Αριθμός 2214/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Ι. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάκωβο Βενιέρη. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Μ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παραβάντη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 12/3/2004 αγωγή κατά του ήδη αναιρεσίβλητου λόγω συνάφειας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2011 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/11/2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 10/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, και να απορριφθούν ο δεύτερος και ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 90/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε την από 9-2-2009 έφεση του αναιρεσείοντος και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " …" κατά της 174/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή είχαν απορριφθεί οι από 12-3-2004 αγωγές του αναιρεσείοντος και της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας για την καταβολή αποζημιώσεως από την εκτέλεση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο ακυρώθηκε με τελεσίδικη απόφαση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, παραβιάζεται δε ο κανόνας αυτός αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν πρέπει, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΑΠ Ολομ. 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκή αιτιολογία ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999). Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 703 ΚΠολΔ: "Αν απορριφθεί τελεσίδικα ως αβάσιμη η αγωγή για την κύρια υπόθεση, όποιος ζήτησε να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα είναι υποχρεωμένος να καταβάλει αποζημίωση για τη ζημία που προξένησε από την εκτέλεση της απόφασης που τα διέταξε ή από την εγγύηση που δόθηκε, μόνο αν γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν υπήρχε δικαίωμα". Με την παραπάνω διάταξη θεμελιώνεται με τη μορφή ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδιόρρυθμη αδικοπρακτική ευθύνη αυτού που εκτέλεσε την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. Η ρύθμιση επιβλήθηκε από την ανάγκη να προσδοθεί παράνομος χαρακτήρας στην εκτέλεση των ασφαλιστικών μέτρων, που υλοποιήθηκαν παρά την έλλειψη ουσιαστικού δικαιώματος, αφού διαφορετικά η ίδια συμπεριφορά, βασιζόμενη σε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή σε διαταγή πληρωμής (άρθρο 724 ΚΠολΔ), δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, κατά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της ευρεσιτεχνίας, που εξαγγέλλεται από το άρθρο 1 ν. 1733/1987, διπλώματα ευρεσιτεχνίας παραχωρούνται μόνο σε εφευρέσεις που πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας που προβλέπει ο νόμος. Όμως η ύπαρξη των στοιχείων της εφεύρεσης και η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων προστασίας αυτής με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ελέγχονται σε περιορισμένη έκταση πριν από την παραχώρηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα άρθρα 7 και 8 του ανωτέρω νόμου, ελέγχονται μόνο οι τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης και οι αρνητικές ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια τη δυνατότητα χορήγησης του σχετικού διπλώματος χωρίς να συντρέχουν οι κατά το νόμο όροι έκδοσης αυτού και τη δημιουργία, περαιτέρω, νομίμου μαχητού τεκμηρίου περί συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το τεκμήριο νομιμότητας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως διοικητικής πράξης ανατρέπεται και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να κηρυχθεί άκυρο με δικαστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου είτε διότι έλειπε μία από τις ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις χορήγησής του είτε για κάποιον από τους λοιπούς λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 15 του άνω νόμου. Γίνεται δε δεκτό ότι η ακυρότητα αυτή μπορεί να προβληθεί όχι μόνο με αγωγή ή ανταγωγή, αλλά και με ένσταση. Έτσι ο επικαλούμενος την ακυρότητα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ως ενάγων ή ενιστάμενος οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τους λόγους ακυρότητας του διπλώματος, ότι η εφεύρεση δεν είναι νέα, αλλά ανήκει στη στάθμη της τεχνικής, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είτε ότι δεν εμπεριέχει εφευρετική ιδέα, είτε ότι δεν είναι επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής (Θ. Λιακοπούλου, "Βιομηχανική Ιδιοκτησία" εκδ. ε', σελ. 253-254). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος, με την από 17-8-1993 αίτηση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, επικαλούμενος ότι ο ενάγων Γ. Κ. παράνομα, μιμούμενος τη δική του εφεύρεση, κατασκεύασε παρόμοιο υδρολιπαντήρα, που διέθεσε στο εμπόριο, προσβάλλοντας έτσι το....δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του, ζήτησε να ληφθούν σε βάρος του ασφαλιστικά μέτρα. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η υπ' αριθμ. 575/1994 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία πιθανολογήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της και διατάχθηκε ο ενάγων να αποσύρει από το εμπόριο όλους τους υδρολιπαντήρες ,που είχε κατασκευάσει κατ' απομίμηση των προστατευομένων από το ως άνω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας υδρολιπαντήρων, που κατασκεύαζε ο εναγόμενος και απαγορεύτηκε σ' αυτόν η μελλοντική παραγωγή και διάθεση στο εμπόριο των εν λόγω υδρολιπαντήρων, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης αυτής με επιταγή προς συμμόρφωση με το διατακτικό της επιδόθηκε στον άνω ενάγοντα στις 30-12-1994. Ο τελευταίος συμμορφώθηκε εκουσίως με το διατακτικό της απόφασης αυτής και απέσυρε τους υδρολιπαντήρες, που είχε διαθέσει μέχρι τότε στη αγορά, ενώ διέκοψε την παραγωγή και διάθεση στο εμπόριο νέων υδρολιπαντήρων. Ακολούθως ο ενάγων, άσκησε κατά του εναγομένου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, την από 8-4-1996 αγωγή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση του ως άνω διπλώματος ευρεσιτεχνίας του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4/2002 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή και ακύρωσε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του εναγομένου, κρίνοντας ότι η προαναφερόμενη κατασκευή ήταν γνωστή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό από πολλών ετών, ανήκει στην υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής και δεν την υπερβαίνει, αποτελεί δε συνήθη βελτίωση γνωστού ήδη προϊόντος και μεθόδου. Κατά της ως άνω αποφάσεως ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου την από 27-3-2002 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 475/2003 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν, διότι κρίθηκε ότι "πρόκειται για βελτίωση γνωστού προϊόντος και μεθόδου , ευρισκομένης εντός των ορίων της ομαλής εξελίξεως της τεχνολογικής προόδου από το μέσο ειδικό άτομο" και συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος, κατά το χρόνο υλοποιήσεως των ασφαλιστικών μέτρων, γνώριζε ότι δεν ήταν βάσιμη η επίκληση του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας για τον υδρολιπαντήρα που κατασκεύασε, ούτε ότι από βαριά αμέλεια αγνοούσε την ανυπαρξία του δικαιώματος του. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο αγνοούσε την ανυπαρξία του εν λόγω ουσιαστικού δικαιώματος του ευρεσιτεχνίας, η δε συμπεριφορά του δεν αποκλίνει σε ασυνήθιστα μεγάλη έκταση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου. Ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο προέκυψε ότι ο εναγόμενος είναι απόφοιτος μέσης σχολής εργοδηγών - μηχανολόγων και δεν διαθέτει ιδιαίτερη θεωρητική κατάρτιση στον επίδικο τομέα, γεγονός που συνομολογήθηκε και από τον μάρτυρα του ενάγοντος . Αντιθέτως, χαρακτηρίζεται από την τεχνική - πρακτική του εμπειρία κυρίως στον χώρο των κατασκευών. Οι διαφοροποιήσεις που φέρει ο υδρολιπαντήρας που κατασκεύασε αναφέρονται στις περιγραφές αλλοδαπών συγγραμμάτων και συγκεκριμένα το μεν πλαστικό, ως υλικό κατασκευής, αναφέρεται στις περιγραφές των κατασκευαστών BALDWIN, KIMMEL και BUERGER, το σφαιρικό σχήμα σε εκείνη του KIMMEL, η δε κατάληξη του νερού του σωλήνα εισόδου του νερού στον πυθμένα του δοχείου μείξεως στην περιγραφή του BUERGER. Ωστόσο ο εναγόμενος, μη διαθέτοντας την απαραίτητη θεωρητική κατάρτιση και γνώση σχετικών συγγραμμάτων, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι οι βελτιώσεις που πραγματοποίησε ήταν ήδη γνωστές από τους προαναφερόμενους αλλοδαπούς κατασκευαστές. Εξάλλου, πράγματι ο υδρολιπαντήρας που κατασκεύασε έφερε κάποιες επιπλέον διαφοροποιήσεις, όπως αυτή της μη υπάρξεως βαλβίδας αντεπιστροφής του νερού και φίλτρου στο σωλήνα εξαγωγής του νερού, η οποία όμως, όπως κρίθηκε τελεσίδικα, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να θεωρηθεί μόνον ως βελτίωση γνωστού προϊόντος και μεθόδου, ευρισκομένη εντός των ορίων της ομαλής εξελίξεως της τεχνολογικής προόδου από μέσο ειδικό άτομο. Άλλωστε και ο μάρτυρας του εναγομένου που εξετάστηκε στο ακροατήριο κατέθεσε ότι ο εναγόμενος καλόπιστα πίστευε ότι με τις διαφοροποιήσεις που επέφερε καινοτομούσε και αντιμετώπιζε τα μειονεκτήματα των υδρολιπαντήρων που κυκλοφορούσαν στο χώρο της γεωργικής καλλιέργειας. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί γνώσης, άλλως περί βαριάς αμέλειας του εναγομένου περί της, ανυπαρξίας του δικαιώματος του δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό μέσο, πλην της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα - υιού του ενάγοντος, ο οποίος όμως στηρίζει τη γνώση αυτή του εναγομένου στην έλλειψη κυρίως θεωρητικής κατάρτισης του τελευταίου, γεγονός όμως που κατά προλεχθέντα αναιρεί ακριβώς τον ισχυρισμό και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος αγνοούσε ότι οι βελτιώσεις που επέφερε ήταν ήδη γνωστές στο χώρο της αλλοδαπής επιστήμης. Εξάλλου, κατά τη δικάσιμο της 28-9-1994, που συζητήθηκε η από 20-7-1994 αίτηση -κλήση του εναγομένου για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων, ο ενάγων επικαλέστηκε μεν την ύπαρξη αλλοδαπής βιβλιογραφίας που περιέγραφε τον επίδικο υδρολιπαντήρα, πλην όμως δεν προσκόμισε μεταφρασμένα τα παραπάνω έγγραφα ώστε να δύναται να λάβει γνώση αυτών ο εναγόμενος. Ούτε άλλωστε τα τιμολόγια πώλησης υδρολιπαντήρων στον εναγόμενο που προσκομίζει ο ενάγων μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι ο εναγόμενος θεμελίωνε το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας στις διαφοροποιήσεις που επέφερε στην κατασκευή των υδρολιπαντήρων, πιστεύοντας ότι οι βελτιώσεις αυτές, με τις οποίες λύνονταν το πρόβλημα της ομοιόμορφης κατανομής των λιπασμάτων στις καλλιέργειες, συνιστούν νέα εφευρετική δραστηριότητα που χρήζει προστασίας με τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό με το ότι ο Ο.Β.Ι., κατοχύρωσε τον υδρολιπαντήρα κατασκευής του εναγομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, κατόπιν ελέγχου της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων .... προκύπτει ότι είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο η εύλογη πεποίθηση ότι υπήρχε το επίδικο δικαίωμα του. Σημειώνεται επίσης ότι και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, κρίνοντας επί της αγωγής ακύρωσης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του εναγομένου, με τη υπ'αριθμ.4/2002 απόφαση του, συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, δεχόμενο εύλογη αμφιβολία του εναγομένου για την έκβαση της δίκης, ενώ με την υπ' αριθμ. 2/1996 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, αίτηση του ενάγοντος για ανάκληση της υπ' αριθμ. 575/1994 απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, καθώς το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η εφεύρεση του εναγομένου δεν είναι νέα....". Με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε στη συνέχεια το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε κατά το χρόνο υλοποιήσεως της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του αναιρεσείοντος ότι δεν ήταν βάσιμη η επίκληση του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας για τον υδρολιπαντήρα που κατασκεύαζε, ούτε από βαριά αμέλεια αγνοούσε την ανυπαρξία του δικαιώματός του, και κατόπιν αυτού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, και ειδικότερα με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 703 ΚΠολΔ και 914 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά είναι ασαφές, αν συνιστούν ή όχι την από βαριά αμέλεια άγνοια του αναιρεσίβλητου για την ανυπαρξία του ουσιαστικού δικαιώματός του ευρεσιτεχνίας, ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής. Ειδικότερα, ναι μεν το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ο ενάγων επικαλέστηκε την ύπαρξη αλλοδαπής βιβλιογραφίας που περιέγραφε τον επίδικο υδρολιπαντήρα, αλλά δεν προσκόμισε μεταφρασμένα τα παραπάνω έγγραφα, ώστε να λάβει γνώση αυτών ο εναγόμενος, πλην όμως δεν διέλαβε αιτιολογίες, γιατί η προσκόμιση της αλλοδαπής αυτής βιβλιογραφίας, έστω και αμετάφραστης, δεν κατέστησε προσεκτικό τον αναιρεσίβλητο ως προς το γεγονός ότι ο αντίδικός του ισχυριζόταν πως ο υδρολιπαντήρας που είχε κατασκευάσει δεν υπερέβαινε την υπάρχουσα στάθμη τεχνικής, ώστε να χαρακτηρισθεί εφεύρεση. Εξάλλου, παραβλέπει τη διάταξη του άρθρου 8 ν. 1733/1987 η παραδοχή του Εφετείου ότι ο Ο.Β.Ι. κατοχύρωσε τον υδρολιπαντήρα κατασκευής του εναγομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, κατόπιν ελέγχου της συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων, και κατά συνέπεια υπήρχε σ' αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι υπήρχε το επίδικο δικαίωμά του, αφού, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο Ο.Β.Ι ελέγχει μόνο τις τυπικές προϋποθέσεις της αίτησης και τις αρνητικές ουσιαστικές προϋποθέσεις χορήγησης του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, με συνέπεια τη δυνατότητα χορήγησης του σχετικού διπλώματος χωρίς να συντρέχουν οι κατά τον νόμο όροι έκδοσης αυτού, γεγονός που δημιουργεί τη δυνατότητα να κηρυχθεί αυτό άκυρο με δικαστική απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου είτε διότι έλειπε μία από τις ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις χορήγησής του είτε για κάποιον από τους λοιπούς λόγους, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 15 του σχετικού νόμου. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου κρίνονται βάσιμα. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείουντος (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 90/2011 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ