Αριθμός 1765/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Θεοδώρα Γκοϊνη, Ζήση Βασιλόπουλο, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζωητό, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16371/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 571/2007. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του αν.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους εις το Υπουργείο Εργασίας υπαγομένους πάσης φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής πολιτικής, ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ή ειδικούς Λογαριασμούς, και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται........κ.λ.π. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εις αυτόν εργαζομένων, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παράγραφο 1 Οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση ........κ.λ.π. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παράγραφος 1 και 5 του αν.ν. 1846/1951 επί των παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών υποχρεούται να παρακρατεί τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα προσφέρουν την εργασία των. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία. Αντιστοίχως κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του αν.ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία......Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο. Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών οι οποίες βαρύνουν τους εργαζομένους σε αυτόν, επιπλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Για το δόλο που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν υπάρχει ανάγκη κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που προκύπτει απ' αυτήν, ο δε νόμος στην προκείμενη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου είτε αμέσου είτε ως ενδεχομένου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο), όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 16371/2006 απόφασής του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς αναφέρει αποδείχθηκαν αναφορικά με τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος εργοδότης και δη ως Πρόεδρος, Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος, κατά το καταστατικό της, εκπρόσωπος της εδρευούσης στην Κηφισιά Αττικής υπό την επωνυμία "Γ.Ε.Δ.Υ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΜΙΑΝΤΟΤΣΙΜΕΝΤΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "Γ.Ε.Δ.Υ. Α.Ε." ανωνύμου εταιρείας και άμεσος και μόνος υπεύθυνος για την πρόσληψη, απασχόληση, πληρωμή και ασφάλιση του προσωπικού της, δεν προήλθε, για το προσωπικό που απασχολήθηκε, κατά το από 1ης Αυγούστου 1999 έως και 30ης Νοεμβρίου 1999 χρονικό διάστημα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην ως άνω, από μέρους του διευθυνομένη και εκπροσωπουμένη, επιχείρηση, στην καταβολή προς το ΙΚΑ, δηλονότι τον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης, που υποχρεωτικά κάλυπτε ασφαλιστικά το προσωπικό αυτό τόσο των ιδίων της εταιρείας του -εργοδοτικών, όσο και των παρακρατηθεισών εκ μέρους του και υπό την ως άνω ιδιότητά του, προς το σκοπό αυτό, από τους εργαζομένους -εργατικών ασφαλιστικών εισφορών για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ολικού ύψους 35.404,84 και 17.702,42 ευρώ, αντιστοίχως, οι οποίες, ειδικότερα, ήταν καταβλητέες, κατά τα μερικότερα, αντιστοιχούντα σε καθένα μήνα του προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, κονδύλιά τους, εντός μηνός από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία ήτοι από 1-10-2001 και ανά πρώτη ημέρα των εφεξής μηνός και μέχρι της 2-1-2000, χρονικά σημεία στα οποία εντοπίζεται και η από μέρους του κατηγορουμένου τέλεση των αποδιδομένων σ' αυτόν αξιοποίνων πράξεων. Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά το δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο αμφοτέρων των πράξεων και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, ούτε δε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής γιατί δεν αναφέρονται σ' αυτήν ο αριθμός των απασχοληθέντων απ' αυτόν μισθωτών, ο χρόνος που απασχολήθηκε ο καθένας απ' αυτούς και τα ποσά των αμοιβών που καταβλήθηκαν σ' αυτούς, είναι αβάσιμες, γιατί όπως προαναφέρθηκε για την πληρότητα της αιτιολογίας, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, κρίσιμα περιστατικά είναι η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω η αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, επειδή το σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης ταυτίζεται με το διατακτικό της, είναι αβάσιμη, καθόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, όχι μόνον ότι το σκεπτικό αυτής περιέχει στοιχεία επιπλέον εκείνων τα οποία διαλαμβάνονται στο διατακτικό της αλλά και διότι, αυτό και μόνον το προβαλλόμενο ως άνω γεγονός δεν συνιστά έλλειψη στην αιτιολογία της απόφασης, όταν το διατακτικό της είναι αναλυτικό και πλήρης. Εξάλλου η αιτίαση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ασαφής και αντιφατική για το λόγο ότι ενώ δέχεται ότι η εργασία του απασχοληθέντος στην επιχείρησή του προσωπικού παρασχέθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-1999 έως 30-11-1999, στη συνέχεια δέχεται ότι τα εγκλήματα τελέσθηκαν απ' αυτόν αργότερα και δη την 1-10-1999 (από παραδρομή στο σκεπτικό αναφέρεται η 1-10-2001 αντί του ορθού 1-10-1999 που αναφέρεται στο διατακτικό) και 2-1-2000, είναι αβάσιμη διότι ο χρόνος κατά τον οποίο κατέστησαν απαιτητές από το ΙΚΑ οι οφειλόμενες εργοδοτικές και εργατικές εισφορές ήταν ο επόμενος μήνας από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία και στην προκείμενη περίπτωση η 1-10-1999, η 1-11-1999 και ούτω καθ' εξής μέχρι την 2-1-2000. Από τα πρακτικά τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι δεν είχε υποβληθεί στο δικαστήριο, ο αυτοτελής ισχυρισμός ότι η ανωτέρω εταιρεία που εκπροσωπούσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε κηρυχθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο σε κατάσταση πτωχεύσεως και επομένως το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει, μάλιστα αιτιολογημένα, σε ισχυρισμό που δεν είχε υποβληθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και η αναιτιολόγητη απόρριψη του φερομένου ως υποβληθέντος αυτοτελούς του κατηγορουμένου ισχυρισμού για την κήρυξη της εταιρείας του σε κατάσταση πτωχεύσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠοινΔ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιό έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της αυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων και δή α) το με αριθμό 2064/17-05-1966 ΦΕΚ, β) η από 11-07-1997 ανακοίνωση Δ/νσης Εμπορίου Ν.Α. Αττικής, γ) αντίγραφο ασφαλιστικού βιβλιαρίου ..........., δ) βεβαίωση καταβολής αποδοχών ............... και ε) η 1732/2000 απόφαση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την αναφορά των εγγράφων αυτών, εφόσον μάλιστα, δεν προκύπτει, ότι στη δικογραφία υπήρχαν και άλλα έγγραφα, φέροντα μάλιστα τον ίδιο τίτλο, αριθμό και ημερομηνία με αυτά με διαφορετικό περιεχόμενο, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων για τον προσδιορισμό τους, ενόψει και του ότι προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο και από τον συνήγορο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και συνεπώς γνώριζε το περιεχόμενό τους, ο οποίος πλέον είχε τη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15 Μαρτίου 2007 αίτηση του ....................., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 16371/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και, Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2007. Και, Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 26 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ