Αριθμός 737/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ο. με την επωνυμία «Δ. «Κ., που εδρεύει στην Κ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μάρκελλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. χήρας Ε. Τ., το γένος Π. Ζ., 2) Σ. Τ. του Ε., 3) Α. Τ. του Ε. και 4) Σ. Τ. του Ε., κατοίκων Κορίνθου. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Σοφό. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 425/2015 και 66/2019 μη οριστικές και 171/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2021 αίτησή του και τους από 28-6-2021 προσθέτους αυτής λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ο. (Δ. Κ.) την από 26.4.2012 καταψηφιστική αγωγή τους, με την οποία, επικαλέσθηκαν: α) ότι με την υπ' αριθ. 4751/21.12.1995 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας κυρώθηκε η διορθωμένη πράξη εφαρμογής σχεδίου πόλεως Αγίου Γεωργίου Κορίνθου, που μεταγράφηκε νομίμως και αφορά, μεταξύ άλλων, έκταση 14.792,04 τ.μ., κείμενη στην περιοχή Άγιος Γεώργιος στην Κόρινθο, συγκυριότητας αυτών (κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου της πρώτης και κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου εκάστου των λοιπών εναγόντων), με αριθ. κτηματογράφησης 211, 211Α, στα Ο.Τ. 219, 221 της πόλης της Κορίνθου, ενώ στο συνοδευτικό της ως άνω πράξης εφαρμογής κτηματολογικό διάγραμμα προσδιορίζεται τόσο το τμήμα της ιδιοκτησίας που καταλαμβάνεται για κοινόχρηστους χώρους (δρόμους, πλατείες), όσο και αυτό που προορίζεται για κοινωφελείς χώρους (δημιουργία πνευματικού κέντρου), όπως τα τμήματα αυτά αποτυπώνονται και στο επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, β) ότι με την υπ' αριθ. 4891/8.11.2000 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας κυρώθηκαν διορθωμένοι-συμπληρωμένοι οι πίνακες επικειμένων της ανωτέρω πράξης εφαρμογής (4751/1995), ενώ στον συνοδευτικό αυτής πίνακα επικειμένων καταγράφηκαν, στην ιδιοκτησία με αριθ. κτηματογράφησης 211 στο Ο.Τ. 219, τα αναφερόμενα επικείμενα (δένδρα και αμπέλι), για τα οποία οφείλεται αποζημίωση, γ) ότι, με την υπ' αριθ. 94/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (διαδικασία απαλλοτριώσεων) που εκδόθηκε επί σχετικής αίτησης των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων) κατά του ... (ήδη αναιρεσείοντος), προσδιορίσθηκε προσωρινά η αποζημίωση για τα επικείμενα επί της ανωτέρω έκτασης, ιδιοκτησίας τους, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, η οποία (αποζημίωση), στη συνέχεια, κατέστη οριστική, αφού εντός της νόμιμης προθεσμίας ο καθ' ου Δήμος Κορινθίων δεν κατέθεσε αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης και δ) ότι, με την υπ' αριθ. 48/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (διαδικασία απαλλοτριώσεων), οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της ανωτέρω αποζημίωσης των επικειμένων, την οποία αρνείται να τους καταβάλει ο εναγόμενος ΟΤΑ παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους. Με βάση τα περιστατικά αυτά οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους καταβάλει, ανάλογα με τα αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητάς τους, για αποζημίωση των επικειμένων της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους και για αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, στην πρώτη αυτών το συνολικό ποσό των 188.763,67 (183.265,70 + 5.497,97) ευρώ και σε έκαστο από τους δεύτερη, τρίτη και τέταρτο αυτών το συνολικό ποσό των 62.921,21 (61.088,56 + 1.832,65) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 29.10.2010 προγενέστερης αγωγής τους (από την οποία παραιτήθηκαν) ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η οποία εμπεριέχει όχλησή τους προς το εναγόμενο, άλλως από την επίδοση της ως άνω αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου), με την υπ' αριθ. 239/2014 απόφασή του, δέχθηκε την ως άνω καταψηφιστική αγωγή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο Κορινθίων να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα χρηματικά ποσά για τις ως άνω αιτίες, ήτοι: α) για συνολική αποζημίωση των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους (χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα πόσα επικείμενα βρίσκονται στο τμήμα που καταλαμβάνεται για δημιουργία κοινόχρηστων χώρων και πόσα βρίσκονται στο τμήμα που προορίζεται για δημιουργία κοινωφελούς χώρου-πνευματικού κέντρου) και β) για αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος ΟΤΑ άσκησε την από 21.10.2014 έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, ενώ και οι ενάγοντες άσκησαν την από 29.10.2014 έφεσή τους, ζητώντας την μεταρρύθμιση της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο των τόκων, προκειμένου η τοκοφορία των επιδικασθέντων με αυτήν ποσών να αρχίσει από την επομένη της επίδοσης της από 29.10.2010 προγενέστερης αγωγής τους. Επί των ανωτέρω εφέσεων εκδόθηκε αρχικώς η υπ' αριθ. 425/2015 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία, αφού αυτές (εφέσεις) συνεκδικάσθηκαν και έγιναν τυπικά δεκτές, αναβλήθηκε κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος του εκκαλούντος-εναγόμενου ΟΤΑ, η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι την έκδοση της απόφασης του Νομάρχη (ήδη Περιφερειάρχη), με την οποία θα κυρώνεται η διόρθωση της αρχικής πράξης εφαρμογής που κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 4751/1995 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας. Στη συνέχεια, μετά την επαναφορά της υπόθεσης προς εκδίκαση, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 66/2019 μη οριστική απόφαση του ιδίου Εφετείου, με την οποία αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η συζήτηση της υπόθεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου επί του αναφερόμενου νομικού ζητήματος (περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης λόγω παρόδου των προθεσμιών του άρθρου 11 παρ. 2 και 3 του Ν. 2882/2001) που παραπέμφθηκε σ' αυτήν με την υπ' αριθ. 293/2017 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, μετά την εκ νέου επαναφορά της υπόθεσης προς εκδίκαση, με την αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 171/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του εναγόμενου ΟΤΑ και, αφού έγινε δεκτή η έφεση των εναγόντων, μεταρρυθμίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των τόκων και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα με αυτήν ποσά με το νόμιμο, όμως, τόκο από την επομένη της επίδοσης της από 29.10.2010 προγενέστερης αγωγής τους. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης ο εναγόμενος ΟΤΑ άσκησε την κρινόμενη από 13.5.2021 αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι προσκομίζεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 72 παρ. 1 περ. ι' Ν. 3852/2010, υπ' αριθ. 18/202/2021 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εν λόγω Δήμου, που ενσωματώνεται στο 18/11.5.2021 πρακτικό της, η οποία (Επιτροπή) αποφάνθηκε υπέρ της άσκησης του υπό κρίση ενδίκου μέσου, ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 276 παρ. 1 του Ν. 3463/2006, ο αναιρεσείων ΟΤΑ δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ παράβολο. Παραδεκτώς, επίσης, ασκήθηκαν και οι από 28.6.2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου την 28.6.2021 και επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 17.8.2021 και 19.8.2021 (βλ. τις 7642Β' και 7643Β'/17.8.2021 καθώς και τις 7645Β' και 7647Β'/19.8.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Δ. Β.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης την 31.10.2022, αφού αφορά σε κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που αναγκαστικώς συνέχονται με αυτά που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως, η αναίρεση και το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 29, 30 και 37 παρ. 3 εδ. 2 του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων κλπ.", όπως κωδικοποιήθηκαν στο Κεφάλαιο Ζ' του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ΠΔ της 14/27.7.1999 (ΦΕΚ Δ` 580), με τίτλο "Σχεδιασμός πόλεων κατά το ΝΔ της 17.7.1923" (άρθρα 152-161), προκύπτει ότι η δημοσίευση του σχετικού διατάγματος περί έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης, αποτελεί πράξη κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μόνο των ακινήτων που καταλαμβάνονται από χώρους οριζόμενους ως κοινοχρήστους (όπως οδοί, πλατείες, άλση κλπ.), όχι δε και των ακινήτων που καταλαμβάνονται από χώρους, τους οποίους το σχέδιο καθορίζει ειδικώς για την ανέγερση δημοσίων, δημοτικών κλπ. κτιρίων και για την εκτέλεση έργων κοινής ωφελείας. Τούτο δε, διότι για τα ακίνητα αυτά είναι απαραίτητη η έκδοση ιδιαίτερης διοικητικής πράξης της Διοίκησης, η οποία να καθορίζει συγκεκριμένα τον σκοπό που εκπληρώνεται με το έργο και τον φορέα του και που αποτελεί την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1750/2017, ΑΠ 655/2007, ΑΠ 1274/1995, ΣτΕ 1446/2015). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 212 παρ. 1 και 2 του Ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας) ορίζεται ότι "1. Η κήρυξη της απαλλοτρίωσης ή η σύσταση δουλείας ακινήτου, που βρίσκεται μέσα στη διοικητική περιφέρεια Δήμου ή Κοινότητας, γίνεται με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του" και "2. Η απόφαση αυτή του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου πρέπει να περιέχει επί ποινή ακυρότητας σαφή προσδιορισμό του ακινήτου που απαλλοτριώνεται ή του δικαιώματος δουλείας που συνιστάται και της δημόσιας ωφέλειας, για την οποία γίνεται η απαλλοτρίωση ή η σύσταση δουλείας", ενώ οι ίδιες προβλέψεις υπήρχαν και υπό το νομοθετικό καθεστώς του προγενέστερου Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (άρθρο 275 του ΠΔ 410/1995). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 του ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται τα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις του ιδιωτικού δικαίου και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, δικάζοντας ιδιωτική διαφορά που υπάγεται στην δικαιοδοσία τους, μπορούν να ερευνήσουν παρεμπιπτόντως το κύρος διοικητικής πράξης, δηλαδή να ελέγξουν τη νομιμότητα της κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης (η οποία γίνεται με πράξη της διοίκησης), που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της κρινόμενης διαφοράς. Έτσι, αν εισαχθεί ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου αγωγή περί καταψήφισης της καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου υπέρ του αναγνωρισθέντος δικαιούχου αυτής και ο εναγόμενος προβάλλει ενστάσεις σχετικές με το κύρος της πράξης κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το πολιτικό δικαστήριο, παρόλο που αρμόδια δικαστήρια για την έρευνα του κύρους και της νομιμότητας της πράξης κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι τα διοικητικά δικαστήρια, μπορεί να ερευνήσει παρεμπιπτόντως, ως προδικαστικό ζήτημα, το κύρος της ως άνω πράξης, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος (ΑΠ 1750/2017, πρβλ. ΑΠ 794/2004). Από την απόφαση, όμως, του πολιτικού δικαστηρίου, κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ, δεν παράγεται δεδικασμένο περί του παρεμπιπτόντως ερευνηθέντος ως άνω προδικαστικού ζητήματος, περί του οποίου αρμόδια να αποφασίσουν είναι τα διοικητικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1750/2017, ΑΠ 1370/2014, ΑΠ 1898/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020). Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1915/2013). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη, β) ο νομότυπος τρόπος της προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017) και γ) ότι ο ισχυρισμός αυτός θα είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 71/2019). Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1185/2022, ΑΠ 1346/2022). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 1525/2021). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019). Τέλος, είναι δυνατόν να συρρέουν οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι των αριθ. 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην περίπτωση κατά την οποία το Εφετείο επί λόγου έφεσης, με τον οποίο προβλήθηκε αιτίαση κατά της πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος και παρά την παραδεκτή επίκληση και προσκόμιση από τον τελευταίο αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού του, το Εφετείο δεν εξέτασε τον σχετικό λόγο έφεσης και δεν έλαβε υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα με αποτέλεσμα να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1860/2005). ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Κορινθίων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του (τον οποίο πρόβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με σχετικό λόγο έφεσης) ότι για το τμήμα του ακινήτου των αναιρεσίβλητων που δεσμεύθηκε για κοινωφελή σκοπό (ήτοι για ανέγερση πνευματικού κέντρου), δεν έχει κηρυχθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση με ιδιαίτερη διοικητική πράξη κατ' άρθρο 212 του Ν. 3463/2006, καθόσον η δημοσίευση του σχετικού διατάγματος περί έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου πόλης αποτελεί κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μόνο για τα ακίνητα που καταλαμβάνονται για κοινόχρηστους χώρους και όχι για αυτά που δεσμεύονται για εκπλήρωση κοινωφελούς σκοπού. Επιπροσθέτως, ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα σε αυτό από τον ίδιο, με επίκληση, έγγραφα, ήτοι: α) αντίγραφο της από 6.3.2017 αίτησης των αναιρεσίβλητων προς αυτόν (Δήμο Κορινθίων), με την οποία ζήτησαν να προχωρήσει, εντός προθεσμίας 50 ημερών, η διαδικασία κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την δεσμευμένη για κοινωφελή σκοπό έκταση (ΚΦ 262) της ιδιοκτησίας τους, με αριθμό κτηματογράφησης 211, επιφάνειας 2.200,78 τ.μ., άλλως θα ζητούσαν την άρση της εν λόγω δέσμευσης και β) αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 16950/1323/2019 αίτησης των αναιρεσίβλητων προς αυτόν, με την οποία ζήτησαν την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου για να αρθεί η δέσμευση της ανωτέρω έκτασης, από τα οποία (έγγραφα) αποδεικνυόταν ότι για το μέρος της ιδιοκτησίας τους, που είχε δεσμευθεί για κοινωφελή σκοπό, δεν είχε εκδοθεί πράξη κήρυξης απαλλοτρίωσης. Επίσης, με τον ίδιο ως άνω (πέμπτο) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και τα κατωτέρω έγγραφα, αν και προσκομίσθηκαν από αυτόν νομίμως με επίκληση, ήτοι: 1) αντίγραφα των 806/26.7.2016 και 2131/15.9.2016 πιστοποιητικών της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου Κορίνθου περί καταχώρισης της 47955/855/10.3.2016 απόφασης του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου περί κύρωσης της 1/2016 Διορθωτικής Πράξης Εφαρμογής της Πολεοδομικής Μελέτης της περιοχής ..., 2) αντίγραφο της 33131 οικ. 3036/27.7.2017 έκθεσης διόρθωσης πίνακα επικειμένων της Υπηρεσίας Πολεοδομικών Εφαρμογών και Μελετών του ..., 3) αντίγραφο της 330871/5423/28.12.2017 απόφασης του Περιφερειάρχη Πελοποννήσου περί κύρωσης της 01/2017 διορθωτικής πράξης πινάκων επικειμένων, 4) αντίγραφο της 80859/23.4.2018 απόφασης του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και 5) αντίγραφο της Οικ. 43/10.7.2020 πρόσκλησης σε συνεδρίαση του ΣΥΠΟΘΑ Α' Περιφέρειας Πελοποννήσου. ΙV. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκείμενης δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου συζήτηση, σε πρώτο βαθμό, της ένδικης καταψηφιστικής αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων, ο εναγόμενος Δήμος Κορινθίων (ήδη αναιρεσείων), με τις προτάσεις του, πρόβαλε τον ως άνω αναφερόμενο ισχυρισμό του (περί μη κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για το τμήμα του ακινήτου των αναιρεσίβλητων που δεσμεύθηκε για κοινωφελή σκοπό), τον οποίο επανέφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου) με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του. Ο ισχυρισμός αυτός, με το ανωτέρω περιεχόμενό του, αποτελεί ένσταση ως προς το κύρος της πράξης κήρυξης της ένδικης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που παραδεκτώς προτείνεται στο πλαίσιο της δίκης επί της αγωγής περί καταψήφισης της καθορισθείσας αποζημίωσης για τα επικείμενα αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Όμως, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και δεν απάντησε καθ' οιονδήποτε τρόπο σ` αυτόν, με την απόρριψη ή την παραδοχή του. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο βεβαιώνει ότι, για το σχηματισμό της ως άνω αποδεικτικής κρίσης του, προέβη σε "επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Όμως, από τη γενική αυτή βεβαίωση του Εφετείου που αναφέρεται μόνο σε έγγραφα προσκομισθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' και β' αναφερόμενα στον πέμπτο λόγο αναίρεσης έγγραφα και συγκεκριμένα τις, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, από 6.3.2017 και 16950/1323/2019 αιτήσεις των αναιρεσίβλητων προς τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ, τις οποίες ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του, παραδεκτώς είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη του νομίμως προβληθέντος και ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού του, ότι για το τμήμα του ακινήτου των αναιρεσίβλητων που δεσμεύθηκε για κοινωφελή σκοπό, δεν έχει κηρυχθεί αναγκαστική απαλλοτρίωση με ιδιαίτερη διοικητική πράξη. Επομένως, ο από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ίδιου Κώδικα, πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αντίστοιχες πλημμέλειες: α) της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που αυτός είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει, είναι βάσιμοι. Όμως, ο ως άνω πέμπτος από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, καθό μέρος αφορά τα λοιπά ανωτέρω αναφερόμενα με αριθ. 1-5 έγγραφα, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τον ισχυρισμό προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκαν από αυτόν τα εν λόγω έγγραφα. V. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης μετά των πρόσθετων αυτής λόγων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον ο αναιρεσείων ΟΤΑ απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 276 παρ. 1 Ν. 3463/2006), ενώ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 Ν. 3693/1957 και 281 παρ. 2 Ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 171/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ