Αριθμός 1313/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Κουρκάκη, Ελευθέριο Νικολόπουλο-Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων: 1..........και 2. ..............., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαγρόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 17679/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Δεκεμβρίου 2006 δυο αυτοτελείς αιτήσεις αναιρέσεως και στα από 25 Απριλίου 2007 δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 499/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να παύσει οριστικώς η κατά των αναιρεσειουσών ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι όμοιες κατά περιεχόμενο από 122/19-12-2006 και 123/19-12-2006 αιτήσεις αναιρέσεως των ..........και .........., αντίστοιχα, κατά της ίδιας υπ' αριθμ. 17.679/2005 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Αθηνών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Νομότυπα και εμπρόθεσμα επίσης, με την κατάθεση δικογράφου στο γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, πριν από δέκα πέντε ημέρες από την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο για τη συζήτηση των αναιρέσεων (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ), κάθε μία από τις αναιρεσείουσες κατέθεσαν το από 25-5-2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.... Η διάταξη του άρθρου 349 του ίδιου Κώδικα για αναβολή της συζήτησης, εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανισθεί για λόγους ανώτερης βίας κλπ. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής. Εξ άλλου η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά και την παρεμπίπτουσα με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα. Συνίσταται δε η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, καθώς και των συλλογισμών με τους οποίους κατέληξε το δικαστήριο στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.17.679/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η έφεση του αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 50.781/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών με την οποία καταδικάσθηκαν για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής σε φυλάκιση επτά (7) μηνών την κάθε μία, αφού προηγουμένως απορρίφθηκε αίτημα αναβολής της δίκης λόγω αδυναμίας, για ανυπέρβλητο αίτιο, εμφανίσεώς τους στο ακροατήριο δικαστηρίου. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της αποδεικνύεται ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν εμφανίσθηκαν οι εκκαλούσες, αλλ' εμφανίσθηκε ο ......... ο οποίος ανήγγειλε ότι οι εκκαλούσες ευρίσκονται στην Ιταλία και αδυνατούν να εμφανισθούν στο δικαστήριο, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος τους είναι απασχολημένος σε άλλο δικαστήριο, προσκόμισε δε προς τούτο και το από ......... έγγραφο και μετέφερε αίτημα αυτών για αναβολή της δίκης. Στη συνέχεια, ενόρκως εξετασθείς, βεβαίωσε τα άνω γεγονότα. Το δικαστήριο, ακολούθως, απέρριψε το αίτημα αναβολής ως ουσιαστικά αβάσιμο και την έφεση ως ανυποστήρικτη, με την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία όσον αφορά το αίτημα αναβολής "... Πρόκειται περί πρωτοεισάκτου εφέσεως και απαραίτητη προϋπόθεση της αναβολής για λόγους που ανάγονται στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης είναι η νομότυπη παρουσία των εκκαλούντων και η εκ μέρους τους υποβολή του σχετικού αιτήματος.... ". Η παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση δεν είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη διότι δεν μνημονεύει τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε για να καταλήξει στη σχετική απορριπτική κρίση, αν και αναγνώσθηκε το άνω έγγραφο και μάρτυρας εξετάσθηκε, ούτε αναφέρονται σ' αυτή τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, τους συλλογισμούς με τους οποίους κατέληξε στην κρίση του αυτή καθώς και τις αποδείξεις που τους στηρίζουν. Εφόσον μετά ταύτα το παραπάνω δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα των αναιρεσειουσών για αναβολή της δίκης, προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη σχετικώς την εξουσία του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ καθώς και ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος (άρθρο 511) της κατά το ίδιο άρθρο 510 στοιχ. Η' υπέρβασης εξουσίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ.β΄, 370εδ.β΄και 511 Κ.Ποιν.Δ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 Κ.Ποιν.Δ (Ολ.ΑΠ 7/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος ( άρθρο 79 παρ.5 Ν.5960/1933), φέρεται δε ότι τελέσθηκε στην Αθήνα την 31-12-1997, έκτοτε δε και μέχρι τη συζήτηση των ενδίκων αιτήσεων την 11-5-2007 παρήλθε οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξεως αυτής. Επομένως, αφού οι ένδικες αιτήσεις περιέχουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων για την άνω πράξη, λόγω παραγραφής, κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 17.679/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά της ........ και της ........... για την πράξη της έκδοσης στην Αθήνα την 31-12-1997 της υπ' αριθμ. ....... επιταγής ποσού 1.500.000 δραχμών, η οποία εμφανισθείσα στην πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα την 5-1-1998 δεν πληρώθηκε ελλείψει αντικρύσματος. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ