Αριθμός 1179/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ΣΤ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πρωτέκδικο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8363/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ1 , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 178/2007. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 19/2001 και 2/2002). Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 22 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του αναιρεσείοντος, πλήττεται η υπ' αριθ. 8.363/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 229 § 1, 363 - 362, 94, 98 ΠΚ), διότι αυτή "στερείται της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δέχεται ως αληθή πραγματικά περιστατικά που ουδόλως προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, με αποτέλεσμα να παραμορφώνεται πλήρως το υπάρχον αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας. Περαιτέρω, (διότι) δεν εξηγείται στην απόφαση με ποιους λογικούς συλλογισμούς οδηγήθηκε το Δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση. Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι τάχα γνώριζα την αλήθεια των καταγγελλόμενων, αφού επρόκειτο για γεγονότα, των οποίων είχα ιδία αντίληψη, μολονότι από την από 31.8.1999 δήλωσή μου προς το ....., η οποία ανεγνώσθη στο ακροατήριο ουδαμώς προέκυψε κάτι τέτοιο, αλλά απεναντίας ακριβώς το αντίθετο. Απεδείχθη ευθέως, ότι αφενός μεν είχα πλανηθεί περί της απουσίας μερικών εκ των αναφερόμενων ως παρόντων στην από 3.5.1999 Έκτακτη Γενική Συνέλευση της εταιρίας ..... μετόχων, αφετέρου δε ότι, λόγω της πλάνης μου αυτής, δεν είχα δόλο συκοφαντικής δυσφήμησης της πολιτικώς ενάγουσας Ψ1 , μη δυνάμενης κατά τούτο να εφαρμοστεί της διατάξεως του άρθρ. 363 Π, αλλά μόνον εκείνης του άρθρ. 362 ΠΚ". Με αυτό όμως το περιεχόμενο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι δεν προσδιορίζουν τις αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και τις κατ' αυτής αιτιάσεις και πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Ειδικότερα, καθόσον αφορά το, μοναδικό, άλλωστε, περί ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας, λόγο αναιρέσεως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια από τα επιβαλλόμενα από τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρ. 229 § 1 και 363 - 362 ΠΚ πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση και ποιες ελλείψεις υπάρχουν στην υφιστάμενη αιτιολογία της αποφάσεως σε σχέση με τους λογικούς συλλογισμούς υπαγωγής του αποδεικτικού υλικού στις ανωτέρω ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 8.363/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ