο (2) πρόσθετους λόγους αυτής και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Οι αναιρεσίβλητοι με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της ένδικης ανακοπής τους (που ενδιαφέρουν εν προκειμένω) είχαν προβάλει ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα με το μεν πρώτο λόγο διότι δεν προκύπτει με σαφήνεια η αιτία, από την οποία απορρέει η ένδικη απαίτηση της αναιρεσείουσας, καθώς (κατ' αυτούς) αιτία της ένδικης απαίτησης ήταν οι αναφερόμενες δύο αυτοτελείς συμβάσεις κατάρτισης τοκοχρεολυτικού δανείου και ρύθμισης αυτού, και όχι η σύμβαση (και λειτουργία) του αναφερόμενου αλληλόχρεου λογαριασμού, με το δε δεύτερο λόγο (τυγχάνει ακυρωτέα) λόγω αοριστίας της αίτησης για την έκδοσή της, καθώς, κατ' αυτούς, με δεδομένο ότι η απαίτηση της αναιρεσείουσας απορρέει από σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, δεν αναφέρονται στην αίτηση (ώστε να αποτελέσουν και περιεχόμενο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής) η συγκεκριμένη ή οι συγκεκριμένες προσυμφωνημένες τοκοχρεολυτικές δόσεις δανείου, τις οποίες δεν κατέβαλε η πρώτη εξ αυτών (αναιρεσιβλήτων). Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε την από 20.12.2017 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 85/2019 απόφασή του δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής δέχθηκε την ανακοπή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των δύο πρώτων λόγων της (όπως εκτιμήθηκαν οι προβληθέντες με αυτούς ισχυρισμοί), που είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος και ως μη νόμιμος ο δεύτερος, και επαναφέρθηκαν με τους αντίστοιχους λόγους έφεσης, ακυρώνοντας τη διαταγή πληρωμής. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ. α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, ούτε να γίνεται ο νομικός χαρακτηρισμός αυτής, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που να εξατομικεύουν την απαίτηση, καθόσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 1071/2017), με βάση δε τα ανωτέρω περιστατικά ο δικάζων τη σχετική αίτηση δικαστής θα προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό της απαιτήσεως και στην υπαγωγή των εκτιθέμενων περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 875/2008). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 626 παρ. 2, 627 εδ. γ', 630 στοιχ. γ' και 631 ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν από το ν. 4335/2015), προκύπτει, ότι για να είναι έγκυρη η διαταγή πληρωμής, πρέπει να αναφέρει, εκτός των άλλων, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή τη σχέση, το γενεσιουργό λόγο από τον οποίο απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία εκδόθηκε, έστω και συνοπτικά και χωρίς νομικό χαρακτηρισμό, αλλά σε κάθε περίπτωση, κατά τρόπο, που να μην δημιουργεί αμφιβολία για την ταυτότητά της (AΠ 1296/2018, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 1825/2012). Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1094/2006). Από την παράλειψη ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 630 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, πλην όμως αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αφού ο νόμος δεν ορίζει τούτο, αλλά θεμελιώνεται λόγος ανακοπής, με βάση τον οποίο θα κριθεί η προβαλλόμενη ακυρότητα της διαταγής, υπό την προϋπόθεση ότι ο ανακόπτων επικαλείται δικονομική βλάβη (άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ), δηλαδή ότι η παράβαση αυτή του προκάλεσε τέτοια βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 168/2021, ΑΠ 1202/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001). Με το λόγο αυτόν δε, ελέγχεται η εγκυρότητα της έκδοσης διαταγής πληρωμής κατά παράβαση της εισαγόμενης με τις προαναφερθείσες διατάξεις διαδικαστικής προϋπόθεσης (ΑΠ 1296/2018, ΑΠ 1579/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο, αφού εκτίμησε ότι με τους δύο πρώτους λόγους της ανακοπής τους οι αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι "η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, διότι σε αυτήν αλλά και στην αίτηση για την έκδοσή της δεν αναφέρεται η πραγματική αιτία πληρωμής, που θα έπρεπε να είναι η αναφερόμενη στην ανακοπή αυτοτελής σύμβαση δανείου, αλλά το σύνολο του αιτούμενου ποσού φέρεται εσφαλμένα το χρεωστικό κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που εξυπηρετεί σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, που είχε όμως τροποποιηθεί με τη σύμβαση δανείου", δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της 172/2014 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς οι ανακόπτοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), η μεν πρώτη ανώνυμη εταιρεία ως πρωτοφειλέτρια οι δε λοιποί ανακόπτοντες ως εγγυητές, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης - τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) το συνολικό ποσό των 2.811.989,34 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 25η.6.2014, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, το οποίο αποτελεί το ισόποσο συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ... που τηρήθηκε από την τράπεζα στα πλαίσια των μεταξύ αυτής και της πρώτης καθ' ης η διαταγή πληρωμής - πιστούχου κατωτέρω συμβάσεων: α) της 3727001576/9.7.2004 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και των οκτώ ταυτάριθμων μεταγενέστερων συμβάσεων αυξήσεως του ποσού της πίστωσης μέχρι 6.102.000 ευρώ, β) της 3727010303/20.5.2008 σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού 2.055.554,60 ευρώ, με την οποία ρυθμίστηκε, κατ' εφαρμογή της 2/23894/0025/28.6.2006 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1058/2006), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 2/45176/0025/1.9.2008 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1807/2008), η μέχρι την 31.12.2005 οφειλή της πιστούχου προς την καθ' ης, όπως το συνολικό ποσό της προέκυπτε από τους 7 συνολικά λογαριασμούς που είχαν ανοιχτεί από την τράπεζα για την εξυπηρέτηση της υπό α' πίστωσης, κατά τον τρόπο που ορίζονταν στην επίμαχη υπουργική απόφαση, ενώ παράλληλα η καθ' ης χορήγησε στην πρώτη ανακόπτουσα δάνειο ποσού 500.000 ευρώ για κεφάλαιο κίνησης και γ) της 3727015364/22.12.2009 σύμβασης ρύθμισης οφειλής, με την οποία ρυθμίστηκε εκ νέου, κατ' εφαρμογή 2/26161/0025/30.6.2009 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1298/2009), η μέχρι την 22.12.2009 οφειλή της πιστούχου προς την καθ' ης, όπως το συνολικό ποσό της προέκυπτε από τον ... λογαριασμό που είχε ανοιχτεί από την τράπεζα για την εξυπηρέτηση της υπό β' πίστωσης. Από τα επικαλούμενα δε τόσο στην αίτηση για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής όσο και στην τελευταία προκύπτει ότι σε εκτέλεση της 3727010303/20.5.2008 σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου, ποσού 2.055.554,60 ευρώ, εκταμιεύτηκε στην πιστούχο στις 4.9.2008 το ποσό των 2.093.283,43 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση δε του δανείου ανοίχτηκε ο ... λογαριασμός, ενώ συμφωνήθηκε ρητά (άρθρο 7 της σύμβασης) ότι η εξόφληση του δανείου θα γίνει σε δεκαεννιά συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Όπως δε προκύπτει από την εν λόγω σύμβαση οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις θα καταβάλλονται στην τράπεζα στις 30.6 και στις 31.12 κάθε έτους, το ποσό κάθε τοκοχρεωλυτικής δόσης θα γνωστοποιούνταν με επιστολή στην πιστούχο και θα ανακοινώνονταν σε αυτόν (ενν. αυτήν) εγγράφως το ποσό εκάστης δόσης ήδη πριν από την ημερομηνία της καταβολής της πρώτης δόσης, η οποία ορίστηκε να γίνει στις 31.12.2017 [σ.σ. αντί του ορθού 31.12.2007 σύμφωνα με άρθ. 7 (όρος 7.01) της σύμβασης]. Επίσης στην ίδια σύμβαση ορίστηκαν ρητά οι περιπτώσεις στις οποίες η τράπεζα είχε δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης (άρθρα 8 και 10 της σύμβασης), μεταξύ των οποίων και η καθυστέρηση καταβολής δύο δόσεων. Επίσης ορίστηκε ότι η πιστούχος δικαιούται να καταβάλει στην τράπεζα εκτός από τη ληξιπρόθεσμη δόση και οποιοδήποτε ποσό για να μειωθεί το υπόλοιπο του κεφαλαίου του ρυθμιζόμενου δανείου, οπότε οι παραπάνω καταβολές θα φέρονται σε ανάλογη μερική εξόφληση όλων των μη ληξιπρόθεσμων δόσεων του ρυθμιζόμενου δανείου. Τέλος ορίστηκε με το άρθρο 5 της σύμβασης δανείου ότι στην περίπτωση που η ρύθμιση θεωρηθεί ότι ενέχει ανανεωτικό χαρακτήρα ο δανειζόμενος που έχει παραχωρήσει εμπράγματο βάρος στην τράπεζα και οι εγγυητές που έχουν παράσχει προσωπική ασφάλεια παρέχουν τη συναίνεσή τους για τη διατήρησή τους προς εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας από την επίμαχη σύμβαση δανείου (ρύθμισης). Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται με σαφήνεια ωστόσο, ότι η αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, τροποποιήθηκε και μετατράπηκε σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου και συνεπώς κατ' αρχήν, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις δεν μπορούσε να διέπεται από τις διατάξεις της αρχικής συμβάσεως πίστωσης, αφού έγινε κατ' αρχήν εκταμίευση όλου του δανείσματος, συνομολογήθηκε η με δόσεις εξόφλησή του εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, υπολογίζονταν οι δόσεις τοκοχρεωλυτικά, ορίστηκε για την περίπτωση καθυστέρησης δύο δόσεων το δικαίωμα της τράπεζας να καταγγείλει τη σύμβαση, συνομολογήθηκε η αυτοτέλεια κάθε μιας δόσης, όπως αυτό προκύπτει και από τον προαναφερόμενο όρο περί της δυνατότητας της πιστούχου να καταβάλει και επιπλέον της τοκοχρεωλυτικής δόσεως ποσό, και ως εκ τούτου δεν ήταν σύννομη πλέον η λειτουργία μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ η συνομολόγηση, κατά την οποία το δάνειο θεωρείται ως ανοικτός λογαριασμός είναι παράνομη και οδηγεί στην επιβάρυνση της πιστούχου με πρόσθετους τόκους, ένεκα του εξάμηνου ανατοκισμού, που προβλέπεται στην σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού. Έτσι, ο προαναφερθείς ... (σ.σ. ο ορθός ...) λογαριασμός, που κινήθηκαν (ενν. κινήθηκε) από την καθ' ης η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσα) για την παρακολούθηση της ως άνω χορήγησης και έκλεισε οριστικά στις 24.6.2014 με υφιστάμενο κατά το κλείσιμο χρεωστικό κατάλοιπο ποσού 2.811.989,34 ευρώ, θα μπορούσε να είναι σύννομα μόνο απλός δανειακός δοσοληπτικός λογαριασμός και όχι αλληλόχρεος, όπως αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, αφού εξυπηρετούσαν σύμβαση κοινού δανείου. Συνεπώς για την έγκυρη έκδοση διαταγής πληρωμής θα έπρεπε τόσο στην αίτηση όσο και στη διαταγή πληρωμής να αναφέρονται,... ότι η απαίτηση της τράπεζας έχει καταστεί στο σύνολό της ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, διότι ο δανειολήπτης καθυστέρησε να αποδώσει δύο τουλάχιστον δόσεις ή αθέτησε κάποιον άλλο όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη δανειακή σύμβαση. Εν προκειμένω όμως η καθ' ης τράπεζα για το ληξιπρόθεσμο της απαίτησής της επικαλέστηκε ότι η πιστούχος δεν εκπλήρωνε κανονικά τις υποχρεώσεις της από τις ανωτέρω τρεις συμβάσεις και δεν εξυπηρετούσε ομαλά το λογαριασμό και για το λόγο αυτό προχώρησε σε καταγγελία των άνω συμβάσεων και στο κλείσιμο του λογαριασμού που τις εξυπηρετούσε, πλην όμως η παράθεση των στοιχείων αυτών είναι απαραίτητη για την έκδοση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού κι όχι σύμβασης δανείου. Σημειώνεται επίσης ότι ο Διευθυντής της καθ' ης στο Υποκατάστημα της Καστοριάς που χορήγησε τις άνω πιστώσεις κατέθεσε ότι η καταγγελία έγινε για το λόγο ότι η πιστούχος δεν κατέβαλε τους δεδουλευμένους τόκους του εξαμήνου, που αποτελεί υποχρέωση αλληλόχρεου λογαριασμού και όχι δανείου, που υφίστατο εν προκειμένω. Ως εκ τούτου από την αίτηση και από τη διαταγή πληρωμής δεν προκύπτει με σαφήνεια ποια έννομη σχέση μεταξύ των αντισυμβαλλομένων επικαλείται η καθ' ης για τη θεμελίωση της απαίτησής της και ποια ακριβώς είναι τελικά η αιτία της πληρωμής, καθώς σε αυτή αναφέρεται τόσο η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό όσο και η σύμβαση δανείου και η πράξη ρύθμισης της τελευταίας και χαρακτηρίζεται ο λογαριασμός ως αλληλόχρεος και ως τέτοιον τον κατήγγειλε η καθ' ης, μολονότι δεν θα μπορούσε να τηρηθεί εν προκειμένω και αν τηρήθηκε πράγμα που δεν προκύπτει αυτό ούτε από την αίτηση ούτε από τη διαταγή πληρωμής, δεν είναι σύννομος. Η ασάφεια αυτή ως προς την αιτία με βάση την οποία εκδόθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σε αυτήν το ποσό των 2.811.989,34 ευρώ, πλέον του νομίμου τραπεζικού τόκου υπερημερίας από την 25.6.2014 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, απάντων των εν λόγω ποσών ανακεφαλαιοποιούμενων και ανατοκιζόμενων σύμφωνα με τους όρους της αρχικής σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, επιτείνει την ασάφεια αυτή. Σημειώνεται εξάλλου, ότι από όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η αρχική σύμβαση ανοίγματος πιστώσεως και ο αλληλόχρεος λογαριασμός είχαν κλείσει οριστικά με την καταβολή του προκύπτοντος καταλοίπου από το ποσό του δανείσματος που είχε εισπράξει η πρώτη ανακόπτουσα. Έκτοτε και εφεξής λειτούργησε μόνο μια σύμβαση αυτή του τοκοχρεωλυτικού δανείου, στην οποία και μόνο θα έπρεπε να στηριχθεί η απαίτηση της καθ' ης και η οποία προϋποθέτει την για συγκεκριμένο και προβλεπόμενο από την εν λόγω σύμβαση λόγο καταγγελία της, ώστε μετά να καθίσταται ολόκληρο το άληκτο κεφάλαιο και οι τόκοι του ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και όχι στο σύνολο των συμβάσεων που είχαν μεταξύ των διαδίκων συναφθεί (να στηριχτεί η απαίτηση της καθ' ης), καθώς δεν είναι σύννομη η λειτουργία όλων ταυτόχρονα και η εξυπηρέτησή τους από έναν κοινό, τον επίμαχο λογαριασμό,.... Ως εκ τούτου οι παραπάνω δύο πρώτοι λόγοι της ανακοπής είναι βάσιμοι, καθώς ούτε στην αίτηση ούτε και στη διαταγή πληρωμής υφίσταται συγκεκριμένη και διακριτή αιτία πληρωμής και η ευδοκίμησή τους οδηγεί στην εν όλω ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής. Παρά ταύτα, η εκκαλούμενη, απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της ανακοπής και την ανακοπή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν βάσιμη (σ.σ. το ορθό αβάσιμη) επικυρώνοντας τη διαταγή πληρωμής. Κρίνοντας όμως έτσι ως προς τους παραπάνω δύο λόγους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες με την έφεσή τους, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή... ". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των ανακοπτόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, και, δικάζοντας επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής, δέχθηκε την ανακοπή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των δύο πρώτων λόγων της, οι οποίοι είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος και ως μη νόμιμος ο δεύτερος, και επαναφέρθηκαν με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να ερευνήσει, μετά ταύτα, τους λοιπούς λόγους της εφέσεως, με τους οποίους επαναφέρθηκαν οι απορριφθέντες λοιποί λόγοι της ανακοπής και οι δύο πρόσθετοι λόγοι. Από την επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου της ανακοπτόμενης 172/2014 διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στην επισκοπούμενη από 4.11.2014 αίτηση για την έκδοσή της, προκύπτει ότι τόσο στην αίτηση όσο και στη βάσει αυτής εκδοθείσα διαταγή πληρωμής εκτίθενται όλα τα περιστατικά που εξατομικεύουν, από την άποψη του τρόπου γένεσης, το ποσό των 2.811.989,34 ευρώ, το οποίο επιτάσσονται οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, αφού παρατίθενται (στην αίτηση και στη διαταγή πληρωμής) το σύνολο των διαδοχικών πιστωτικών συμβάσεων, από τις οποίες δημιουργήθηκε η ένδικη οφειλή των ανακοπτόντων-αναιρεσιβλήτων, όπως εκτίθενται, κατά τα προαναφερθέντα, και στην προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα: Ότι δυνάμει της υπ' αριθ. 3727001576/9.7.2004 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της αναιρεσείουσας και αφετέρου της πρώτης αναιρεσίβλητης ως πιστούχου και των λοιπών αναιρεσιβλήτων ως εγγυητών, συμφωνήθηκε η χορήγηση πίστωσης στην πρώτη αναιρεσίβλητη μέσω ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μέχρι του ποσού των 650.000 ευρώ, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στην εν λόγω σύμβαση, στη συνέχεια δε, με τις οκτώ ταυτάριθμες μεταγενέστερες αυξητικές-συμπληρωματικές συμβάσεις, αυξήθηκε το όριο της πίστωσης μέχρι το ποσό των 6.102.000 ευρώ, τηρηθέντων για την εξυπηρέτηση της παραπάνω σύμβασης πίστωσης των αναφερόμενων λογαριασμών. Ότι, ακολούθως, με την υπ' αριθ. 2/23894/0025/28.6.2006 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 1058/2006), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. 2/45176/0025/1.9.2008 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 1807/2008), παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Τράπεζες για τη ρύθμιση οφειλών προερχόμενων από δάνεια εξαγωγικών γουνοποιητικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στη Δυτική Μακεδονία (μεταξύ των οποίων και η πρώτη αναιρεσίβλητη), σε εφαρμογή δε της άνω υπουργικής απόφασης καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, η υπ' αριθ. 3727010303/ 20.5.2008 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, με την οποία ρυθμίστηκε η μέχρι την 31.12.2005 οφειλή των αναιρεσιβλήτων, που απέρρεε από την παραπάνω σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, συνολικού ποσού 2.055.554,60 ευρώ, και η αναιρεσείουσα χορήγησε στην πρώτη αναιρεσίβλητη δάνειο ποσού 2.093.283,43 ευρώ, από το οποίο, ποσό 500.000 ευρώ ως νέο κεφάλαιο κίνησης, μέσω του ανοιχθέντος προς τούτο λογαριασμού ... Ότι, μεταγενέστερα, οι απορρέουσες από την ανωτέρω σύμβαση ληξιπρόθεσμες και μη οφειλές της πιστούχου-πρώτης αναιρεσίβλητης ρυθμίστηκαν εκ νέου, όπως εκτίθεται και στην προσβαλλομένη, σε εφαρμογή της υπ' αριθ. 2/26161/0025/30.6.2009 (ΦΕΚ Β'1298/30.6.2009) απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δυνάμει της υπ' αριθ. 3727015364/22.12.2009 "σύμβασης ρύθμισης οφειλής", ποσού 2.064.531,71 ευρώ, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, οι οποίες (οφειλές) ανέρχονταν την 30.6.2009, στο ποσό των 2.079.237,41 ευρώ, από το οποίο θα εξοφλούνταν εκείνο των 2.064.531,71 ευρώ, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονταν στη νέα σύμβαση ρύθμισης οφειλής, καλυπτομένης σε ποσοστό 80% με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι βάσει του όρου 4 της σύμβασης "ρύθμισης οφειλής", η εξόφληση της ρυθμιζόμενης αυτής οφειλής θα γινόταν σε δεκαεπτά (17) συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές (όχι τοκοχρεολυτικές) δόσεις, βάσει δε του όρου 7.01 της ίδιας σύμβασης, αυτή (σύμβαση) δεν αποτέλεσε ανανέωση χρέους αλλ' απλώς ρύθμισε τον τρόπο εξόφλησης της ρυθμισθείσας με αυτήν οφειλής των αναιρεσιβλήτων. Σε εφαρμογή δε της εν λόγω υπ' αριθ. 3727015364/22.12.2009 σύμβασης ρύθμισης οφειλής, η πρώτη αναιρεσίβλητη πιστούχος εισέπραξε από την αναιρεσείουσα στις 22.12.2009 το ποσό των 2.064.531,71 ευρώ, μέσω του ανοιχθέντος προς τούτο (επίμαχου εν προκειμένω) υπ' αριθ. ... λογαριασμού. Ότι, όπως ακριβώς εκτίθεται στη διαταγή πληρωμής, "επειδή η πιστούχος-πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εκπλήρωνε κανονικά τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις προαναφερόμενες συμβάσεις.... και δεν εξυπηρετούσε ομαλά τον ανωτέρω υπ' αριθ. ... λογαριασμό που τηρήθηκε για την εξυπηρέτησή τους, η αιτούσα τράπεζα την 24.6.2014,..., προχώρησε στην καταγγελία των ως άνω συμβάσεων και έκλεισε οριστικά τον πιο πάνω λογαριασμό..., και ενώ κατά την ημερομηνία αυτή ο εν λόγω με αριθμό ... λογαριασμός εμφάνιζε χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος της πιστούχου 2.811.989,34 ευρώ [...], γνωστοποίησε δε στους καθών (αναιρεσιβλήτους) την καταγγελία των άνω συμβάσεων και το οριστικό κλείσιμο του παραπάνω λογαριασμού ..., καθώς και το προκύψαν χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 2.811.989,34 ευρώ, κάλεσε δε αυτούς σε άμεση εξόφληση του χρέους ...". Ότι, τέλος, κατά τα εκτιθέμενα στη διαταγή πληρωμής "Ότι από τα αντίγραφα των πιο πάνω λογαριασμών..., αποδεικνύεται πλήρως η κίνηση των χρεοπιστώσεων και το οφειλόμενο υπόλοιπο, δηλαδή α) η κίνηση του πιο πάνω αλληλόχρεου λογαριασμού Νο ... από την πρώτη κίνηση αυτού την 22.12.2009, ήτοι από της ενεργοποιήσεως του άνω λογαριασμού και της χρεώσεως σε αυτόν την ίδια ημέρα του ποσού της ρυθμισμένης οφειλής των 2.064.531,71 ευρώ...", καθώς και "η αίτηση...., αποδεικνύεται εξ ολοκλήρου από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα κατωτέρω νόμιμα έγγραφα, δηλαδή: 1) το πρωτότυπο των ως άνω συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, τοκοχρεολυτικού δανείου και ρύθμισης οφειλής, 2) τα παρακάτω αποσπάσματα από τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσείουσας, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη της οφειλής της πιστούχου και τα οποία εμφανίζουν με σαφήνεια και ακρίβεια τις γενόμενες χρεοπιστώσεις των λογαριασμών και το οφειλόμενο υπόλοιπο, ήτοι: α) τον αλληλόχρεο λογαριασμό χορηγήσεων Νο ... από την πρώτη κίνηση αυτού την 22.12.2009, δηλαδή από την ενεργοποίησή του και τη χρέωση σε αυτόν, την ίδια ημέρα, του ποσού της ρυθμισμένης οφειλής των 2.064.531,71 ευρώ, δια της ανωτέρω υπ' αριθ. 3727015364/22.12.2009 σύμβασης ρύθμισης, μέχρι το οριστικό κλείσιμό του την 24.6.2014 με συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο αυτού 2.811.989,34 ευρώ και τη μεταφορά του την ίδια ημέρα σε οριστική καθυστέρηση". Από τα ανωτέρω και το όλο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής προκύπτει με την απαιτούμενη σαφήνεια η αιτία για την οποία εκδόθηκε αυτή, που, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την εγκυρότητά της. Ειδικότερα, αναφέρονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που εξειδικεύουν από απόψεως τρόπου γένεσης το ποσό που επιτάσσονται οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, το οποίο αποτελεί το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο του υπ' αριθ. ... λογαριασμού, μετά το οριστικό κλείσιμο αυτού στις 24.6.2014, ο οποίος άνοιξε και χρησιμοποιήθηκε μόνο προς εξυπηρέτηση της άνω υπ' αριθ. 3727015364/22.12.2009 "σύμβασης ρύθμισης οφειλής", με την οποία ρυθμίστηκε εκ νέου (επαναρρυθμίστηκε), κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας υπουργικής αποφάσεως, ο τρόπος εξόφλησης της ρυθμισθείσας με την ως άνω υπ' αριθ. 3727010303/20.5.2008 σύμβαση τοκοχρεολυτικού δανείου, κατ' εφαρμογή, επίσης, της ανωτέρω υπουργικής αποφάσεως, οφειλής των ανακοπτόντων-αναιρεσιβλήτων. Ενόψει δε, ότι η, κατά τα ανωτέρω, ρυθμισθείσα και, ακολούθως, επαναρρυθμισθείσα οφειλή των αναιρεσιβλήτων, δυνάμει των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων ρύθμισης και επαναρρύθμισης, αντίστοιχα, κατ' εφαρμογή των άνω υπουργικών αποφάσεων, δημιουργήθηκε, σύμφωνα και με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, εκ της άνω χορηγηθείσας, από την αναιρεσείουσα στην πιστούχο-πρώτη αναιρεσίβλητη, πιστώσεως, στα πλαίσια της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η αναφορά στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής της εν λόγω σύμβασης πίστωσης γίνεται ιστορικά, ως όφειλε να την αναφέρει η αναιρεσείουσα, και δεν συνιστά την αιτία έκδοσης της διατασσόμενης πληρωμής. Ο επίμαχος δε λογαριασμός υπ' αριθ. ..., ο οποίος τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση και μόνο της υπ' αριθ. 3727015364/22.12.2009 σύμβασης ρύθμισης οφειλής, σε εφαρμογή της σχετικής υπουργικής αποφάσεως και κατά τα οριζόμενα σε αυτή, σαφώς δεν υπήρξε αλληλόχρεος ούτε είχε τα χαρακτηριστικά αυτού ούτε λειτούργησε ως τέτοιος, η αναφορά του δε ως "αλληλόχρεου" στα ως άνω δύο σημεία της αίτησης και της βάσει αυτής εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, δεν τον καθιστά αλληλόχρεο ούτε επηρεάζει την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, καθώς ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται ως προς την αιτία από την οποία απορρέει η διατασσόμενη πληρωμή. Τέλος, σημειώνεται πως η προσβαλλομένη εκλαμβάνει ότι η αρχική σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό έκλεισε οριστικά με την καταβολή του δανείσματος, που είχε εισπράξει η πιστούχος - πρώτη αναιρεσίβλητη, και λειτούργησε μόνο η σύμβαση του τοκοχρεολυτικού δανείου, ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, πρόκειται για ρύθμιση των εκ της αρχικής συμβάσεως πιστώσεως οφειλών κατ' εφαρμογή υπουργικών αποφάσεων. Επομένως, το Εφετείο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ούτε στην αίτηση ούτε και στη διαταγή πληρωμής υφίσταται συγκεκριμένη και διακριτή αιτία πληρωμής και έκανε δεκτούς τους σχετικούς λόγους έφεσης των αναιρεσιβλήτων, υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον πρώτο, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο του αναιρετηρίου αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης ακυρότητας, ακυρώνοντας τη διαταγή πληρωμής, και ως εκ τούτου ο πρώτος αναιρετικός λόγος, εξεταζόμενος και αυτεπαγγέλτως, κατ' εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη αυτή απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ώστε να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι της εφέσεως, να διαταχθεί δε η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) στον καταθέσαντα αυτό και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που έχει υποβάλει και προτάσεις, κατά το βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 85/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας για περαιτέρω εκδίκαση από άλλο δικαστή, από αυτόν που δίκασε. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ