Αριθμός 750/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσό (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ......... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού, που δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 1573/1998 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτήν, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 167/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία, την από 12 Ιανουαρίου 2007 αίτηση παραιτήσεως του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ο οποίος δηλώνει ότι παραιτείται από την πιο πάνω αναίρεσή του και την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα με αριθμό 82/22.02.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Φέρομεν ενώπιον του Δικαστηρίου υμών την από 14 Δεκεμβρίου 2006 αίτησιν αναιρέσεως του κατηγορουμένου ........ και ήδη κρατουμένου εις την Δικαστικήν Φυλακήν Κορυδαλλού, κατά της υπ΄αριθμ. 1573/1998 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και εκθέτομεν τα εξής: Εκ των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως, κατ΄αποφάσεως εκδοθείσης παρόντος του κατηγορουμένου, είναι δεκαήμερος και αρχίζει από την επομένην της καταχωρίσεως αυτής καθαρογραφημένης εις το ειδικόν βιβλίον που τηρείται εις την γραμματείαν του ποινικού δικαστηρίου (Α.Π. 1318/2005 Ελλ Δνη 46 σελ. 1562 κ.ά.). Περαιτέρω εκ της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικον μέσον οφείλει να αναφέρη εις την έκθεσιν ασκήσεως αυτού, τον λόγον που δικαιολογεί την εκπρόθεσμον άσκησίν του, δηλαδή τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, από τα οποία παρημποδίσθη εις την εμπρόθεσμον άσκησίν του, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά των, άλλως το ένδικον μέσον απορρίπτεται ως απαράδεκτον (Α.Π. 1406/2006 Ελλ Δνη 47 σελ. 1530 κ.ά.). Τέλος εκ της διατάξεως του άρθρου 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εις τους λόγους αναιρέσεως δεν συμπεριλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμησις των πραγματικών περιστατικών ή των αποδείξεων, αφού εις την περίπτωσιν αυτήν πλήττεται η ουσιαστική κρίσις του δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 1685/2006 με σύμφωνον πρότασίν μας). Τέλος εκ των διατάξεων των άρθρων 474 παρ. 1 και 475 παρ. 1 Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η παραίτησις από ενδίκου μέσου υπό του κρατουμένου εις την φυλακήν γίνεται δια δηλώσεως ενώπιον του διευθυντού αυτής, συντασσομένης σχετικής εκθέσεως και όχι δι΄εγχειρίσεως δικογράφου εις αυτόν (Α.Π. 2169/2003 Ποιν Δικ 2004 σελ. 380 κ.ά.). Εις την προκειμένην περίπτωσιν η προσβληθείσα απόφασις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξεδόθη με παρόντα τον κατηγορούμενον, κατεχωρίσθη εις το ειδικόν βιβλίον την 12ην Ιανουαρίου 1999. Η δε κατ΄αυτής αίτησις αναιρέσεως ησκήθη την 14ην Δεκεμβρίου 2006, ήτοι μετά την πάροδον μεγάλου χρονικού διαστήματος από της τασσομένης δεκαημέρου προθεσμίας ασκήσεώς της. Εις την σχετικήν έκθεσιν ουδείς λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος αναφέρεται, που να δικαολογή την εκπρόθεσμον άσκησίν της. Περαιτέρω, όπως προκύπτει εκ του περιερχομένου της ανωτέρω εκθέσεως, η απόφασις πλήττεται δι΄εσφαλμένην εκτίμησιν των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς η υπό κρίσιν αίτησις αναιρέσεως τυγχάνει διττώς απαράδεκτος. Σημειωτέον, ότι η από 12 Ιανουαρίου 2007 παραίτησις του αναιρεσείοντος από της ανωτέρω αιτήσεώς του εγένετο δι΄εγχειρίσεως δικογράφου εις τον Διευθυντήν της άνω Φυλακής και συνεπώς δεν τίκτει εννόμους συνεπείας. ΄Αλλωστε και εάν είχε γίνει παραδεκτώς θα κατέληγεν εις το αυτό αποτέλεσμα, ήτοι εις την απόρριψιν της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαραδέκτου. Επειδή εν όψει πάντων αυτών πρέπει, κατά τα άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ., να κηρυχθή απαράδεκτος η προαναφερθείσα αίτησις αναιρέσεως και να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνομεν: Ι. Να κηρυχθή απαράδεκτος η από 14 Δεκεμβρίου 2006 αίτησις αναιρέσεως του κατηγορουμένου .... και ήδη κρατουμένου εις την Δικαστικήν Φυλακήν Κορυδαλλού, κατά της υπ΄αριθμ. 1573/1998 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. ΙΙ. Να καταδικασθή ο αναιρεσείων εις τα δικαστικά έξοδα εκ 220 ευρώ. Αθήνα, 9 Φεβρουαρίου 2007 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ι. Ζύγουρας" Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 473 ΚΠΔ, στο οποίο ρητώς παραπέμπει το άρθρο 507 του ίδιου Κώδικα, η 10ήμερη προθεσμίας αναιρέσεως αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση, καταχωρίζεται καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, σύμφωνα με την γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία κανένα δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, συνεπώς και της αναίρεσης, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, αλλά στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως προκύπτει από τα άρθρα 473 παρ. 2 και 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος, ο οποίος ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να επικαλεσθεί στη δήλωσή του τον λόγο, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή, τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίσθηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση τούτου, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στην κρινόμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1573/1998 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών δημοσιεύθηκε, με παρόντα τον αναιρεσείοντα και καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών στις 12/1/1999 όπως αποδεικνύεται από την από 17/1/2007 βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα. Ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή της Δικαστικής Φυλακής Κορυδαλλού, στις 14/12/2006, ήτοι μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εκπνοή της δεκαήμερης προθεσμίας μέσα στην οποία όφειλε, κατά τα ανωτέρω, να την ασκήσει, δεν επικαλείται δε σ'αυτήν ότι εμποδίσθηκε να την ασκήσει εμπρόθεσμα από ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα. Πρέπει συνεπώς ν' απορριφθεί η αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και όχι λόγω παραιτήσεως, δεδομένου ότι η από 12 Ιανουαρίου 2007 παραίτηση του αναιρεσείοντος από την εν λόγω αίτησή του έγινε με εγχείριση δικογράφου στον Διευθυντή της ως άνω Φυλακής και όχι με δήλωση ενώπιόν του και συντάγη από αυτόν σχετική έκθεση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 14 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του ..... για αναίρεση της 1573/1998 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ