Αριθμός 967/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Αθανασόπουλου, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις και δήλωσαν ότι διορθώνουν το πατρώνυμο του αναιρεσιβλήτου από το εσφαλμένο Η… στο ορθό Σ…. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2018 ανακοπή ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2671/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-4-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς δικηγόρος και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό την προϋπόθεση ότι η από αυτόν επίσπευση λαμβάνει χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1387/2019). Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υπό κρίση από 23-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...13-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης, κατά της με αριθμό 2671/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (22-03-2022), οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος Σ. Τ. [όπως παραδεκτώς, κατ' άρθρο 224 εδ. β'του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων, παριστάμενος αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητός του ως Δικηγόρος, αλλά και ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του, με δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, με το κατατεθέν στις 22-03-2022 υπόμνημά τους και με την από 22-03-2022 δήλωσή τους, διόρθωσαν, τα στοιχεία της ταυτότητας αυτού (αναιρεσιβλήτου) και συγκεκριμένα το πατρώνυμο αυτού, από το εσφαλμένο "του Η…", στο ορθό "του Σ….", καθόσον προκύπτει εξ εγγράφων ότι πρόκειται για σφάλμα εκ παραδρομής], δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο . Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. ...21-12-2021 έκθεση επίδοσης, που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Α.. Α., την οποία νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος) νόμιμα και εμπρόθεσμα στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο (άρθρα 126 παρ. 1 εδ. α' και 127 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος έχει κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία αυτού. Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β', υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 01.01.2016 ένδικα μέσα, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240/22.12.2016), με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού) προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.01.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση και συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 ( εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 2671/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αφορά διαφορά για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής του ήδη αναιρεσείοντος Δικηγόρου, ο τελευταίος προέβη στην επισύναψη του με αριθμού ...2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014) . Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 614 αρ. 5 περ. α' του ΚΠολΔ) με αριθμό 2671/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 26-10-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2018 έφεση του καθού η ανακοπή - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Γ. Θ.. Κ. κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 159/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 14-01-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...17-01-2018 ανακοπή του ανακόπτοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με αντικείμενο την ακύρωση της με αριθμό ...2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στον αιτούντα την έκδοση αυτής το συνολικό χρηματικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων εβδομήντα ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (22.070,34 ), πλέον τόκων και εξόδων, για ανεξόφλητες αμοιβές από την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών του, στα πλαίσια χειρισμού των αναγραφομένων υποθέσεων, που αυτός (ανακόπτων) του ανέθεσε. Με την απόφασή του αυτή, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως νόμιμο τον μοναδικό λόγο της ως άνω ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίστηκε ότι μεταξύ αυτού και του καθού η ανακοπή υφίστατο ειδικότερη συμφωνία, η οποία ορίστηκε στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ, για τη σύνταξη και κατάθεση των αναφερομένων δικογράφων, ήτοι: α) προσφυγής κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, που είχε εκδοθεί σε βάρος του από τον Προϊστάμενο της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών, συνολικού ύψους (κύριος και πρόσθετος φόρος) 415.726,00 ευρώ και β) αίτησης αναστολής εκτέλεσης της πράξεως προσδιορισμού φόρου και επιπλέον το ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων (3.300,00) ευρώ, εκ του οποίου ποσό δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600,00) ευρώ ορίστηκε ότι θα ήταν καταβλητέο, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της υπόθεσης επί της προσφυγής. Ότι έχει εξοφλήσει ολοσχερώς τον καθού για τις νομικές του ενέργειες, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην ανακοπή. Ότι δεν οφείλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος ποσού των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600,00) ευρώ, το οποίο θα ελάμβανε ο καθού η ανακοπή, μόνο σε περίπτωση θετικής έκβασης της υπόθεσής του, καθώς η εν λόγω προσφυγή του απορρίφθηκε τελεσίδικα ως απαράδεκτη, ενώ ο ίδιος (ανακόπτων) είχε προηγουμένως ανακαλέσει την χορηγηθείσα στον καθού εντολή από δικαιολογημένη αιτία. Ακολούθως, δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει τη με αριθμό ...2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το υπερβάλλον ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα (2.680,00) ευρώ, ήτοι για το ποσό των δέκα τεσσάρων χιλιάδων είκοσι εννέα ευρώ και τεσσάρων λεπτών (14.029,04) που αφορούσε το κεφάλαιο αμοιβής του καθού η ανακοπή και το ποσό των πέντε χιλιάδων τριακοσίων εξήντα ενός ευρώ και τριάντα λεπτών (5.361,30), που αφορούσε απαίτηση από Φ.Π.Α. και επικύρωσε την ένδικη διαταγή πληρωμής για το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα (2.680,00) ευρώ, το οποίο έκρινε ότι οφείλεται στον καθού η ανακοπή, με το νόμιμο τόκο από 26-9-2012 και μέχρις εξοφλήσεως. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 13-05-2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 24-04-2020, ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 - όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α' 87/23-07-2015, με έναρξη ισχύος από 01-01-2016, άρθρο 1 άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015 - 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή ( άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα του διαλαμβανομένου σε αυτή λόγου αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικα Δικηγόρων" που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, λόγω του χρόνου γένεσης της ένδικης απαίτησης, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη. Με το άρθρο 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 6α του ν. 3919/2011 (ΦΕΚ 32 Α'/ 02-03-2011) και, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 αυτού, άρχισε η ισχύς του από 03-07-2011, ορίζεται ότι: "1. Τα της αμοιβής του δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα, με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες . Οι οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν. Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης, έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες, σύμφωνα με τα κατωτέρω, νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ. 1 [...] . Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου, που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε "ελάχιστα όρια αμοιβών" ή "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές", νοούνται εφεξής οι "νόμιμες αμοιβές", κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων. Από τις οριζόμενες στην Κ.Υ.Α. υπ' αριθμό 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 (ΦΕΚ 2422 Β') ως υποχρεωτικές "ελάχιστες αμοιβές", εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως "νόμιμες αμοιβές", κατά τη ρύθμιση των προηγούμενων εδαφίων, μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου Ι "Παραστάσεις σε Δικαστήρια") οι οποίες αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών, μετά γνώμη της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, είναι δυνατή επαναρρύθμιση των νομίμων αμοιβών για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών [...] . Όπου στον παρόντα Κώδικα ή σε οποιονδήποτε άλλο νόμο προβλέπονται νόμιμες αμοιβές, σύμφωνα με τη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου, που υπολογίζονται ως ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της εξουσιοδοτήσεως των δύο προηγούμενων εδαφίων, αυτές καθορίζονται σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την, κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών, κλιμακωτή επαύξηση της εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα αξίας, επί της οποίας αυτά υπολογίζονται". Εξάλλου, με το άρθρο 178 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 14 του ν. 3919/ 2011, ορίζεται ότι: "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, τα δικαστήρια κατά την εκδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται στην περίπτωση κατά την οποία δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής του δικηγόρου και του εντολέως του ή αντιπροσώπου αυτού, εφαρμόζουν τις περί νομίμων αμοιβών διατάξεις του κώδικα τούτου [...] ". Περαιτέρω, µε το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 5 παρ. 15 του ν. 3919/2011, παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση για να ορισθεί µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης ελάχιστη δικηγορική αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους, για τις υπηρεσίες που προσφέρουν οι δικηγόροι στους εντολείς τους, εκτός των άλλων, και όταν αυτές αφορούν παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων . Δυνάμει της εν λόγω νομοθετικής εξουσιοδότησης, εκδόθηκε η πιο πάνω Κ.Υ.Α. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007. Δεδομένου ότι η ελάχιστη αμοιβή, που ορίζεται στην τελευταία αυτή υπουργική απόφαση, προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή αναφέρεται στις προεισπραττόμενες και μόνο αμοιβές (οι οποίες ορίζονται πάντα με ένα κατ' αποκοπή ποσό και ταυτίζονται κατά κανόνα με τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές), οι δε προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων ελάχιστες ποσοστιαίες αμοιβές εξακολουθούν να ισχύουν . Με την παραπάνω διάταξη του ν. 2753/1999 και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα Κ.Υ.Α. δεν θίγονται, δηλαδή, οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν καταβολή δικηγορικής αμοιβής, βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, οι οποίες και εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά τροποποιήθηκε ο εν λόγω Κώδικας μόνο όσον αφορά στο ύψος των προεισπραττόμενων ελαχίστων αμοιβών . Συνεπώς, µε βάση τις ανωτέρω παραδοχές και διακρίσεις, το ελάχιστο όριο της αμοιβής ενός δικηγόρου, επί υποθέσεων µε αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα προσδιορίζεται ποσοστιαία, εφόσον ο ποσοστιαίος αυτός προσδιορισμός είναι ανώτερος του ποσού που ορίζεται ως αμοιβή για τη συγκεκριμένη νομική υπηρεσία µε την προαναφερόμενη Κ.Υ.Α. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007. Αντιθέτως, η αμοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων που δεν έχουν αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα και ειδικότερα, επί υποθέσεων που δεν έχουν αίτημα καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό, αλλά μόνο διαπλαστικό, εφαρμοστέες είναι οι σχετικές διατάξεις του εν λόγω Κώδικα, περί κατ' αποκοπή καθορισμού του ύψους της αμοιβής (άρθρα 110 παρ. 3, 107 παρ. 1 και 100 παρ. 4 του Κώδικα Δικηγόρων), όπως ο συντελεστής υπολογισμού των αμοιβών ορίστηκε με διαδοχικές αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και τελευταία ανακαθορίστηκε με την Υ.Α. 12398/9-2-1989 σε 140 μονάδες (Α.Π. 822/2022, Α.Π. 733/2018, Α.Π. 1112/2017, Α.Π. 390/2015). Εξ αυτών παρέπεται ότι με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, δεν καταργούνται, ούτε τροποποιούνται οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, που προβλέπουν ελάχιστες ποσοστιαίες αμοιβές και, συνεπώς, σε περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, ως προς το ύψος της αμοιβής, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 100 επ. αυτού ελάχιστα όρια. Εάν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αμοιβές, τις υπολογιζόμενες βάσει ποσοστού επί του αντικειμένου της δίκης, να μην ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, δεν θα περιελάμβανε στην τελευταία υποπαράγραφο του τροποποιημένου άρθρου 92 πρόβλεψη, με την κατ' εξουσιοδότηση αυτού έκδοση προεδρικού διατάγματος, περί επανακαθορισμού σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά των αμοιβών, που υπολογίζονται σε ποσοστά επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης . Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο νέο Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α' 208/27-09-2013), με το άρθρο 166 παρ. 2 του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύων κώδικας (ν.δ. 3026/1954), προβλέπεται ο καθορισμός δικηγορικής αμοιβής, βάσει διαδοχικώς φθίνοντος ποσοστού επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης (άρθρο 63 αυτού), πράγμα που σημαίνει ότι, αν ο νομοθέτης, με την τροποποίηση του άρθρου 92 του προϊσχύσαντος κώδικα, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011, ήθελε την κατάργηση του ως άνω τρόπου καθορισμού της αμοιβής, δεν θα τον επανέφερε με το νέο Κώδικα Δικηγόρων. Τέλος, κατά τα άρθρα 100 παρ. 1 εδ. α' και 107 παρ. 1 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, ενώ για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης, ενώπιον του πρωτοδικείου, το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το οριζόμενο στο άρθρο 100 για τη σύνταξη της αγωγής ποσοστό , δηλαδή 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (Α.Π. 733/2018). Εξάλλου, στο άρθρο 152 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κωδικός Δικηγόρων", που είναι εντεταγμένο στο Γ' Κεφάλαιο, υπό τον τίτλο "Εργασία εις διοικητικάς υποθέσεις", το οποίο ρυθμίζει ειδικώς την αμοιβή των δικηγόρων για τις εργασίες σε διοικητικές υποθέσεις ορίζεται: " Διά την σύνταξιν αιτήσεως, υπομνήματος ή ενστάσεως ή προσφυγής ή αντιρρήσεων ή ανακοπής ή εφέσεως ή οιουδήποτε άλλου εγγράφου, απευθυνόμενων κατά τους διοικητικούς φορολογικούς, τελωνιακούς, στρατολογικούς, εκλογικούς, κ.λ.π. νόμους προς ειρηνοδίκην ή διοικητικήν επιτροπήν ή άλλο διοικητικόν δικαστήριον, το ελάχιστον όριον της αμοιβής είναι δρχ. 30. 2) Εάν τα ως άνω έγγραφα απευθύνονται προς δευτεροβάθμιον διοικητικόν δικαστήριον ή Επιτροπήν β' βαθμού, προς ειρηνοδίκην δικάζοντα κατά β' βαθμόν, το όριον τούτο είναι δραχμαί 40" . Με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 " Περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων", στο τέλος του άρθρου 155 του Κώδικα Δικηγόρων προστέθηκε παράγραφος 2, στην οποία ορίζεται ότι: "Διά τις ενώπιον των φορολογικών δικαστηρίων υποθέσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις, αι αφορώσαι τας πολιτικάς υποθέσεις, κατά την εξής διάκρισιν: α) Διά τας ενώπιον του μονομελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις, β) δια τας ενώπιον του τριμελούς πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Πρωτοδικείου υποθέσεις και γ) δια τας ενώπιον του δευτεροβαθμίου φορολογικού δικαστηρίου (ανεξαρτήτως συνθέσεως) αι διατάξεις αι αφορώσαι τας ενώπιον του Εφετείου υποθέσεις . Στη συνέχεια, με το άρθρο 8 του ν. 950/1979 "Περί ρυθμίσεως θεμάτων τινών των δικηγόρων " ορίστηκε ότι: "Αι διατάξεις του άρθρου 155 του ν.δ. 3026/1954, αι προστεθείσαι εις τούτο υπό της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 4507/1966 εφαρμόζονται και επί των ενώπιον παντός διοικητικού δικαστηρίου κατά πάσαν διαδικασίαν εκδικαζομένων υποθέσεων". Με τις επιγενόμενες ως άνω ρυθμίσεις δια των άρθρων 4 παρ. 2 του ν. 4507/1966 και 8 του ν. 950/1979, σκοπήθηκε ο καθορισμός της αμοιβής των δικηγόρων επί υποθέσεων στα μετά τη θέσπιση του Κώδικα Δικηγόρων ιδρυθέντα φορολογικά και ήδη διοικητικά δικαστήρια, κατά τρόπο ομοιόμορφο προς τα ισχύοντα επί πολιτικών υποθέσεων και έτσι καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του Κώδικα Δικηγόρων και ως προς τις αναγόμενες στην προδικασία των διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Με την ως άνω ρύθμιση, ο νομοθέτης θέλησε, κατ' αντιστοιχία των διατάξεων που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των αμοιβών εν γένει των δικηγόρων, επί υποθέσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, να ισχύουν και οι αμοιβές των δικηγόρων για τις ενώπιον των φορολογικών και ήδη διοικητικών δικαστηρίων δικηγορικές εργασίες. Αντίθετο επιχείρημα δεν παρέχεται από τη λεκτική διατύπωση στο κείμενο του νόμου 4507/1966, διότι η λέξη " ενώπιον", που χρησιμοποιείται προς υποδήλωση της αρμοδιότητας των δικαστηρίων, στα οποία η διάταξη αναφέρεται και όχι του σταδίου παροχής των εργασιών ενώπιον των δικαστηρίων τούτων, δηλαδή κατ' αποκλεισμόν των εργασιών της προδικασίας. Με την ίδια, άλλωστε, έννοια χρησιμοποιείται η διατύπωση "ενώπιον των " και σε άλλες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως στα άρθρα 99, 155 παρ.1. (Ολ. Α.Π. 7/2005, Α.Π. 2080/2007, Α.Π. 1403/2006). Συνακόλουθα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια κανονίζεται, αδιαφόρως αν πρόκειται για πράξεις της προδικασίας ή τέτοιες στο ακροατήριο τους, αναλογικώς με βάση τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα, που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των δικηγορικών αμοιβών σε εργασίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (Α.Π. 862/2015, Α.Π. 2080/2007) . Τέλος, η διάταξη του άρθρου 103 πΚΔικ, το οποίο καταργήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 166 του Ν. 4194/2013 Κώδικας Δικηγόρων (ΦΕΚ Α' 208/27.09.2013) όριζε ότι: "Προς την αγωγήν εξομοιούται η ανταγωγή και η κυρία παρέμβασις, είτε δι' ιδίου δικογράφου, είτε διά προτάσεων ασκούμεναι, η ανακοπή μετά διεκδικήσεως, η ανακοπή κατά πράξεων πάσης φύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως και η ανακοπή κατά πράξεων εφόρου". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 5/2021, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς . Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 381/2019, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, λόγος αναίρεσης με τον οποίο βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές, αρκούσας για τη στήριξη του διατακτικού της, δεν τελεσφορεί (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 25/1994, Α.Π. 805/2021, Α.Π. 755/2018, Α.Π. 1221/2017, Α.Π. 10/2016). Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση, δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα, επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί έγκυρη συμφωνία, με αντικείμενο την καταβολή αμοιβής για τη σύνταξη και κατάθεση της ως άνω προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου και του δικογράφου της αίτησης αναστολής εκτέλεσης της πράξης επιβολής φόρου κληρονομίας, συνολικού ύψους και για τις δύο εργασίες, τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων (4.800,00) ευρώ όπου χίλια πεντακόσια (1.500,00) ευρώ αφορούσαν την έκδοση γραμματίων προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής για την κατάθεση των σχετικών δικογράφων και τρεις χιλιάδες τριακόσια (3.300,00) ευρώ, ως επιπλέον αμοιβή του ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το μη καταβληθέν μέρος της πιο πάνω αμοιβής (ύψους 2.600,00 ευρώ) εξαρτήθηκε από την έκβαση της υπόθεσης (εργολαβία δίκης), με συνέπεια να οφείλεται από τον αναιρεσίβλητο το πιο πάνω ποσό στον αναιρεσείοντα (πλέον 80,00 ευρώ για έξοδα στα οποία προέβη αυτός για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου). Απέρριψε δε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου ότι η ως άνω συμφωνία είναι άκυρη ως αντιβαίνουσα στα κατώτατα όρια της αμοιβής δικηγόρου, που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 92, 98 και 100 επομ. του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων με το σκεπτικό ότι η σχετική συμφωνία ήταν έγκυρη, καθόσον καταρτίσθηκε μετά την ισχύ του Ν. 3919/2011, που τροποποίησε κατά το περιεχόμενο τη διάταξη του άρθρου 92 του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων . Στη συνέχεια, με επάλληλη σκέψη, έκρινε, διαλαμβάνοντας τις σχετικές διατάξεις του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων, ότι σε περίπτωση έλλειψης τοιαύτης συμφωνίας, η αμοιβή του αναιρεσείοντος έπρεπε να υπολογισθεί, κατ' άρθρο 128 του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 100 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, με αριθμό 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) κατ' αποκοπή στα ποσά των 235 ευρώ και 80,00 ευρώ αντίστοιχα και όχι με βάση ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, όπως ισχυριζόταν ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, καθότι η προσφυγή κατά της ως άνω πράξης προσδιορισμού του φόρου κληρονομίας είχε χαρακτήρα διαπλαστικό (ακυρωτικό) και όχι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό . Με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέβλεψε την βασική αρχή του δικαίου, που επιτάσσει την μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 6α του Ν. 3919/2011, αφού αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του πΚωδΔ (Ν.Δ. 3026/1954), που έχει αυξημένο τυπικό κύρος. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, διότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 6α του Ν. 3919/2011, με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954, δεν ήταν ήσσονος νομικής σημασίας, αλλά της αυτής τυπικής ισχύος με το αντικατασταθέν άρθρο του Κώδικα Δικηγόρων, κατά τις παραδοχές δε της προσβαλλομένης απόφασης, αποδείχθηκε η ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας, η οποία συνήφθη μετά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω Ν. 3919/2011, μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του εντολοδόχου αναιρεσείοντος Δικηγόρου, για την λήψη αμοιβής κατώτερης των νομίμων, σύμφωνα με το άρθρο 92 του πΚΔικ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ. 6α Ν. 3919/2011 ( ΦΕΚ Α 32/2-3-2011 ), για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του, ήτοι για τη σύνταξη και κατάθεση : α) της από 30-03-2012 και με αριθ. καταχ. ΠΡΦ …./30-03-2012 προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο προσφεύγων ζητούσε να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό ….2012 πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, που είχε εκδοθεί εις βάρος του από τον προϊστάμενο της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών και με την οποία είχε καταλογιστεί σε βάρος του κύριος φόρος, ποσού 291.738,00 ευρώ και πρόσθετος φόρος, ύψους 123.988,00 ευρώ και συνολικά φόρος ύψους 415.726,00 ευρώ και β) της από 04-05-2012 και με αριθ. καταχ. ΑΝΦ ……09-08-2012 αίτησής του, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης ως άνω με αριθμό ……2012 πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, που είχε εκδοθεί εις βάρος του . Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλος του, ο αναιρεσείων επικαλούμενος τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 2 του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 ν. 4507/1966, 8 ν. 950/1979 (με τις οποίες καταργήθηκε σιωπηρώς το άρθρο 152 του ως άνω Κώδικα), 91 παρ. 2 και 98 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Δικηγόρων (δεύτερο σκέλος), τη φύση της ασκηθείσας από αυτόν προσφυγής κατά της πράξης προσδιορισμού του φόρου κληρονομίας, ως διοικητικής διαφοράς ουσίας (τρίτο σκέλος) και τις διατάξεις των άρθρων 100 επ. και 103 του ως άνω παλαιού Κώδικα Δικηγόρων (τέταρτο σκέλος), προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι εσφαλμένως υπολόγισε την οφειλόμενη σε αυτόν αμοιβή για τη σύνταξη της πιο πάνω προσφυγής κατά της πράξης προσδιορισμού φόρου, ύψους 415.726,00 ευρώ και για την αίτηση αναστολής εκτέλεσης αυτής κατ' αποκοπή στα ποσά των διακοσίων τριάντα πέντε (235,00) και ογδόντα (80,00) ευρώ αντίστοιχα, ενώ κατ' εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων έπρεπε να την υπολογίσει κατ' αναλογία, με βάση ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης. Ο λόγος αυτός, κατά τα πιο πάνω σκέλη του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, εφόσον κατά τα προαναφερόμενα υπήρξε έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για λήψη αμοιβής κατώτερης των νομίμων, σύμφωνα με το άρθρο 92 του παλαιού Κώδικα Δικηγόρων, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 παρ. 6α του Ν. 3919/2011 και, ως εκ τούτου, η ως άνω παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης αρκούσε για τη στήριξη του διατακτικού αυτής. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως προς όλες τις αιτιάσεις αυτού, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, ζήτημα καταδίκης του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, δεν ανακύπτει στην ένδικη υπόθεση, λόγω της δικονομικής απουσίας του τελευταίου (Α.Π. 1446/2019) . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμό ...2021 ηλεκτρονικού παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, στον αναιρεσείοντα . Απορρίπτει την από 23-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου ...13-05-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου ...2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 2671/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ