Αριθμός 364/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Θεοδώρα Γκοϊνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2006, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ....., περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 442/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Με πολιτικώς ενάγοντα τον X1. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14.11.2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2068/2005. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου με αριθμό 220/17.5.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 § 1 του ΚΠΔ, την υπ' αριθ. 32/14-11-2005 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης....., κατά του υπ' αριθ. 442/24-10-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και εκθέτω τα εξής: Ι.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιώς, με υπ' αριθ. 379/2003 βούλευμά του, παρέπεμψε την ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη.....στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση (άρθρα 13 εδ. στ΄, 98 §§ 1 & 2 και 386 §§ 1 & 3α του ΠΚ, όπως η παρ.1 του άρθρου 98 αριθμήθηκε και η παρ.2 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και όπως το εδάφιο α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 386 ΠΚ προστέθηκε με το άρθρο 14 § 4 του Ν. 2721/1999), την οποία φέρεται ότι διέπραξε με περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995 και κατά τη διάρκεια του Πάσχα του έτους 2000 στην ...και κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2001 στον Πειραιά, εις βάρος του εγκαλούντος X1. Κατά του ως άνω παραπεμπτικού βουλεύματος, η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε την υπ' αριθ. 72/2003 εμπρόθεσμη και νομότυπη έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. 161/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο έγινε τυπικώς και εν μέρει και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας και: α) έπαυσε οριστικώς λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη για ορισμένες μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης (τις φερόμενες ως τελεσθείσες στην ....κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995, από τις οποίες φερόταν ως ζημιωθείσα η περιουσία του εγκαλούντος με τα χρηματικά ποσά των 3.500.000, 1.500.000 και 900.000 δρχ. αντίστοιχα), β) κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για μία μερικότερη πράξη απάτης κατ' εξακολούθηση (τη φερόμενη ως τελεσθείσα στον Πειραιά κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2001, από την οποία φερόταν ως ζημιωθείσα η περιουσία του εγκαλούντος με το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δρχ.), και γ) κρίθηκε ότι ορθώς είχε παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του ως άνω Εφετείου για τις λοιπές μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης και επικυρώθηκε ως προς αυτές το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά των παραπεμπτικών γι' αυτήν κεφαλαίων του υπ' αριθ. 161/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, άσκησε η αναιρεσείουσα την υπ' αριθ. 19/2003 εμπρόθεσμη και νομότυπη αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 550/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε το προσβληθέν με την αναίρεση αυτή βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (εκ παραδρομής ως προς όλα τα κεφάλαιά του και όχι μόνο ως προς τα παραπεμπτικά για την αναιρεσείουσα) και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές. Εισήχθη, κατόπιν τούτου, εκ νέου η υπόθεση προς συζήτηση μετά της κατά νόμο προτάσεως του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς στο παραπάνω Συμβούλιο Εφετών και εκδόθηκε επ' αυτής το υπ' αριθ. 442/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η υπ' αριθ. 72/2003 έφεση της αναιρεσείουσας κατά του υπ' αριθ. 379/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, επικυρώθηκε δε το βούλευμα αυτό ως προς όλες τις διατάξεις του (και ως προς εκείνες για τις οποίες είχε προηγουμένως αποφανθεί το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς με το αναιρεθέν υπ' αριθ. 161/2003 βούλευμα να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη και να μη γίνει κατ' αυτής κατηγορία), αφού προηγουμένως διορθώθηκε αυτεπαγγέλτως ως προς ορισμένα σημεία του. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος (υπ' αριθ. 442/2005) στρέφεται ήδη η αναιρεσείουσα .....με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπροθέσμως, νομοτύπως και παραδεκτώς από δικαιούμενο σε άσκηση αναιρέσεως πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 463, 465 § 1, 473 § 1, 474 § 1 και 482 § 1 εδ.α΄ του ΚΠΔ, όπως η παρ.1 του άρθρου 482 αντικ. με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 3160/2003, καθόσον α) ασκήθηκε η παραπάνω αίτηση αναιρέσεως στις 14-11-2005, με δήλωση της ιδίας (αναιρεσείουσας) ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Πειραιώς, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. 32/14-11-2005 έγκυρη έκθεση, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον σύνοικο και ενήλικο θείο της .....στις 4-11-2005, αφού δεν βρέθηκε τότε η ίδια στην κατοικία της, και β) διαλαμβάνονται στην αίτηση αυτή σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα εκείνοι της απόλυτης ακυρότητας, της υπερβάσεως εξουσίας, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως (άρθρο 484 § 1 περ. α΄, β΄, δ΄ και στ΄ ΚΠΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 171 § 1 εδ. α΄ του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις του καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστικού συμβουλίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα για κακή σύνθεσή του, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 περ. α΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως και λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη. Εξάλλου, ούτε από τα άρθρα 14 § 3, 485 § 1, 519 και 523 του ΚΠΔ, ούτε από άλλη διάταξη νόμου, προκύπτει ότι συνιστά κακή σύνθεση του μετ' αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου η υποβολή σχετικής προτάσεως και συμμετοχή σ' αυτό του εισαγγελέως, που είχε υποβάλει και την πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκδώσει το αναιρεθέν βούλευμα (ΑΠ 1744/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 704). Εξάλλου, υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ΄ του ΚΠΔ, όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία την οποία έχει μεν γενικώς, δεν συνέτρεχαν όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την άσκησή της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το Συμβούλιο Εφετών, ενώ επελήφθη άπαξ του ασκηθέντος ενδίκου μέσου κατά βουλεύματος και απεφάνθη επί της ουσίας, ήθελε προβεί στην εκ νέου εξέταση μαζί με τα προσβληθέντα δι' αναιρέσεως και ακολούθως αναιρεθέντα κεφάλαια του βουλεύματος του δευτεροβαθμίου συμβουλίου και των κεφαλαίων αυτού που δεν προσβλήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως και, επομένως, θα είχαν καταστεί αμετάκλητα, εάν δεν είχαν αναιρεθεί εκ παραδρομής με την υπ' αριθ. 550/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου (πρβλ. ΑΠ 141/1966 ΠΧρ. ΙΣΤ΄ σελ. 331). Περαιτέρω, υπάρχει έλλειψη της από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 484 § 1 δ΄ του ΚΠΔ, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Επίσης δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 του ΚΠΔ (ΑΠ 1/2005 Ολομέλεια σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 781). Η αιτιολογία δ' αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα των πράξεων, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιόποινου ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι είναι σαφείς και ορισμένοι, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι και δεν υπάρχει υποχρέωση αιτιολογίας για την απόρριψή τους (ΑΠ 698/2004 ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 239). Τέλος, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 περ. β΄ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 2002/2002 ΠΧρ. ΝΓ΄ σελ. 734, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.). ΙΙ.- Kατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του Ποινικού Κώδικα, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 11 του ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, και μετά τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 με το άρθρο 14 § 4 του ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και πρέπει να εφαρμόζεται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της απάτης υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του (βλ. ΑΠ 573/2003 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 123, ΑΠ 692/2000 σε Συμβούλιο, ΠΧρ. ΝΑ΄ σελ. 47 κ.λπ.). Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση, όμως, της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 § 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού (ΑΠ 17/2004 ΠΧρ. ΝΔ΄ σελ. 594). Ενταύθα πρέπει να σημειωθεί ότι ως επιεικέστερος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 § 1 του ΠΚ, θεωρείται ο νόμος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις στη συγκεκριμένη περίπτωση (in concreto) λαμβανόμενος στο σύνολο των διατάξεών του, αφού δεν συγχωρείται διαχωρισμός των ευμενέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων από τον κάθε ένα εκ των παραπάνω νόμων, γιατί με τον τρόπο αυτό καταρτίζεται από το δικαστή ίδιος νόμος κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 26, 73 επ.) περί διακρίσεως των λειτουργιών της Πολιτείας και καταρτίσεως των νόμων (ΑΠ 940/1988 ΠΧρ. ΛΗ΄ σελ. 962). ΙΙΙ.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 442/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα .....στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί για το αξιόποινο αδίκημα της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ' είδος στο προβαλλόμενο βούλευμα και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη-εκκαλούσα ....διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον εγκαλούντα x1 από το καλοκαίρι του 1994. Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο του 1995 μέχρι και το μήνα Αύγουστο του ιδίου έτους εκμεταλλευόμενη την ως άνω σχέση της και την ερωτική έλξη που ασκούσε στον εγκαλούντα, αλλά και την επιθυμία αυτού, ως έχοντος οικονομική άνεση από την εργασία του και την παραμονή του στην Αμερική, να επενδύσει τα χρήματά του κατά τον πιο προσοδοφόρο τρόπο, τον έπεισε ότι είχε τις κατάλληλες υψηλές γνωριμίες, με τις οποίες μπορούσε να διαμεσολαβήσει και να αγοράσει για λογαριασμό του διάφορα ακίνητα από πλειστηριασμούς, που λάμβαναν χώρα με επίσπευση του Ελληνικού Δημοσίου εις βάρος οφειλετών του. Για να τον πείσει μάλιστα ότι οι αγορές αυτές ήταν εφικτές, του ανέφερε ότι θα εκμεταλλευόταν την ιδιότητά της ως υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών και τη δήθεν γνωριμία της με τον Υπουργό Οικονομικών ......, καθώς και τις γνωριμίες ενός κουμπάρου της με υψηλά ισταμένους αξιωματούχους και πολιτικούς. Με τον τρόπο αυτόν και επί τη προόψει γάμου του με την κατηγορουμένη, πείστηκε ο εγκαλών από τις παραστάσεις της μέλλουσας συζύγου του και κατέβαλε σ' αυτήν, σε τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως του ιδίου και σε διαταγή του, τις οποίες οπισθογράφησε, από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον αδελφό του Z1 στην Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS", τα κάτωθι ποσά: α) Τον Μάιο του 1995, ποσό 8.200.000 δρχ. ή 24.054, 56 ευρώ, για την αγορά από πλειστηριασμό μίας μεζονέτας στην οδό .... στην ... Αττικής, επιφανείας 102 μ2, με γκαράζ και αποθήκη, β) τον Ιούνιο του 1995, ποσό 3.500.000 δρχ. ή 10.271,46 ευρώ, για την αγορά από πλειστηριασμό ενός γραφείου στη ...., στο εμπορικό κέντρο "...." στον ....., γ) τον Ιούλιο του 1995, ποσό 1.500.000 δρχ. ή 4.402,05 ευρώ, για την αγορά από πλειστηριασμό ενός γραφείου στην οδό ...στην Αθήνα, και δ) τον Αύγουστο του 1995, ποσό 900.000 δρχ. ή 2.641,23 ευρώ, προκειμένου ν πληρωθεί ο φόρος μεταβίβασης του ακινήτου επί της οδού ..... Εκ των υστέρων, όμως, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν η κατηγορουμένη υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, ούτε διέθετε τις γνωριμίες που ισχυρίσθηκε ότι είχε και, συνεπώς, δεν είχε τη δυνατότητα διαμεσολάβησης, επιρροής και αγοράς των ως άνω ακινήτων, αλλ' ήταν απλή υπάλληλος ναυτιλιακής εταιρείας στον Πειραιά. Έτσι, καίτοι εισέπραξε τμηματικά το συνολικό ποσό των 14.100.000 δρχ. ή 41.379,31 ευρώ, ουδέποτε προέβη στις αγορές των ακινήτων που υποσχέθηκε ότι θα προβεί με τα παραπάνω χρήματα, τα οποία προορίζονταν μόνο για αγορές τέτοιων ακινήτων, αποκομίσασα ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος. Στις σχετικές ερωτήσεις του εγκαλούντος για την μη πραγματοποίηση των προαναφερόμενων αγορών, η κατηγορουμένη προφασίσθηκε ότι υπάρχει μία εμπλοκή στη διαδικασία, τον διαβεβαίωνε όμως συνεχώς ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, γιατί τα ως άνω ακίνητα βρίσκονται ήδη σε διαδικασία μεταβίβασης. Από το μήνα Δεκέμβριο του 1995 η κατηγορουμένη άρχισε να απομακρύνεται από τον εγκαλούντα, προφασιζόμενη ότι ήθελε να ζήσει μόνη της για ένα χρονικό διάστημα. Όμως, από τις αρχές του 1996 μέχρι το 1999, χρησιμοποιώντας αυτή διάφορες δικαιολογίες, τον διαβεβαίωνε ότι η σχέση τους δεν έχει τελειώσει και συνέχιζε να τον παραπλανά, λέγοντάς του ότι η εμπλοκή που υπήρχε στο θέμα της μεταβίβασης των ως άνω ακινήτων, συνέχιζε να υφίσταται λόγω της αλλαγής στην ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Όταν πλέον ο εγκαλών αντελήφθη ότι ούτε μεταβίβαση των ακινήτων ήταν δυνατόν να γίνει, αλλ' ούτε και επιστροφή των χρημάτων του ήταν ορατή, άρχισε να πιέζει την εκκαλούσα για την επιστροφή των χρημάτων του και εκείνη του υποσχέθηκε, περί τα τέλη του έτους 1999, ότι θα του μεταβιβάσει άνευ ανταλλάγματος ένα ακίνητο κείμενο στην ....(....), που απετελείτο από ένα κατάστημα επιφανείας 90 μ2 και μία κατοικία επιφανείας 35 μ2, που ανήκε κατά κυριότητα σ'αυτήν και σε ένα θείο της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, προκειμένου να εξοφλήσει τα οφειλόμενα στον εγκαλούντα. Το Πάσχα του έτους 2000, η κατηγορουμένη, συνεχίζοντας τις ψευδείς παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσει (παράνομο) περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς προς τον X1, ότι για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου της ...., πρέπει να εξοφληθεί οφειλή 500.000 δρχ. ή 1467,35 ευρώ, που βάρυνε το ακίνητο, με αποτέλεσμα να τον πείσει να της καταβάλει το ποσό αυτό, προκειμένου να καταστεί εφικτή η μεταβίβαση. Τον Ιούλιο του 2001 η εκκαλούσα του ζήτησε 1.000.000 δρχ. ή 2.934,70 ευρώ, για να καλύψει υποτιθέμενες ανάγκες του γιου της και ο εγκαλών της κατέβαλε το εν λόγω ποσό. Κατά τον Αύγουστο του 2001 η κατηγορουμένη έπεισε τον εγκαλούντα να της καταβάλει το ποσό των 400.000 δρχ. ή 1.173,88 ευρώ, για να πληρωθεί δήθεν τέλος Ακίνητης Περιουσίας του υπό μεταβίβαση ακινήτου της .... και λίγο αργότερα κατά τον ίδιο μήνα, τον έπεισε να της καταβάλει το ποσό των 380.000 δρχ. ή 1.115,19 ευρώ, για δήθεν πληρωμή λοιπών εξόδων σχετικών με την ως άνω μεταβίβαση. Στα πλαίσια της απατηλής συμπεριφοράς της για να εμφανισθεί η κατηγορουμένη ως αξιόπιστη και φερέγγυα και προκειμένου να πείσει τον εγκαλούντα να της καταβάλει το ποσό του 1.000.000 δρχ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 έδωσε σ' αυτόν κοσμήματα, που του τα εμφάνισε ως αληθινά και ακριβά, τα οποία όμως εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ήταν ψεύτικα. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι έδωσε εντολή στη συμβ/φο Πειραιώς .....να συντάξει πληρεξούσιο μεταβίβασης ακινήτου, στο οποίο θα υπέγραφε ο θείος της, μόλις αυτή θα παραλάμβανε τα χρήματα. Όμως, η ίδια έλαβε τα χρήματα και εξαφανίσθηκε. Όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, από την (ανώμοτη) κατάθεση του εγκαλούντος (και πολιτικώς ενάγοντος) X1 και επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις του Z1 , αδελφού του εγκαλούντος, της Ψ1 και του Ψ2, φίλων του ζεύγους των διαδίκων. Στις 30-7-2002 οι διάδικοι υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και διακανονισμού χρέους. Από το εν λόγω συμφωνητικό προκύπτει η ανεπιφύλακτη αναγνώριση από την κατηγορουμένη του χρέους, το οποίο ο εγκαλών ".. εκ λόγων επιεικείας και ανθρωπισμού περιόρισε ...", όπως ρητώς αναγράφεται σ'αυτό. Παρά ταύτα η κατηγορουμένη στην από 2-6-2002 απολογία της ενώπιον του Β΄ Ανακριτή, ισχυρίσθηκε ότι τα χρήματα της δόθηκαν ως δωρεά χωρίς πρόθεση αναζήτησης. Το δε γεγονός ότι ο εγκαλών, αφού εξαπατήθηκε και έδωσε το μεγαλύτερο μέρος του ποσού μέχρι τέλους του 1995, κατά τα προεκτεθέντα, στη συνέχεια και συγκεκριμένα κατά το διάστημα από το 1996 μέχρι το 2001 εξακολούθησε να καταβάλλει στην κατηγορουμένη διάφορα μικροποσά για τη διεκπεραίωση της μεταβίβασης προς αυτόν του κειμένου στην ....ακινήτου της είναι απολύτως λογικό, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ίδια, διότι είναι προφανές ότι αυτός επεδίωκε να ολοκληρωθεί η ως άνω μεταβίβαση, ώστε να καλύψει ή να περιορίσει τη σημαντική ζημία που ήδη είχε υποστεί. Επίσης, ναι μεν τα καταβαλλόμενα κάθε φορά ποσά δεν αντιστοιχούσαν στην αξία των εκπλειστηριαζόμενων ακινήτων, πλην όμως αυτό δεν οδηγεί αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι οι παροχές αυτές του εγκαλούντος ήταν δώρα ή δάνεια προς αυτήν, όπως διατείνεται η εκκαλούσα, δεδομένου ότι είναι γνωστό ότι στους πλειστηριασμούς του Δημοσίου τα εκπλειστηριαζόμενα ακίνητα εκποιούνται σε ευτελείς τιμές σε σχέση με την πραγματική αξία τους, ο δε εγκαλών έδινε κάθε φορά τα ποσά που του ζητούσε η κατηγορουμένη, η οποία αφενός μεν του παρουσίαζε, για να τον δελεάσει, τις περιπτώσεις των πλειστηριασμών ως εξαιρετική ευκαιρία να αποκτήσει ακίνητα σε χαμηλή τιμή και αφετέρου του ζητούσε όχι το σύνολο του πλειστηριάσματος, αλλά προκαταβολές, για να αρχίσει, υποτίθεται, η άγνωστη στον εγκαλούντα διαδικασία αγοράς των ακινήτων αυτών με διαμεσολάβηση αυτής και τρίτων. Ότι η πράξη της κατηγορουμένης τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια προκύπτει από το ότι η εκκαλούσα έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθ. 27.649/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση επτά (7) μηνών για απάτη και έχει, επίσης, παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς για άλλη απάτη τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έγκλημα για το οποίο μάλιστα έχει κρατηθεί προσωρινώς επί 8 μήνες. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και τον εντεύθεν προκύπτοντα σκοπό της εκκαλούσας προς πορισμό εισοδήματος. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη όλων των μερικοτέρων αξιοποίνων πράξεων κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση και για τον λόγο αυτόν απέρριψε την υπ' αυτής ασκηθείσα κατά του υπ' αριθ. 379/2003 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε το βούλευμα αυτό ως προς όλες τις διατάξεις του, το οποίο διόρθωσε αυτεπαγγέλτως στα εξής σημεία: Στο 4ο φύλλο σελ. α΄ 10ο στίχο, στο 5ο φύλλο σελ. β΄ 23ο στίχο και στο 10ο φύλλο σελ. α΄ 10ο στίχο, η αναφερόμενη στην επί μέρους πράξη του Ιουλίου 2001 πρόταση αντικαθίσταται ως εξής: "... Τον Ιούλιο του 2001 στον Πειραιά, προκειμένου να πείσει τον εγκαλούντα να της καταβάλει ποσό 1.000.000 δρχ. (ή 2.934,70 ευρώ) για δήθεν ανάγκες του γιου της, παρέδωσε σ' αυτόν ως ενέχυρο, κοσμήματα ψεύτικα μικρής αξίας, παριστώντας σ' αυτόν ψευδώς ότι είναι αληθινά και πολλαπλασίας αξίας, με αποτέλεσμα να τον πείσει να της καταβάλει το ως άνω ποσό". IV.- Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, καθ' υπέρβαση εξουσίας έκρινε, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης τέλεση, αφενός μεν των τριών μερικοτέρων πράξεων κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ως τελεσθείσες από αυτήν στην ....κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995 και από τις οποίες φέρεται ως ζημιωθείσα η περιουσία του εγκαλούντος X1 με τα χρηματικά ποσά των 3.500.000, 1.500.000 και 900.000 δρχ. αντίστοιχα, αφετέρου δε της μιας μερικότερης πράξεως κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, η οποία φέρεται ως τελεσθείσα από αυτήν στον Πειραιά κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2001 και από την οποία φέρεται ως ζημιωθείσα η περιουσία του ιδίου εγκαλούντος με το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δρχ. και επικύρωσε και ως προς αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα, καθόσον α) οι τρεις πρώτες από τις ως άνω μερικότερες πράξεις απάτης είχαν χαρακτηρισθεί ήδη με το υπ'αριθ. 161/2003 βούλευμα του ιδίου Συμβουλίου Εφετών ως πλημμελήματα και είχε παύσει οριστικώς, ως προς αυτές, η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, β) η τέταρτη των ως άνω μερικοτέρων πράξεων απάτης είχε χαρακτηρισθεί με το ως άνω βούλευμα ως πιθανό δάνειο και είχε αποφανθεί γι' αυτήν το ίδιο Συμβούλιο Εφετών να μη γίνει κατηγορία κατά της αναιρεσείουσας, και γ) αναιρέθηκαν εκ παραδρομής οι διατάξεις αυτές του υπ' αριθ. 161/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς με την υπ' αριθ. 550/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί της υπ' αριθ. 19/13-6-2003 αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας και συνεπώς στρεφόταν στην πραγματικότητα μόνο κατά των παραπεμπτικών για την τελευταία διατάξεων του βουλεύματος αυτού. Είναι, επομένως, βάσιμος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. στ΄ λόγος αναιρέσεως και πρέπει κατά παραδοχή του να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθ' ο μέρος στρέφεται αυτή κατά των προαναφερόμενων τεσσάρων (4) μερικοτέρων πράξεων απάτης κατ' εξακολούθηση, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τις πράξεις αυτές και να παύσει οριστικά η κατά της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις τρεις (3) πρώτες εξ αυτών, ενώ για την τέταρτη τούτων να αποφανθεί το Δικαστήριό Σας (σε συμβούλιο) ότι δεν πρέπει να γίνει κατ' αυτής κατηγορία. Καθόσον αφορά, όμως, τις υπόλοιπες μερικότερες πράξεις κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ως τελεσθείσες από την αναιρεσείουσα κατά το μήνα Μάιο του έτους 1995 και κατά τη διάρκεια του Πάσχα του έτους 2000 στην ...και κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2001 στον Πειραιά και από τις οποίες φέρεται ως ζημιωθείσα η περιουσία του εγκαλούντος X1 με τα επί μέρους χρηματικά ποσά των 8.200.000, 500.000, 400.000 και 380.000 δρχ. και το συνολικό ποσό των 9.480.000 δρχ. ή 27.820,98 ευρώ, διέλαβε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο αυτό ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Εξάλλου, είναι αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο αυτής της επιβαρυντικής περίστασης της τελέσεως της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον αναφέρεται στο τέλος της πρώτης σελίδας του 9ου φύλλου του προσβαλλόμενου βουλεύματος η ακόλουθη αιτιολογία: "...η εκκαλούσα έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθ. 27.649/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση επτά (7) μηνών για απάτη και έχει, επίσης, παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς για άλλη απάτη τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έγκλημα για το οποίο μάλιστα έχει κρατηθεί προσωρινώς επί 8 μήνες. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και τον εντεύθεν προκύπτοντα σκοπό της εκκαλούσας προς πορισμό εισοδήματος", με την οποία θεμελιώνεται πλήρως και αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η παραπάνω επιβαρυντική περίσταση. Περαιτέρω, προσδιορίζονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα κατ' είδος όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία κατηγορουμένης), τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, ενώ από το γεγονός ότι εξαίρονται σε άλλο σημείο του ορισμένα από αυτά δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπόλοιπα. Είναι, συνεπώς, αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν ελήφθη υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε από το παραπάνω Συμβούλιο η από 19-3-2002 ένορκη κατάθεση της συμβ/φου Πειραιώς ...., η οποία εξετάσθηκε στις 19-3-2002 ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς, καθόσον συμπεριλαμβάνεται και αυτή στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα στην κατηγορία των "καταθέσεων μαρτύρων", ενώ από το γεγονός ότι στη δεύτερη σελίδα του 8ου φύλλου του προσβαλλόμενου βουλεύματος γίνεται ιδιαίτερη μνεία των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων (Z1, Ψ1και Ψ2), δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν ελήφθη υπόψη και η κατάθεση της μάρτυρος ...., όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον οι μάρτυρες αυτοί επιβεβαιώνουν την τέλεση της διωγμένης πράξεως κακουργηματικής απάτης, σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος ...., η οποία έχει αντίθετο περιεχόμενο και η οποία ελήφθη μεν υπόψη και συνεκτιμήθηκε, αλλά δεν έγινε αποδεκτό το περιεχόμενό της από το συγκεκριμένο Συμβούλιο. Τέλος, είναι αβάσιμη και εντεύθεν απορριπτέα η αιτίαση της αναιρεσείουσας περί κακής συνθέσεως του εκδώσαντος το προσβαλλόμενο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, η οποία συνίσταται στο ότι ο ίδιος Εισαγγελέας Εφετών Ιωάννης Τσαγκουρνής, υπέβαλε πρόταση επί της ουσίας στο παραπάνω δικαστικό συμβούλιο, αν και είχε υποβάλει τέτοια πρόταση και προς το δικαστικό συμβούλιο που εκδώσει το αναιρεθέν βούλευμα, αφού δεν συνιστά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, συνιστά κακή σύνθεση του μετ' αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου η υποβολή σχετικής προτάσεως και συμμετοχή σ' αυτό του εισαγγελέα, ο οποίος είχε υποβάλει προς το ίδιο δικαστικό συμβούλιο και την πρόταση, επί της οποίας εκδόθηκε το αναιρεθέν βούλευμα (ΑΠ 1744/2004 σε Συμβούλιο ΠΧρ. ΝΕ΄ σελ. 704). Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι 1ος, 3ος και 4ος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται το προσβαλλόμενο βούλευμα για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομίμου βάσεως. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: 1) Να αναιρεθεί εν μέρει το υπ' αριθ. 442/24-10-2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και δη μόνο ως προς τις τρεις (3) μερικότερες πράξεις κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ότι διαπράχθηκαν από την αναιρεσείουσα ......κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995 και από τις οποίες φέρεται ως ζημιωθείσα η περιουσία του εγκαλούντος X1με τα χρηματικά ποσά των 3.500.000, 1.500.000 και 900.000 δρχ. αντίστοιχα, καθώς και ως προς τη μία μερικότερη πράξη κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, η οποία φέρεται ότι διαπράχθηκε από την ίδια ως άνω αναιρεσείουσα στον Πειραιά κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2001 και από την οποία φέρεται ως ζημιωθείσα η περιουσία του ιδίου εγκαλούντος με το χρηματικό ποσό του 1.000.000 δρχ., και να παύσει οριστικά για τις τρεις (3) πρώτες από τις παραπάνω πράξεις η ασκηθείσα κατά της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, ενώ για την τέταρτη να αποφανθεί το Δικαστήριό Σας (σε Συμβούλιο) ότι δεν πρέπει να γίνει κατ' αυτής κατηγορία. και 2) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπ' αριθ. 32/14-11-2005 αίτηση αναιρέσεως της .....για αναίρεση του υπ' αριθ. 442/24-10-2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Αθήνα, 8 Μαΐου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνος Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3, 171 παρ. 1 εδ. α', 485 παρ. 1, 519 και 523 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι δεν υπάρχει κακή σύνθεση του μετ' αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου όταν συμμετέχει σ' αυτό, υποβάλλων σχετική πρόταση, ο Εισαγγελέας που είχε υποβάλει την πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκδώσει το αναιρεθέν βούλευμα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου Εφετών Πειραιώς που εξέδωσε το προσβαλλόμενο 442/2005 βούλευμα, λόγω του ότι συμμετείχε σ' αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Ιωάννης Τσαγκουρνής, ο οποίος υπέβαλε την πρόταση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο που είχε εκδώσει το αναιρεθέν 161/2003 βούλευμα, είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί. Υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος κατ' άρθρο 484 παρ. 1 περ. στ' ΚΠοινΔ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος, όπως συμβαίνει και όταν το Συμβούλιο Εφετών, μετά την αναίρεση προηγουμένου βουλεύματός του ως προς ορισμένα μόνο κεφάλαιά του και την σ' αυτό παραπομπή της υποθέσεως, επιλαμβάνεται και πάλι και των κεφαλαίων εκείνων του προηγουμένου βουλεύματός του, για τα οποία δεν είχε αυτό αναιρεθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία επισκοπούνται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο για την έρευνα αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Με το 379/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί για κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, την οποία φέρεται ότι διέπραξε με περισσότερες από μία μερικότερες πράξεις κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995 και κατά τη διάρκεια του Πάσχα του έτους 2000 στην ....και κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 2001 στον Πειραιά, σε βάρος του X1. Κατά του βουλεύματος αυτού η ήδη αναιρεσείουσα κατηγορουμένη άσκησε την από 14.3.2003 έφεση (αριθ. εκθ. 72/2003), επί της οποίας εκδόθηκε το 161/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση αυτή και ειδικότερα α) έπαυσε οριστικώς, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη για ορισμένες μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης επειδή χαρακτηρίσθηκαν ως πλημμελήματα (τις φερόμενες ως τελεσθείσες στην .....κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995, από τις οποίες φέρεται ζημιωθείς ο ανωτέρω X1 κατά τα ποσά των 3.500.000, 1.500.000 και 900.000 δρχ., αντιστοίχως) και β) κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία για μία μερικότερη πράξη απάτης (τη φερόμενη ως τελεσθείσα στον Πειραιά κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 από την οποία φέρεται ζημειωθείς ο αυτός X1 κατά το ποσόν των 1.000.000 δρχ.). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ορθώς είχε παραπεμφθεί η αναιρεσείουσα στο ακροατήριο του ως άνω Εφετείου για τις λοιπές μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση απάτης, ως προς τις οποίες απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και επικυρώθηκε το πρωτόδικο βούλευμα. Κατά των παραπεμπτικών και μόνο κεφαλαίων του εν λόγω 161/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς άσκησε η αναιρεσείουσα την από 13.6.2003 αίτηση αναιρέσεως (αριθ. εκθ. 19/2003), επί της οποίας εκδόθηκε η 550/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο τούτο, επιληφθέν αναγκαίως μόνον κατά τα ενώπιόν του αχθέντα κεφάλαια του προσβληθέντος βουλεύματος, ανήρεσε το βούλευμα αυτό εν όλω, ήτοι κατά πάντα τα προσβληθέντα κεφάλαιά του, και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εισήχθη, ακολούθως, εκ νέου η υπόθεση στο Συμβούλιο ΕΦετών Πειραιώς, μετά της κατά νόμον προτάσεως του Εισαγγελέα, και εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 442/2005 βούλευμα του εν λόγω Συμβουλίου, με το οποίο έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η 72/14.3.2003 έφεση κατά του 379/2003 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς το οποίο και επικυρώθηκε, με την παραδοχή ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης όλων των πράξεων, για τις οποίες παραπέμφθηκε να δικασθεί με το πρωτόδικο αυτό βούλευμα. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε με το προσβαλλόμενο βούλευμά του το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, καθ' υπέρβαση εξουσίας επελήφθη και έκρινε ως προς τις μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης, οι οποίες είχαν χαρακτηρισθεί ως πλημμελήματα με το 161/2003 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου και είχε παύσει η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, καθώς και ως προς τη μερικότερη πράξη για την οποία το ίδιο Συμβούλιο, με το ίδιο βούλευμά του, είχε αποφανθεί ότι δεν πρέπει να γίνει κατά της αναιρεσείουσας κατηγορία, κεφάλαια ως προς τα οποία δεν είχε το εν λόγω βούλευμα αναιρεθεί, κατά τα ανωτέρω. Είναι βάσιμος, επομένως, ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. στ' ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως και πρέπει, κατά παραδοχήν του, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τις προαναφερθείσες τέσσερες μερικότερες πράξεις και για μεν τις τρεις από αυτές να παύσει οριστικά η ασκηθείσα κατά της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για δε την τέταρτη ν' αποφανθεί το Δικαστήριο τούτο ότι δεν πρέπει να γίνει κατ' αυτής κατηγορία, κατά το διατακτικό. Kατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 11 του ν. 2408/1996 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται αναδρομικά και για πράξεις που είχαν τελεσθεί προηγουμένως (άρθρο 2 ΠΚ), επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, μετά δε τη νέα αντικατάσταση της παραγράφου 3 του άρθρου 386 με το άρθρο 14 § 4 του ν. 2721/1999, απαιτείται επιπλέον, το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δρχ., οπότε η νεότερη αυτή διάταξη αποβαίνει ακόμη ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο και, πρέπει, να εφαρμόζεται μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ ΠΚ, όπως το εδάφιο στ΄ προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 § 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ΄ του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 § 1 του Ν. 2721/1999 και άρχισε να ισχύει από τις 3-6-1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στην περίπτωση, όμως, της απάτης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια εφαρμόζεται η παραπάνω διάταξη (του άρθρου 98 § 2 ΠΚ για το άθροισμα του ποσού) και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999, αφού ο νέος νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλεπόταν καθόλου περιορισμός ποσού. Επιεικέστερος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 2 § 1 του ΠΚ, θεωρείται εκείνος ο νόμος, επί των περισσοτέρων που ίσχυσαν από την τέλεση μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της πράξεως, ο οποίος περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανόμενος στο σύνολο των διατάξεών του, αφού δεν συγχωρείται διαχωρισμός των ευμενέστερων για τον κατηγορούμενο διατάξεων από τον κάθε ένα εκ των ανωτέρω νόμων, γιατί με τον τρόπο αυτό καταρτίζεται από το δικαστή ίδιος νόμος κατά παράβαση των συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 26, 73 επ.) περί διακρίσεως των λειτουργιών της Πολιτείας και καταρτίσεως των νόμων. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 484 § 1 δ΄ του ΚΠοινΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτό, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, σχετικά με τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αξιόποινες πράξεις, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Επίσης, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται, μόνο, να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 του ΚΠοινΔ (ΑΠ 1/2005 Ολομέλεια σε Συμβούλιο). Η αιτιολογία αυτή, πρέπει, να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό, την εξάλειψη του αξιόποινου ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι είναι σαφείς και ορισμένοι, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι και δεν υπάρχει υποχρέωση αιτιολογίας για την απόρριψή τους. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 § 1 περ. β΄ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος, υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ, εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 442/2005 βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, που το εξέδωσε, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστικό συμβούλιο ορθώς παρέπεμψε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα .....στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, προκειμένου να δικασθεί για το αξιόποινο αδίκημα της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση. Δέχθηκε, δηλαδή, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται και προσδιορίζονται κατ' είδος στο προσβαλλόμενο βούλευμα και συγκεκριμένα από τις μαρτυρικές καταθέσεις, όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και την απολογία της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η κατηγορουμένη-εκκαλούσα ......διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον εγκαλούντα X1 από το καλοκαίρι του 1994. Κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Μάιο του 1995 μέχρι και το μήνα Αύγουστο του ιδίου έτους εκμεταλλευόμενη την ως άνω σχέση της και την ερωτική έλξη που ασκούσε στον εγκαλούντα, αλλά και την επιθυμία αυτού, ως έχοντος οικονομική άνεση από την εργασία του και την παραμονή του στην Αμερική, να επενδύσει τα χρήματά του κατά τον πιο προσοδοφόρο τρόπο, τον έπεισε ότι είχε τις κατάλληλες υψηλές γνωριμίες, με τις οποίες μπορούσε να διαμεσολαβήσει και να αγοράσει για λογαριασμό του διάφορα ακίνητα από πλειστηριασμούς, που λάμβαναν χώρα με επίσπευση του Ελληνικού Δημοσίου εις βάρος οφειλετών του. Για να τον πείσει μάλιστα ότι οι αγορές αυτές ήταν εφικτές, του ανέφερε ότι θα εκμεταλλευόταν την ιδιότητά της ως υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών και τη δήθεν γνωριμία της με τον Υπουργό Οικονομικών ....., καθώς και τις γνωριμίες ενός κουμπάρου της με υψηλά ισταμένους αξιωματούχους και πολιτικούς. Με τον τρόπο αυτόν και επί τη προόψει γάμου του με την κατηγορουμένη, πείστηκε ο εγκαλών από τις παραστάσεις της μέλλουσας συζύγου του και κατέβαλε σ' αυτήν, σε τραπεζικές επιταγές, εκδόσεως του ιδίου και σε διαταγή του, τις οποίες οπισθογράφησε, από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον αδελφό του Z1 στην Τράπεζα "AMERICAN EXPRESS", τα κάτωθι ποσά: α) Τον Μάιο του 1995, ποσό 8.200.000 δρχ. ή 24.054, 56 ευρώ, για την αγορά από πλειστηριασμό μίας μεζονέτας στην οδό ......, επιφανείας 102 μ2, με γκαράζ και αποθήκη, β) τον Ιούνιο του 1995, ποσό 3.500.000 δρχ. ή 10.271,46 ευρώ, για την αγορά από πλειστηριασμό ενός γραφείου στη ....., στο εμπορικό κέντρο "....." στον ....., γ) τον Ιούλιο του 1995, ποσό 1.500.000 δρχ. ή 4.402,05 ευρώ, για την αγορά από πλειστηριασμό ενός γραφείου στην οδό ....στην Αθήνα, και δ) τον Αύγουστο του 1995, ποσό 900.000 δρχ. ή 2.641,23 ευρώ, προκειμένου ν πληρωθεί ο φόρος μεταβίβασης του ακινήτου επί της οδού ..... Εκ των υστέρων, όμως, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν η κατηγορουμένη υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, ούτε διέθετε τις γνωριμίες που ισχυρίσθηκε ότι είχε και, συνεπώς, δεν είχε τη δυνατότητα διαμεσολάβησης, επιρροής και αγοράς των ως άνω ακινήτων, αλλ' ήταν απλή υπάλληλος ναυτιλιακής εταιρείας στον Πειραιά. Έτσι, καίτοι εισέπραξε τμηματικά το συνολικό ποσό των 14.100.000 δρχ. ή 41.379,31 ευρώ, ουδέποτε προέβη στις αγορές των ακινήτων που υποσχέθηκε ότι θα προβεί με τα παραπάνω χρήματα, τα οποία προορίζονταν μόνο για αγορές τέτοιων ακινήτων, αποκομίσασα ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελος. Στις σχετικές ερωτήσεις του εγκαλούντος για την μη πραγματοποίηση των προαναφερόμενων αγορών, η κατηγορουμένη προφασίσθηκε ότι υπάρχει μία εμπλοκή στη διαδικασία, τον διαβεβαίωνε όμως συνεχώς ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, γιατί τα ως άνω ακίνητα βρίσκονται ήδη σε διαδικασία μεταβίβασης. Από το μήνα Δεκέμβριο του 1995 η κατηγορουμένη άρχισε να απομακρύνεται από τον εγκαλούντα, προφασιζόμενη ότι ήθελε να ζήσει μόνη της για ένα χρονικό διάστημα. Όμως, από τις αρχές του 1996 μέχρι το 1999, χρησιμοποιώντας αυτή διάφορες δικαιολογίες, τον διαβεβαίωνε ότι η σχέση τους δεν έχει τελειώσει και συνέχιζε να τον παραπλανά, λέγοντάς του ότι η εμπλοκή που υπήρχε στο θέμα της μεταβίβασης των ως άνω ακινήτων, συνέχιζε να υφίσταται λόγω της αλλαγής στην ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Όταν πλέον ο εγκαλών αντελήφθη ότι ούτε μεταβίβαση των ακινήτων ήταν δυνατόν να γίνει, αλλ' ούτε και επιστροφή των χρημάτων του ήταν ορατή, άρχισε να πιέζει την εκκαλούσα για την επιστροφή των χρημάτων του και εκείνη του υποσχέθηκε, περί τα τέλη του έτους 1999, ότι θα του μεταβιβάσει άνευ ανταλλάγματος ένα ακίνητο κείμενο στην ....(επί της .....), που απετελείτο από ένα κατάστημα επιφανείας 90 μ2 και μία κατοικία επιφανείας 35 μ2, που ανήκε κατά κυριότητα σ'αυτήν και σε ένα θείο της, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, προκειμένου να εξοφλήσει τα οφειλόμενα στον εγκαλούντα. Το Πάσχα του έτους 2000, η κατηγορουμένη, συνεχίζοντας τις ψευδείς παραστάσεις με σκοπό να αποκομίσει (παράνομο) περιουσιακό όφελος, παρέστησε ψευδώς προς τον X1, ότι για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του ακινήτου της ...., πρέπει να εξοφληθεί οφειλή 500.000 δρχ. ή 1467,35 ευρώ, που βάρυνε το ακίνητο, με αποτέλεσμα να τον πείσει να της καταβάλει το ποσό αυτό, προκειμένου να καταστεί εφικτή η μεταβίβαση. Τον Ιούλιο του 2001 η εκκαλούσα του ζήτησε 1.000.000 δρχ. ή 2.934,70 ευρώ, για να καλύψει υποτιθέμενες ανάγκες του γιου της και ο εγκαλών της κατέβαλε το εν λόγω ποσό. Κατά τον Αύγουστο του 2001 η κατηγορουμένη έπεισε τον εγκαλούντα να της καταβάλει το ποσό των 400.000 δρχ. ή 1.173,88 ευρώ, για να πληρωθεί δήθεν τέλος Ακίνητης Περιουσίας του υπό μεταβίβαση ακινήτου της ....και λίγο αργότερα κατά τον ίδιο μήνα, τον έπεισε να της καταβάλει το ποσό των 380.000 δρχ. ή 1.115,19 ευρώ, για δήθεν πληρωμή λοιπών εξόδων σχετικών με την ως άνω μεταβίβαση. Στα πλαίσια της απατηλής συμπεριφοράς της για να εμφανισθεί η κατηγορουμένη ως αξιόπιστη και φερέγγυα και προκειμένου να πείσει τον εγκαλούντα να της καταβάλει το ποσό του 1.000.000 δρχ. κατά μήνα Ιούλιο του 2001 έδωσε σ' αυτόν κοσμήματα, που του τα εμφάνισε ως αληθινά και ακριβά, τα οποία όμως εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι ήταν ψεύτικα. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι έδωσε εντολή στη συμβ/φο Πειραιώς ....να συντάξει πληρεξούσιο μεταβίβασης ακινήτου, στο οποίο θα υπέγραφε ο θείος της, μόλις αυτή θα παραλάμβανε τα χρήματα. Όμως, η ίδια έλαβε τα χρήματα και εξαφανίσθηκε. Όλα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν, όπως δέχεται το προσβαλλόμενο βούλευμα, από την (ανώμοτη) κατάθεση του εγκαλούντος (και πολιτικώς ενάγοντος) X1 και επιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις του Z1 , αδελφού του εγκαλούντος, της Ψ1και του Ψ2, φίλων του ζεύγους των διαδίκων. Στις 30-7-2002 οι διάδικοι υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης και διακανονισμού χρέους. Από το εν λόγω συμφωνητικό προκύπτει η ανεπιφύλακτη αναγνώριση από την κατηγορουμένη του χρέους, το οποίο ο εγκαλών ".. εκ λόγων επιεικείας και ανθρωπισμού περιόρισε ...", όπως ρητώς αναγράφεται σ'αυτό. Παρά ταύτα η κατηγορουμένη στην από 2-6-2002 απολογία της ενώπιον του Β΄ Ανακριτή, ισχυρίσθηκε ότι τα χρήματα της δόθηκαν ως δωρεά χωρίς πρόθεση αναζήτησης. Το δε γεγονός ότι ο εγκαλών, αφού εξαπατήθηκε και έδωσε το μεγαλύτερο μέρος του ποσού μέχρι τέλους του 1995, κατά τα προεκτεθέντα, στη συνέχεια και συγκεκριμένα κατά το διάστημα από το 1996 μέχρι το 2001 εξακολούθησε να καταβάλλει στην κατηγορουμένη διάφορα μικροποσά για τη διεκπεραίωση της μεταβίβασης προς αυτόν του κειμένου στην ....ακινήτου της είναι απολύτως λογικό, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ίδια, διότι είναι προφανές ότι αυτός επεδίωκε να ολοκληρωθεί η ως άνω μεταβίβαση, ώστε να καλύψει ή να περιορίσει τη σημαντική ζημία που ήδη είχε υποστεί. Επίσης, ναι μεν τα καταβαλλόμενα κάθε φορά ποσά δεν αντιστοιχούσαν στην αξία των εκπλειστηριαζόμενων ακινήτων, πλην όμως αυτό δεν οδηγεί αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι οι παροχές αυτές του εγκαλούντος ήταν δώρα ή δάνεια προς αυτήν, όπως διατείνεται η εκκαλούσα, δεδομένου ότι είναι γνωστό ότι στους πλειστηριασμούς του Δημοσίου τα εκπλειστηριαζόμενα ακίνητα εκποιούνται σε ευτελείς τιμές σε σχέση με την πραγματική αξία τους, ο δε εγκαλών έδινε κάθε φορά τα ποσά που του ζητούσε η κατηγορουμένη, η οποία αφενός μεν του παρουσίαζε, για να τον δελεάσει, τις περιπτώσεις των πλειστηριασμών ως εξαιρετική ευκαιρία να αποκτήσει ακίνητα σε χαμηλή τιμή και αφετέρου του ζητούσε όχι το σύνολο του πλειστηριάσματος, αλλά προκαταβολές, για να αρχίσει, υποτίθεται, η άγνωστη στον εγκαλούντα διαδικασία αγοράς των ακινήτων αυτών με διαμεσολάβηση αυτής και τρίτων. Ότι η πράξη της κατηγορουμένης τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια προκύπτει από το ότι η εκκαλούσα έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθ. 27.649/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση επτά (7) μηνών για απάτη και έχει, επίσης, παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς για άλλη απάτη τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έγκλημα για το οποίο μάλιστα έχει κρατηθεί προσωρινώς επί 8 μήνες. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και τον εντεύθεν προκύπτοντα σκοπό της εκκαλούσας προς πορισμό εισοδήματος. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, έκρινε ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις περί της τελέσεως από την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη όλων των μερικοτέρων αξιοποίνων πράξεων κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση για τις οποίες είχε παραπεμφθεί να δικασθεί με το 379/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς ως προς τις υπόλοιπες (πλην των ανωτέρω για τις οποίες κρίθηκε ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα πρέπει να αναιρεθεί) μερικότερες πράξεις της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ως τελεσθείσες από την αναιρεσείουσα κατά το μήνα Μάιο του έτους 1995 και κατά τη διάρκεια του Πάσχα του έτους 2000 στην ....και κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2001 στον Πειραιά και από τις οποίες φέρεται ως ζημιωθείσα η περιουσία του εγκαλούντος X1με τα επιμέρους χρηματικά ποσά των 8.200.000, 500.000, 400.000 και 380.000 δρχ. και το συνολικό ποσό των 9.480.000 δρχ. ή 27.820,98 ευρώ, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται στο βούλευμα αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε το Συμβούλιο αυτό ότι υπάρχουν αποχρώσες (σοβαρές) ενδείξεις για την παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά στις ανωτέρω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και ερμήνευσε και τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν έχει το προσβαλλόμενο βούλευμα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφορικά με τη συνδρομή στο πρόσωπο αυτής της επιβαρυντικής περιστάσεως της τελέσεως της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, είναι αβάσιμη, καθόσον αναφέρεται στο τέλος της πρώτης σελίδας του 9ου φύλλου του προσβαλλόμενου βουλεύματος η ακόλουθη αιτιολογία: "...η εκκαλούσα έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθ. 27.649/1989 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών σε φυλάκιση επτά (7) μηνών για απάτη και έχει, επίσης, παραπεμφθεί στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς για άλλη απάτη τελεσθείσα κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, έγκλημα για το οποίο μάλιστα έχει κρατηθεί προσωρινώς επί 8 μήνες. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την επανειλημμένη τέλεση της πράξης και τον εντεύθεν προκύπτοντα σκοπό της εκκαλούσας προς πορισμό εισοδήματος", με την οποία θεμελιώνεται πλήρως και αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η παραπάνω επιβαρυντική περίσταση. Ακόμη, προσδιορίζονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα, κατ' είδος, όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα της δικογραφίας και απολογία κατηγορουμένης), τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, ενώ από το γεγονός ότι εξαίρονται σε άλλο σημείο του ορισμένα από αυτά δεν συνάγεται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα υπόλοιπα. Είναι, συνεπώς, αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν ελήφθη υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε από το παραπάνω Συμβούλιο η από 19-3-2002 ένορκη κατάθεση της συμβ/φου Πειραιώς ...., η οποία εξετάσθηκε στις 19-3-2002 ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Πειραιώς, καθόσον συμπεριλαμβάνεται και αυτή στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα στην κατηγορία των "καταθέσεων μαρτύρων", ενώ από το γεγονός ότι στη δεύτερη σελίδα του 8ου φύλλου του προσβαλλόμενου βουλεύματος γίνεται ιδιαίτερη μνεία των καταθέσεων ορισμένων μαρτύρων (Z1, Ψ1και Ψ2), δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν ελήφθη υπόψη και η κατάθεση της μάρτυρος ...., όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον οι μάρτυρες αυτοί επιβεβαιώνουν την τέλεση της διωγμένης πράξεως κακουργηματικής απάτης, σε αντίθεση με την κατάθεση της μάρτυρος ...., η οποία έχει αντίθετο περιεχόμενο και η οποία ελήφθη μεν υπόψη και συνεκτιμήθηκε, αλλά δεν έγινε αποδεκτό το περιεχόμενό της από το συγκεκριμένο Συμβούλιο. Επομένως, οι λοιποί λόγοι της ένδικης αιτήσεως, που πλήττουν το προσβαλλόμενο βούλευμα για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νομίμου βάσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει το 442/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και δη ως προς τις τρεις μερικότερες πράξεις κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, οι οποίες φέρονται ότι τελέσθηκαν από την αναιρεσείουσα .....στην ....κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995 και από τις οποίες φέρεται ότι ζημιώθηκε η περιουσία του X1 κατά τα χρηματικά ποσά των 3.500.000, 1.500.000 και 900.000 δρχ. αντιστοίχως, καθώς και ως προς τη μερικότερη πράξη κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, η οποία φέρεται ότι τελέσθηκε από την ως άνω αναιρεσείουσα στον Πειραιά κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 και από την οποία φέρεται ότι ζημιώθηκε η περιουσία του ίδιου ως άνω X1 κατά το ποσόν των 1.000.000 δρχ. Παύει οριστικά, λόγω παραγραφής, την ασκηθείσα κατά της αναιρεσείουσας ποινική δίωξη ως προς τις τρεις μερικότερες ανωτέρω πράξεις, που φέρονται ότι τελέσθηκαν απ' αυτήν κατά τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο του έτους 1995 σε βάρος του X1. Αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά της αναιρεσείουσας για την μία μερικότερη ανωτέρω πράξη, που φέρεται ότι τελέσθηκε απ' αυτήν κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 σε βάρος του αυτού X1. Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 14 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της.....περί αναιρέσεως του 442/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2006. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ