Αριθμός 1554 /2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ν. Τ. του Π., δικηγόρου, κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρο του Χαράλαμπου Χρυσανθακόπουλου. Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στάθη Τζεφριό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Μαρτίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 959/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Σεπτεμβρίου 2010 αίτησή του ως και του από 27 Δεκεμβρίου 2011 δικογράφου προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ λόγου του κύριου δικογράφου αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα έκθεση και την απόρριψη των λοιπών του κύριου και πρόσθετου δικογράφου αναιρέσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων και ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι 1) η ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) η υπαιτιότητα, 4) η ζημία και 5) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στοιχείο, μεταξύ άλλων, για την ευδοκίμηση της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία αποτελεί η επίκληση και απόδειξη υπαίτιας συμπεριφοράς (με τη μορφή δόλου ή αμέλειας), στον ειδικότερο προσδιορισμό της οποίας προβαίνει το δικαστήριο της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων, (χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής) (ΑΠ 1013/2005). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ" ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Εξάλλου, κατά την έννοια του όρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμη, η αγωγή αυτού εναντίον του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου για την καταδίκη σε πληρωμή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου, που συνίσταται στην εκτόξευση εκ μέρους αυτού προς τον ίδιο εξυβριστικών και απειλητικών φράσεων και στην επίρριψη με πρόθεση του φορτηγού αυτοκινήτου του στο δικό του ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο και την πρόκληση στο τελευταίο αυτοκίνητο υλικών ζημιών. Ήδη ο αναιρεσείων προβάλλει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια α) του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι, αν και δέχθηκε ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ενήργησε παράνομα και υπαίτια κινούμενος αντικανονικά σε μονόδρομο με το φορτηγό αυτοκίνητο του και ότι προκλήθηκαν ζημιές στο δικό του αυτοκίνητο, αρνήθηκε την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 914 ΑΚ και απέρριψε την αγωγή του και β) του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προέλευσης των ζημιών του ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου του, τις οποίες αρνήθηκε αναιτιολόγητα να αποδώσει στην προκληθείσα από τον εναγόμενο σύγκρουση του φορτηγού αυτοκινήτου του με το δικό του αυτοκίνητο. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Την 1.4.1999 και κατά τις απογευματινές ώρες ο εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... δημόσιας χρήσης φορτηγό (βυτιοφόρο) όχημα (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), ιδιοκτησίας του και εξερχόμενος από το ευρισκόμενο επί της συμβολής των οδών …και …(περιοχή …) συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων του Ν. Γ., επιχείρησε, προτιθέμενος να κινηθεί προς την οδό …με κατεύθυνση προς Λεύκα, να πραγματοποιήσει αντικανονικό ελιγμό προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, με τη βοήθεια και την καθοδήγηση του ιδιοκτήτη του συνεργείου Ν. Γ., επί της οδού ..., η οποία είναι μονόδρομος με υποχρεωτική πορεία των οχημάτων από την Ακτή Δρυμαίων προς τη Λαχαναγορά Πατρών. Κατά τον ίδιο χρόνο και ενώ το ως άνω φορτηγό είχε σχεδόν καταλάβει καθέτως το οδόστρωμα της οδού ..., σχηματίζοντας οξεία γωνία σε σχέση με το ρυμουλκό, ο ενάγων, οδηγώντας το με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του και κινούμενος επί της οδού ... κανονικά, με κατεύθυνση από την Ακτή Δρυμαίων προς τη Λαχαναγορά Πατρών, βλέποντας το βυτιοφόρο και το Ν. Γ. να τον προειδοποιεί με κινήσεις των χεριών του να διακόψει την πορεία του, ελάττωσε μεν την ταχύτητα του οχήματος του, πλην όμως δεν διέκοψε την πορεία του, προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα στον εναγόμενο να πραγματοποιήσει τον ελιγμό του βυτιοφόρου και να κινηθεί, έστω και αντικανονικά, επί της οδού …με κατεύθυνση προς Λεύκα, αλλά συνέχισε την πορεία του φθάνοντας σε απόσταση περίπου μισού μέτρου από το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του βυτιοφόρου, παρά δε τις επανειλημμένες εκκλήσεις, τόσο του εναγομένου, όσο και του ιδιοκτήτη του συνεργείου αυτοκινήτων Ν. Γ., να πραγματοποιήσει οπισθοπορεία μερικών μέτρων, προκειμένου να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση του ελιγμού του φορτηγού (βυτιοφόρου) και να ελευθερωθεί το οδόστρωμα της οδού ..., η οποία εν τω μεταξύ είχε καταληφθεί από άλλα αυτοκίνητα, τα οποία είχαν ακινητοποιηθεί επί της ίδιας ως άνω οδού με κατεύθυνση από Ακτή δρυμαίων προς Λαχαναγορά Πατρών, καθώς και επί της οδού .., ο ενάγων, έχοντας κλειστά τα παράθυρα του αυτοκινήτου του, χωρίς να αντιδρά, αρνιόταν πεισματικά να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κίνηση. Ενόψει της άνω άρνησης του ενάγοντος, αλλά και του γεγονότος ότι είχε δημιουργηθεί επί των οδών ... και .., σειρά ακινητοποιημένων οχημάτων, οι οδηγοί των οποίων διαμαρτύρονταν, ο εναγόμενος οπισθοχώρησε για λίγα μέτρα και έτσι ελευθερώθηκε μέρος του οδοστρώματος, από το οποίο ο ενάγων συνέχισε κανονικά την πορεία του και σε μικρή απόσταση ακινητοποίησε το αυτοκίνητο του επί του δεξιού άκρου της οδού ..., οι δε οδηγοί των λοιπών ακινητοποιημένων επί των οδών ... και .., οχημάτων ανέμεναν μέχρις ότου ο εναγόμενος οδηγός του βυτιοφόρου ολοκληρώσει τον ελιγμό του προς τα αριστερά. Στη συνέχεια εισήλθε κανονικά στην οδό .., και συνέχισε κανονικά την πορεία του. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου εκ προθέσεως προσέκρουσε με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα τούτου επί του εμπρόσθιου δεξιού τμήματος του αυτοκινήτου του, προκαλώντας του υλικές ζημιές στον εμπρόσθιο δεξιό φανό, στη μάσκα και τον προφυλακτήρα, καθώς και στο καπώ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον δεν προέκυψε από το σύνολο του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού. Ειδικότερα ο ιδιοκτήτης του συνεργείου αυτοκινήτων Ν. Γ., ο οποίος παρέσχε συνδρομή στον εναγόμενο για να πραγματοποιήσει τον ως άνω παράνομο ελιγμό επί της οδού ..., εξεταζόμενος ενόρκως τόσο κατά την προανάκριση, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, στο οποίο παραπέμφθηκε ο εναγόμενος μετά από την υποβολή μήνυσης εκ μέρους του ενάγοντος για να δικαστεί για τα αδικήματα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, εξύβρισης, απειλής και βλασφημίας θείων, αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, κατά την εκδίκαση έφεσης κατά της απόφασης 5480/2005 του πρώτου ως άνω Δικαστηρίου, ρητώς και κατηγορηματικώς κατέθεσε ότι ουδεμία σύγκρουση έλαβε χώρα μεταξύ των δύο αυτοκινήτων. Επίσης η εξετασθείσα προανακριτικά, αλλά και ενώπιον των πιο πάνω ποινικών δικαστηρίων Ε. Κ., της οποίας ο εναγόμενος είναι γαμβρός, κατέθεσε μεν ότι έφθασε στον τόπο του συμβάντος κατά τη διάρκεια της εκ μέρους του εναγομένου πραγματοποιούμενης οπισθοπορείας ...δηλαδή μετά την επικαλούμενη από τον ενάγοντα πρόσκρουση του βυτιοφόρου επί του αυτοκινήτου του, πλην όμως συμπληρωματικά κατέθεσε ότι δεν έγινε καμιά σύγκρουση, καθόσον αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα υπήρχαν ίχνη επί του οδοστρώματος και ότι ο ενάγων δεν θα έμενε απαθής εντός του αυτοκινήτου του με κλειστά παράθυρα, αλλά θα εξερχόταν από αυτό για να ελέγξει αν προκλήθηκε ζημιά στο αυτοκίνητο του. Ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας του ενάγοντος Κ. Σ. δεν είχε άμεση και προσωπική αντίληψη του συμβάντος, αλλά κατέθεσε όσα του διηγήθηκε ο εξετασθείς προανακριτικά φίλος του Χ. Γ...Οι προαναφερόμενες όμως καταθέσεις του πιο πάνω μάρτυρα, λόγω της αντιφατικότητας τους δεν κρίνονται πειστικές και ικανές να ανατρέψουν την πιο πάνω εξενεχθείσα κρίση αυτού του Δικαστηρίου. Περαιτέρω προέκυψε ότι στο από 1.4.1999 ημερήσιο δελτίο οχήματος, το οποίο συνετάγη από τα αστυνομικά όργανα, τα οποία προσέτρεξαν στον τόπο του συμβάντος, κατόπιν κλήσεως του ενάγοντος, αναγράφεται ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντος έφερε εμφανώς υλικές ζημιές στο εμπρόσθιο μέρος και ιδιαίτερα στο εμπρόσθιο δεξιό φανάρι και ότι όπως δήλωσε ο ενάγων τις υλικές ζημιές τις προξένησε ο οδηγός του ... ΔΧΦ, μάρκας VOLVO. Όμως αυτό και μόνο το γεγονός δεν αρκεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου προκάλεσε από πρόθεση υλικές ζημιές στο αυτοκίνητο του ενάγοντος. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και το γεγονός ότι ουδαμώς αναφέρεται στο ως άνω δελτίο ότι ανευρεθήκαν επί του οδοστρώματος θραύσματα υάλου από το κατεστραμμένο φανάρι...". Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει με σαφήνεια και πληρότητα το αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν έλαβε χώρα σύγκρουση του φορτηγού αυτοκινήτου του εναγομένου με το αυτοκίνητο του ενάγοντος και άρα πρόκληση των επίμαχων ζημιών από τέτοια σύγκρουση. Συνακόλουθα το Εφετείο με το να κρίνει ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή επειδή δεν συνέτρεξε ζημιογόνος συμπεριφορά του εναγομένου, ως προϋπόθεση αδικοπρακτικής ευθύνης του, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση. Η μνεία, μεταξύ άλλων, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου προσέκρουσε με πρόθεση στο αυτοκίνητο του παραπέμπει απλώς και μόνο στο σχετικό αγωγικό ισχυρισμό και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι εμπεριέχει, έστω και έμμεσα, παραδοχή ή νύξη για ενδεχόμενη πρόσκρουση από αμέλεια και συνακόλουθα αμφισβήτηση του πιο πάνω κατηγορηματικού και πλήρως αιτιολογημένου πορίσματος ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια πρόσκρουση. Έτσι δεν τίθεται ζήτημα ειδικότερου προσδιορισμού από το δικαστήριο υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου με τη μορφή δόλου ή αμέλειας. Επομένως κρίνεται αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του αριθμού 1β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η παράβαση (η μη λήψη υπόψη) των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών. Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 περ. β ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ και την υπαγωγή των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών στους κανόνες αυτούς, με το να δεχθεί ότι η αναγραφή στο συνταγέν από την Αστυνομία από 1.4.1999 ημερήσιο δελτίο οχήματος (δημόσιο έγγραφο), ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντος έφερε εμφανώς υλικές ζημιές στο εμπρόσθιο μέρος και ιδιαίτερα στο εμπρόσθιο δεξιό φανάρι, τις οποίες, όπως δήλωσε ο ενάγων, προξένησε ο οδηγός του ... ΔΧΦ, μάρκας VOLVO, δεν αρκεί αυτή και μόνο να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι εναγόμενος οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου προκάλεσε από πρόθεση υλικές ζημιές στο αυτοκίνητο του ενάγοντος, άποψη υπέρ της οποίας συνηγορεί και το γεγονός ότι ουδαμώς αναφέρεται στο ως άνω δελτίο ότι ανευρέθησαν επί του οδοστρώματος θραύσματα υάλου από το κατεστραμμένο φανάρι. Όμως η πιο πάνω επικαλούμενη παράβαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του Δικαστηρίου και όχι στην ερμηνεία των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου, ούτε στην υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, μεταξύ άλλων, λήφθηκαν υπόψη και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται , σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και την απόφαση 11737/2003 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, στην οποία περιέχεται και η κατάθεση του αστυνομικού υπαλλήλου Β. Κ., με την οποία αποδίδεται κατά βάση το περιεχόμενο του από 1.4.1999 αστυνομικού δελτίου οχήματος, ειδική μνεία και αξιολόγηση του οποίου δελτίου, όπως προαναφέρθηκε, γίνεται στην απόφαση αυτή. Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα. Περαιτέρω ο πρώτος πρόσθετος λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι οι καταθέσεις στην προανάκριση και ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων της μάρτυρος Ε. Κ., τις οποίες έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Εφετείο, στερούνται αξιοπιστίας και δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το εν λόγω Δικαστήριο, ενόψει και του ότι η πιο πάνω μάρτυρας παραπέμφθηκε, ύστερα από δική του μήνυση, με κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, για να δικαστεί για ψευδορκία κατ' εξακολούθηση, είναι απαράδεκτος, διότι το γεγονός ότι η πιο πάνω μάρτυρας παραπέμφθηκε απλώς στο ποινικό δικαστήριο για να δικαστεί για ψευδορκία δεν καθιστά το εν λόγω αποδεικτικό μέσο ανεπίτρεπτο κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο είναι καθ' ύλη ν και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, ενώ στη δεύτερη χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε την αποδεικτική δύναμη του από 1.4.1999 αστυνομικού δελτίου οχήματος, το οποίο, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί πλήρη απόδειξη, ως προς την περιεχόμενη σ' αυτό βεβαίωση του αρμόδιου αστυνομικού υπαλλήλου ότι το αυτοκίνητο του (ενάγοντος) έφερε εμφανώς υλικές ζημιές στο εμπρόσθιο μέρος και ιδιαίτερα στο εμπρόσθιο δεξιό φανάρι, με το να δεχθεί ότι δεν υπήρχαν υλικές ζημιές στο εν λόγω αυτοκίνητο. Όπως, όμως, με σαφήνεια προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν αρνήθηκε την ύπαρξη υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, τις οποίες βεβαίωσε στο πιο πάνω δελτίο ο αρμόδιος αστυνομικός, που προσέτρεξε μετά το συμβάν, ύστερα από κλήση του τελευταίου, αλλά έκρινε ότι οι ζημιές αυτές δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι προκλήθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, στοιχείο για το οποίο αναγράφεται απλώς στο προαναφερόμενο δελτίο ότι δήλωσε ο ανωτέρω (ενάγων) ότι τις υλικές ζημιές τις προξένησε ο οδηγός του ... ΔΧΦ αυτοκινήτου (εναγόμενος). Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 7.9.2010 αίτηση αναίρεσης και τους 27.11.2011 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Ν. Τ. κατά της απόφασης 959/2009 του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013 Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2013 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ