Αριθμός 553/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Λ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Πηνελόπη Σαριδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουνίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5671/1998, 3684/2003, μη οριστικές, 4884/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5100/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27 Ιουλίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 2 Ιουλίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αγιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς. Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Ετέρωθεν, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σε περίπτωση αμφιβολίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 του ΑΚ έχουν εφαρμογή αφενός η περί δανείου διατάξεις του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η Τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατεθειμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να αποδώσει το πράγμα στον παρακαταθέτη όταν ο τελευταίος το απαιτεί, ακόμη και αν δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του (ΑΠ 844/2006, ΑΠ 830/2003, ΑΠ 54/1993). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ`αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμελεία" ΑΠ 844/2006). Τέτοια "απόδειξη καταθέσεως χρημάτων" είναι και η βεβαιώση που εκδίδει η τραπεζική ανώνυμη εταιρία και παραδίδει στον καταθέτη-επενδυτή σε τίτλους (ομόλογα) Ελληνικού Δημοσίου (REPOS) προς απόδειξη των χρημάτων που κατέθεσε για την αξία των ομολόγων αυτών. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 334 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ευθύνεται για το πταίσμα των προσώπων που χρησιμοποιεί για την εκπλήρωση της παροχής του, όπως για δικό του πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 300, 914, 922 ΑΚ, προκύπτει ότι ο οφειλέτης, κύριος ή προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του. Τέτοια (κατάχρηση) υπάρχει όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ'αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η ζημιογόνος συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ο δε ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση ούτε όφειλε να την γνωρίζει (ΑΠ 959/2004, ΑΠ 799/2001). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 11-4-1997 ο ενάγων-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) Β. Τ., ενεργών για τον εαυτό του ατομικώς, αλλά και για τον αδελφό του Μ. Τ., μετέβη στο Κεντρικό Κατάστημα (επί της οδού … αρ…) της εναγομένης "Τράπεζας Αθηνών Α.Ε.", η οποία αργότερα συγχωνεύθηκε με την "Τράπεζα EFG EUROBANK Ανώνυμη Εταιρία", δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, εν συνεχεία δε αυτή συγχωνεύθηκε με την "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε.", λαμβάνουσα την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK-ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη αναιρεσείουσα), όπου και συναντήθηκε με τον δεύτερο εναγόμενο Π. Π. (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), ο οποίος στο προαναφερόμενο κατάστημα της εναγομένης ασκούσε καθήκοντα διευθυντή μέχρι την 14-5-1996 και κατόπιν καθήκοντα αναπληρωτή διευθυντή, προκειμένου να προβεί (ενάγων) σε επένδυση τίτλων (ομολόγων) του Ελληνικού Δημοσίου (REPOS), συνολικού ποσού 20.000.000 δραχμών (10.000.000 δραχμές για τον εαυτό του και 10.000.000 δραχμές για λογαριασμό του προαναφερόμενου αδελφού του). Το ποσό των 10.000.000 δραχμών ο ενάγων κατέθεσε στην εναγομένη για χρονικό διάστημα 34 ημερών, ήτοι από 11-4-1997 μέχρι 15-5-1997, με συμφωνημένη απόδοση 10,90% ετησίως, και με την περαιτέρω συμφωνία ότι κατά τη λήξη, ήτοι την 15-5-1997, για το ποσό του (ενάγοντος-εφεσίβλητου) των 10.000.000 δραχμών θα του καταβληθεί από την εναγομένη το ποσό των 10.101.534 δραχμών. Για να προβεί στη επένδυσή του αυτή ο εφεσίβλητος έλαβε την συμβουλή του δεύτερου εναγομένου Π. Π., με τον οποίο διατηρούσε γνωριμία. Ο τελευταίος, την άνω ημερομηνία (11-4-1997), δέχθηκε τον εφεσίβλητο σε γραφείο του ισογείου αριστερά της εισόδου όπου αυτός εργαζόταν κατά τους τελευταίους μήνες της απασχόλησής του στη Τράπεζα Αθηνών. Εκεί, ο εφεσίβλητος κατήρτισε με τον ανωτέρω, ως διευθυντή του Καταστήματος και αντιπρόσωπο της εναγομένης, σύμβαση , βάσει της οποίας η Τράπεζα του μεταβίβαζε κατά κυριότητα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου αντί τιμήματος 10.000.000 δραχμών (και άλλα 10.000.000 δραχμές για λογαριασμό του αδελφού του), παρακρατούσα στην κατοχή της προς φύλαξη, ως θεματοφύλακας τους τίτλους αυτούς, με την πρόσθετη ειδική συμφωνία ότι την 15-5-1997 η ίδια η τράπεζα θα επαναγόραζε αυτούς έναντι τιμήματος 10.101.534 δραχμών. Ο δε εφεσίβλητος μεταβίβασε με λευκή οπισθογράφηση στον άνω Π. Π., ως διευθυντή του καταστήματος της εναγομένης και αντιπρόσωπό της, τις με αριθμούς ... επιταγές της Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 7.500.000, 7.500.000 και 5.000.000 δραχμών αντίστοιχα. Ο άνω Π. Π., αφού απεχώρησε, επανήλθε στο γραφείο του μετ' ολίγον, όπου τον ανέμενε ο εφεσίβλητος και του παρέδωσε τις με αριθμούς .../11-4-1997 (για τον ίδιο) και .../11-4-1997 (για τον αδελφό του) βεβαιώσεις συναλλαγής (REPOS), της Τράπεζας Αθηνών, οι οποίες έφεραν όλα τα απαραίτητα τυπικά στοιχεία: την υπογραφή και την σφραγίδα τόσο του ως άνω εναγομένου Π. Π., όσο και της υπαλλήλου της εναγομένης Ι. Σ.. Σύμφωνα με την κρίσιμη εν προκειμένω υπ' αριθ. .../11-4-1997 βεβαίωση η εναγομένη Τράπεζα συμφώνησε με τον ενάγοντα την από αυτόν επένδυση και ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει την 15-5-1997 το ποσό των 10.101.534 δραχμών. Ο εφεσίβλητος, την ημεροχρονολογία αυτή (15-5-1997) προσήλθε στο κατάστημα της εναγομένης και ζήτησε την από αυτήν επαναγορά των άνω τίτλων και την είσπραξη του άνω ποσού κατά τα συμφωνηθέντα, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε την καταβολή σ' αυτόν του άνω ποσού των 10.101.534 δραχμών, ισχυριζόμενη ότι ο τίτλος της ενδίκου συμβάσεως ήταν πλαστογραφημένος από τον άνω εναγόμενο Π. Π., ο οποίος είχε παρανόμως ιδιοποιηθεί το ποσό των 10.000.000 δραχμών και ουδέποτε της το είχε αποδώσει. Όπως αποδείχθηκε, από όλα τα άνω αποδεικτικά στοιχεία, ο τελευταίος (Π. Π.) κατά το χρόνο της επιδίκου συμβάσεως με τον εφεσίβλητο, με την υπ' αριθ…/5-12-1996 πράξη της Γενικής Διεύθυνσης της Τράπεζας Αθηνών, είχε ήδη από 6-12-1996 τεθεί στη διάθεση της Γενικής Διευθύνσεως, η οποία, με την ίδια πράξη, ανακάλεσε από την ημερομηνία αυτή και το δικαίωμα υπογραφής που του είχε χορηγηθεί από το Κεντρικό Κατάστημα. Ο λόγος της θέσεώς του σε διαθεσιμότητα και ανακλήσεως του δικαιώματος της υπογραφής ήταν η διαπίστωση διάφορων αταξιών και μη κανονικών ενεργειών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως έκδοση πλαστών πιστοποιητικών και λοιπών εγγράφων, παράνομη ιδιοποίηση καταθέσεων κλπ, οι πράξεις δε αυτές συνιστούσαν ποινικά αδικήματα και μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τμήματος της Επιθεώρησης της Τράπεζας, η τελευταία υπέβαλε κατ' αυτού τις από 2-5-1997 και 28-5-1997 μηνύσεις και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη για τις κακουργηματικές πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, της υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαιτέρας μεγάλης αξίας και της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το όφελος εις βάρος της Τράπεζας. Με την υπ' αριθ. 421/2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών καταδικάσθηκε σε πολυετή κάθειρξη για τις πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία (συμπεριλαμβανομένου στα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά και του ποσού των 10.000.000 δραχμών του ενάγοντος), καθώς και για τις πράξεις της υπεξαιρέσεως και πλαστογραφίας. Ο άνω Π. Π., παρότι, όπως προαναφέρθηκε, είχε από τις 6-12-1996 τεθεί σε διαθεσιμότητα, προσέρχονταν κανονικά στην υπηρεσία του, στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης και παρέμενε μέσα σε αυτό κατά τις ώρες λειτουργίας του με τους πελάτες της Τράπεζας ως αντιπρόσωπός της κατά την διαχείριση των σχετικών υποθέσεών τους, έχοντας πρόσβαση στα έντυπα και τις σφραγίδες της και εκμεταλλευόμενος την ανοχή της και με τον τρόπο αυτό συνηλλάγη και με τον ενάγοντα-εφεσίβλητο. Εν τέλει, η Τράπεζα κατήγγειλε την 8-5-1997, τη σύμβαση εργασίας αυτού και τον κάλεσε να απόσχει από κάθε απασχόλησή του στην υπηρεσία της, μέχρι τότε όμως, όπως αποδείχθηκε, αυτός εξακολουθούσε να συνδέται με την Τράπεζα με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 του ν. 3198/1955, η διαθεσιμότητα του υπαλλήλου δεν λύει την σύμβαση εργασίας του, αυτός δε δικαιούται μισθούς. Συνεπώς, αυτός ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της 11-4-1997 "προστηθείς" της εναγομένης Τράπεζας, κατά την έννοια των άρθρων 334, 922 ΑΚ και επομένως, θεμελιώνεται η αντικειμενική της ευθύνη ως προστησάσης από τη σχέση προστήσεως και καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και του εφεσίβλητου, η μέσω του "κατά φαινόμενο πληρεξουσίου" επίδικη σύμβαση REPOS, μη εχόντων επίδραση στο κύρος της ως γνησίου της εναγομένης Τράπεζας εγγράφου, των τυχόν παρατυπιών, ως η πλαστογραφία της δεύτερης υπογραφής της υπαλλήλου της Ι. Σ., σύμφωνα και με όσα σχετικώς εξετέθησαν στις αρχικές σκέψεις της παρούσης. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος γνώριζε, ούτε και ότι σε κάθε περίπτωση όφειλε να γνωρίζει, ότι κατά την πιο πάνω συναλλαγή με τον Π. Π., ο τελευταίος ήταν σε διαθεσιμότητα και εστερείτο του δικαιώματος υπογραφής και συνεπώς δεν εκπροσωπούσε την πρώτη εναγομένη. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η συναλλαγή έλαβε χώρα εντός του Καταστήματος της Τράπεζας, ο ενάγων-εφεσίβλητος γνώριζε τον πιο πάνω ως διευθυντή της εναγομένης, καλοπίστως συνηλλάγη με αυτόν και η θέση αυτού σε διαθεσιμότητα δεν είναι από τα γεγονότα που μπορούσαν να γίνουν γνωστά στους τρίτους, εφόσον είναι θέμα εσωτερικό της Τράπεζας, όπως, άλλωστε, κατηγορηματικώς περί αυτού καταθέτουν και οι ίδιοι οι μάρτυρες της εναγομένης. Ενόψει τούτων, ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον ήδη εφεσίβλητο (ενάγοντα) ως προς την άγνοια των προαναφερομένων περιστατικών και ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, ότι ο ενάγων όφειλε να γνωρίζει ή από αμέλεια αγνοούσε ότι ο άνω Π.Π. κατά την επίδικη συναλλαγή ενεργούσε κατά παράβαση των καθηκόντων του, ισχυρισμός ο οποίος επαναφέρεται με την ένδικη έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως, υφίσταται ευθύνη της πρώτης εναγομένης προς αποζημίωση του ενάγοντος, ενώ λόγω της αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε αυτόν ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται αυτός και χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, μετά την στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 1465,35 ευρώ, δεκτής γενομένης της αγωγής για τα ποσά των 29.645 και 1467,35 ευρώ, αντιστοίχως". Με βάση τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο, το ποσό των 29.645 ευρώ (10.101.534 δραχμές συνιστάμενες στην κατάθεση των χρημάτων για την αγορά ομολόγου REPOS και την προθεσμιακή απόδοσή του), και εις βάρος της πρώτης εναγομένης, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο, από την 16-5-1997, ότε και ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει το χρηματικό αυτό ποσό στον ενάγοντα από την ένδικη σύμβαση, και επί πλέον αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 1.467,35 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε, τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 830 παρ. 1, 806, 837, 334 παρ. 1, 300, 914, 922, 932 Α.Κ., καθώς και το άρθρο 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών". Ειδικότερα το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ως προς την ευθύνη πρόστησης της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Αθηνών Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η αναρεσείουσα, και την υποχρέωση της τελευταίας προς αποζημίωση του ενάγοντος για την ζημία την οποία υπέστη, καθώς και την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 324, 914, 922 και 932 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ευθύνης από πρόστηση της αναιρεσείουσας, χωρίς να συντρέχει εν προκειμένω η αρνητική προϋπόθεση της άρσης της ευθύνης αυτής, λόγω γνώσης ή δυνατότητας γνώσης του αναιρεσίβλητου, ότι ο άνω υπάλληλος της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας είχε τεθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο της συναλλαγής σε διαθεσιμότητα και του είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα υπογραφής και συνακόλουθα ενεργούσε κατά κατάχρηση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, ώστε να μην υφίσταται πεδίο εφαρμογής και παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, αναφορικά με τις παραδοχές της που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς, και αντίστοιχα εκείνες που την οδήγησαν στην απόρριψη του ισχυρισμού της εναγομένης περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της. Και τούτο διότι, έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται πιο πάνω, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η μεταξύ της άνω τραπεζικής εταιρίας και του τελούντος ως άνω σε διαθεσιμότητα υπαλλήλου της Π. Π., που αδικοπράγησε σε βάρος του αναιρεσίβλητου, έχει τα χαρακτηριστικά της πρόστησης με το πιο πάνω περιεχόμενό της, αλλά και η σχέση αυτή σε συνδυασμό με τη θέση, τις ευκαιρίες και τα μέσα που παραχωρήθηκαν εξ αφορμής της στον αδικοπραγήσαντα υπάλληλό της, μολονότι αυτός είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα και του είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα υπογραφής, περιστατικά που αγνοούσε και δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει ο αναιρεσίβλητος, υπήρξαν το αναγκαίο μέσο για την ως άνω παράνομη είσπραξη και την επακολουθήσασα ιδιοποίηση, η οποία ήταν αδύνατο να υπάρξει χωρίς την προηγηθείσα και λειτουργήσασα στην συγκεκριμένη περίπτωση συμβατική σχέση, με την έννοια της σχέσης αυτής ως πρόστησης. Είναι δε σαφείς και πλήρεις οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο ενάγων δεν γνώριζε, ούτε και όφειλε να γνωρίζει, ότι κατά την πιο πάνω συναλλαγή ο Π. Π. τελούσε σε διαθεσιμότητα και του είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα υπογραφής, αφού, σύμφωνα με τις αιτιολογίες αυτές, οι ίδιοι οι μάρτυρες υπάλληλοι της Τράπεζας κατέθεσαν, ότι τα περιστατικά αυτά αποτελούν εσωτερική υπόθεση της Τράπεζας και δεν μπορούν να τα γνωρίζουν οι πελάτες της, ενώ η επίδικη συναλλαγή έλαβε χώρα εντός του κεντρικού καταστήματος της Τράπεζας, ο δε ενάγων γνώριζε τον Π. Π., ως διευθυντή της εναγομένης Τράπεζας, και δεν υπήρχε η δυνατότητα να λάβει γνώση, ότι αυτός είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα, εφόσον εξακολουθούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν και να εξυπηρετεί πελάτες της, καθ' όλες τις ώρες λειτουργίας της, ώστε να μην είναι δυνατόν να γίνουν με κανένα τρόπο σ' αυτόν αντιληπτά τα ανωτέρω, αφού τίποτα δεν είχε αλλάξει από προηγουμένως, ο ίδιος δε ο αναιρεσίβλητος μετά την πραγματοποίηση της επίδικης συναλλαγής έλαβε από τον Π. Π. την προαναφερθείσα βεβαίωση, σε κανονικό έντυπο της εναγομένης και με τις απαιτούμενες σ'αυτήν υπογραφές. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 27-07-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5100/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ