Αριθμός 349/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Δ. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Κυριακού και Δημήτριο Αναστασόπουλο κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ρίζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 893/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2694/2020 του Εφετείου Αθηνών (8ο Τμήμα Εμπράγματο). Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσία, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (Ολ.ΑΠ 40/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν. Επομένως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ως προς το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος στρέφεται κατά της υπ'αριθμ 2694/2020 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553 παρ.1, 556, 558, 564 παρ.3, 566 § 1 ΚΠολ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 12-1-2018, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος και περίπτωση προσαυξήσεως κατ' άρθρο 1976 Α.Κ ζήτησε να αναγνωρισθεί κληροδόχος σε ποσοστό 100% των μετοχών της "..., που κατέλειπε ο αποβιώσας την 30/5/2011 διαθέτης Σ. Κ., δυνάμει των αναφερόμενων ιδιογράφων διαθηκών του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 893/2019 οριστική απόφαση του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε τον ενάγοντα ως κληροδόχο του ως άνω διαθέτη σε ποσοστό μόνο 5% των μετοχών του στη προαναφερθείσα Α.Ε. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ο ήδη αναιρεσείων, άσκησε την από 8-4-2019 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την εκδοθείσα, κατά την ίδια διαδικασία επίσης αντιμωλία των διαδίκων, προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του. Από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με τη διαθήκη σύσταση της κληροδοσίας, έχει την έννοια ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 1976 ΑΚ ορίζεται ότι "Αν το ίδιο αντικείμενο κληροδοτήθηκε σε περισσότερους και ο ένας εξέπεσε πριν από το θάνατο ή μετά το θάνατο του διαθέτη, το μέρος του προσαυξάνει στους άλλους ανάλογα με τη μερίδα του καθενός. Το ίδιο ισχύει και αν ο διαθέτης προσδιόρισε τις μερίδες τους. Αν μερικοί από τους κληροδόχους γράφηκαν στην ίδια μερίδα, η προσαύξηση χωρεί κατά προτίμηση μεταξύ τους". Η διάταξη αυτή ρυθμίζει την προσαύξηση μεταξύ πλειόνων συγκληροδόχων στην περίπτωση του κοινού κληροδοτήματος κατά τρόπον όμοιο κατά βάση με τη ρύθμιση της προσαύξησης μεταξύ συγκληρονόμων (ΑΚ 1807). Η προσαύξηση αποκλείεται όχι μόνο όταν ρητά ο διαθέτης εξέφρασε την αντίθεσή του σ' αυτήν, αλλά και όταν η περί αποκλεισμού της προσαύξησης βούλησή του συνάγεται συμπερασματικά. Για να χωρήσει προσαύξηση στην κληροδοσία πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) κοινό κληροδότημα και β) έκπτωση ενός από τους συγκληροδόχους. Ως έκπτωση νοείται και εδώ η για οποιονδήποτε λόγο - ματαίωση της επαγωγής της κληροδοσίας στον κληροδόχο. Μετά την επαγωγή έκπτωση επιφέρει και η αποποίηση της κληροδοσίας (ΑΚ 2001,1856) εκ μέρους του τιμώμενου. Προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι η κληροδοσία περισσότερων τιμώμενων σε "ίδιο αντικείμενο" κατά την έννοια του άρθρου 1975 ΑΚ. Πρόκειται για την περίπτωση του λεγόμενου "κοινού κληροδοτήματος", όπου ο διαθέτης κατέλειπε ένα και το αυτό αντικείμενο σε περισσότερους κληροδόχους, χωρίς όμως να έχει ρυθμίσει, ή ατελώς μόνο έχοντας ρυθμίσει τη μεταξύ τους διανομή και χωρίς να έχει ορίσει κατά την ΑΚ 1972 κάποιο πρόσωπο, το οποίο θα προβεί στον προσδιορισμό της προσήκουσας στον καθένα από τους τετιμημένους μερίδας. Αντικείμενο της κληροδοσίας είναι δυνατό να είναι κάθε περιουσιακή ωφέλεια και γενικότερα κάθε παροχή και άρα και οι μετοχές ανώνυμης εταιρίας (ΑΠ 144/2012). Έτσι ειδικότερα σε περίπτωση, που ο διαθέτης κατέλιπε σε καθέναν από τους περισσότερους κληροδόχους ορισμένο αριθμό (ή ορισμένο ποσοστό) μετοχών, δεν υφίσταται κοινό κληροδότημα, διότι ο διαθέτης προσδιόρισε ο ίδιος τον αριθμό των μετοχών της εταιρίας ή το ποσοστό των μετοχών που αντιστοιχεί σε ορισμένο αριθμό και δεν κατέλιπε όλες τις μετοχές σε περισσότερους του ενός κληροδόχους, αλλά κατέλιπε σε κάθε κληροδόχο ιδιαίτερο αντικείμενο (εκπεσόντα ή μη). Με τον τρόπο αυτόν συνέστησε περισσότερες αυτοτελείς κληροδοσίες, όσες και τα τιμώμενα πρόσωπα, η δε έκπτωση (αποποίηση της κληροδοσίας) τινός εξ αυτών δεν ωφελεί τους λοιπούς, προσαυξάνοντας την μερίδα τους, αλλά ο καταληφθείς αριθμός μετοχών ή το ποσοστό, περιέρχονται στον βεβαρημένο κληρονόμο του διαθέτη. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (επί διαθήκης ως μονομερούς δικαιοπραξίας μόνο του άρθρου 173 ΑΚ ΑΠ 1826/2017, 105/2013), όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004). Για να είναι τέλος ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξίων των άρθρων 179 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1394/2017, 1210/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Στις 30.5.2011 απεβίωσε στην Αθήνα, ο Σ. Κ. του Γ., κάτοικος εν ζωή ... αφήνοντας πλησιέστερο συγγενή και εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον εναγόμενο Γ. Κ. του Σ., τέκνο του προαποβιώσαντος στις 29.1.2011 αδελφού του, Σ. Κ. του Γ.. Ο αποβιώσας θείος του εναγομένου, κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε τέσσερις ιδιόγραφες διαθήκες και συγκεκριμένα: (I) την από 24.3.2010 ιδιόγραφη διαθήκη με την από 22.11.2010 προσθήκη-κωδίκελλο δημοσιευθείσα νόμιμα με το υπ' αριθ. 4005/2.9.2011 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Αθηνών, καταχωρηθείσα στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο ... με αυξ. αριθμό …, με την οποία, μεταξύ άλλων α) κληροδότησε στον αδελφό του Σ. Κ. του Γ. ολόκληρο το διαμέρισμά του, στον 4° όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ... στην … μαζί με το τμήμα του δώματος (δωμάτιο και λουτρό) τμήμα της ταράτσας και 2 αποθήκες του υπογείου αυτής με όλο τους τον εξοπλισμό, β) το Ελληνικό Δημόσιο ως κληρονόμο του στο κτήμα του στη ... με την υποχρέωση να καταβάλλει στα ανίψια του, Μ. Λ. και στον Θ. Λ. τέκνα του Δ. Λ., ποσό ενός εκατομμυρίου ευρώ σε έκαστο, γ) συνέστησε μεμονωμένες κληροδοσίες υπέρ συγκεκριμένων προσώπων τα οποία εγκατέστησε ως κληροδόχους του και δη την Μ. Α. συζ. Γ.. Μ., τον Δ. Β., τον εξάδελφό του Σ. Κ. του Γ., τον Δ. Σ., στον οποίο κληροδότησε την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....", με την υποχρέωση να την εκκαθαρίσει, να κρατήσει το ήμισυ των χρημάτων που θα είχε η εταιρία, ενώ με την από 22.10.2010 προσθήκη - κωδίκελλο, όρισε ότι για το κληροδοτούμενο στον Δ. Β. κτήμα στην ... το είχε ήδη πουλήσει και σύστησε άλλη κληροδοσία υπέρ της Σ. Ρ.. (II) Την από 19.2.2011 ιδιόγραφη διαθήκη του, ως συμπληρωματική, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 4006/2.9.2011 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Αθηνών καταχωρηθείσα στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο ... με αυξ. Αριθμό …, με την οποία όρισε ότι "...έχοντας πλέον άλλη σκέψη για την υγιή συνέχιση της λειτουργίας του ... και περισσότερο έχοντας υπ'όψη και τη θέληση της Τ. με την οποία δώσαμε τη ζωή μας για τη σωστή εκμετάλλευσή του... α) το 70% των μετοχών της ... που μου ανήκουν και από την κληρονομιά της Τ., αφήνω στην ανιψιά μου Μ. Α. συζ. Γ.. Μ. και β) το 30% των μετοχών αφήνω στον Α. Δ. που μου έχει συμπαρασταθεί ποικιλοτρόπως και τον ευχαριστώ πολύ, πιστεύω ότι οι δυο τους θα τα καταφέρουν ώστε να διατηρηθεί και να αξιοποιηθεί τούτο. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα έχω γράψει σε άλλη διαθήκη που παραμένουν ισχυρά". (III) Την από 12.4.2011 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 4007/2.9.2011 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Αθηνών καταχωρηθείσα στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό …, με την οποία όρισε ότι "... μη έχοντας πλέον άλλη σκέψη για την υγιή της λειτουργίας του ... και περισσότερο έχοντας υπ' όψη θέληση της Τ. με την οποία δώσαμε τη ζωή μας για τη σωστή εκμετάλευση του... α) το ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) των μετοχών της ... που μου ανήκουν από την κληρονομιά της Τ., ανήκουν και αφήνω στη Μ. Α. συζ. Γ. Μ. και β) το πέντε τοις εκατό (5%) των μετοχών μου αφήνω στον Α. Δ. που μου έχει συμπαρασταθεί ποικιλοτρόπως και τον ευχαριστώ πολύ, πιστεύω ότι οι δυο τους θα τα καταφέρουν ώστε να διατηρηθεί και να αξιοποιηθεί τούτο. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα έχω γράψει σε άλλη διαθήκη που παραμένουν ισχυρά". (IV) Την από 14.4.2011 συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ'αριθ. 2515/2014 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών καταχωρηθείσα στο γενικό βιβλίο διαθηκών του Ειρηνοδικεί¬ου Αθηνών, στον τόμο .. με αυξ. αριθμό …, με την οποία όριζε ότι "... έχοντας αλλάξει γνώμη όσον αφορά το κτήμα μου στη ... να πάει στο δημόσιο διότι μετά από σκέψη, κατάλαβα ότι το δημόσιο ποτέ δεν θα εκπληρώσει τον όρο της διαθήκης, οπότε ανακαλώ τον όρο τούτο και αποκληρώνω το δημόσιο. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα έχω γράψει σε άλλη διαθήκη που παραμένουν ισχυρά". Με τις ανωτέρω διαθήκες του, ο διαθέτης εγκατέστησε διάφορα πρόσωπα ως κληροδόχους σε συγκεκριμένα δήλα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα σε ποσοστό εταιρικών μετοχών, ενώ ανακάλεσε την εγκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου ως κληρονόμου του με την τελευταία διαθήκη του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη … (οδός ...),είχε μετοχικό κεφάλαιο 351.600 ευρώ, αναλυόμενο σε 120.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 2,93 ευρώ έκαστη και ως αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση κάμπινγκ στη .... Ο διαθέτης ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας αυτής μέχρι το θάνατό του, καθώς και μέτοχος, έχοντας στην κυριότητά του 57.000 μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 47,50% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ η προαποβιώσασα σύζυγός του Α. Λ., είχε στην κυριότητά της 59.500 μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 49,583% του μετοχικού κεφαλαίου. Ο ενάγων, ήταν κύριος 3.500 μετοχών που αντιπροσώπευαν ποσοστό 2,917% του μετοχικού κεφαλαίου. Όπως συνάγεται από το κείμενο των διαθηκών, η αρχική βούληση του διαθέτη που εκφράστηκε στην πρώτη διαθήκη, σχετικά με τη λειτουργία της ανωτέρω εταιρίας ήταν να τεθεί αυτή σε εκκαθάριση και το ήμισυ των χρημάτων να το κρατή¬σει ο Δ. Σ., τον οποίο και όριζε κληροδόχο της ανώνυμης εταιρίας. Ο διαθέτης, με τη δεύτερη διαθήκη του, μετέβαλε τη βούλησή του, δίνοντας πλέον βαρύτητα και στην επιθυμία που θα είχε η σύζυγός του σχετικά με την άνω εταιρία και αποφάσισε να διατηρηθεί αυτή, ανακαλώντας σιωπηρά την προηγούμενη διαθήκη του ως προς το σκέλος που αφορούσε την εταιρία και την κληροδοσία στον Δ. Σ., συστήνοντας πλέον δύο νέες κληροδοσίες υπέρ της Μ. Α. και του ενάγοντας (Α. Δ.) και καταλίποντας συγκεκριμένο ποσοστό μετοχών σε έκαστο εκ των δύο συγκληροδόχων, προκειμένου να συνεχίσει η ομαλή λειτουργία της εταιρίας. Ομοίως και με την τρίτη εκ των ανωτέρω ιδιόγραφων διαθηκών, ο διαθέτης δήλωσε με επάρκεια και σαφήνεια τη βούλησή του σχετικά με τις μετοχές της άνω εταιρίας, τροποποιώντας εκ νέου τη βούλησή του μόνο ως προς τα ποσοστά των μετοχών που κατέλιπε στους ως άνω συγκληροδόχους, ανακαλώντας έτσι σιωπηρά κατά τούτο την προηγούμενη διαθήκη του, ορίζοντας ειδικότερα σε αυτήν (από 12.4.2011 ιδιόγραφη διαθήκη του) ότι άφηνε το 95% των μετοχών της ... που είχαν περιέλθει σε αυτόν ως κληρονομιά μετά το θάνατο της συζύγου του Α. Λ., ήτοι το 95% των 59.500 μετοχών της συζύγου του, δηλαδή 56.525 μετοχές, στην ανιψιά του Μ. Α. συζ. Γ. Μ. και το 5% των δικών του μετοχών (57.000), δηλαδή 2.850 μετοχές, άφηνε στον ενάγοντα. Έτσι, το υπόλοιπο ποσοστό των μετοχών της ανωτέρω εταιρίας, ήτοι ποσοστό 5% των μετοχών από την κληρονομιά της προαποβιώσασας συζύγου του, που αντιστοιχεί σε 2.975 μετοχές και ποσοστό 95% των δικών του μετοχών, που αντιστοιχεί σε 54.150 μετοχές, ήτοι συνολικά (2.975 +54.150 =) 57.125 μετοχές, απέμεινε αδιάθετο. Οι δύο παραπάνω διαθήκες (δεύτερη και τρίτη) σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να ισχύουν ταυτόχρονα, διότι δεν συμπίπτουν τα ποσοστά των μετοχών που αφήνει σε έκαστο των συγκληροδόχων ο διαθέτης και η επόμενη χρονικά διαθήκη (από 12.4.2011) αναιρεί την προηγούμενη (από 19.2.2011) και αφού δεν όρισε διαφορετικά στην τελευταία από 14.4.2011 συμπληρωματική ιδιόγραφη διαθήκη του, ως προς τις αδιάθετες μετοχές επέρχεται η εξ αδιαθέτου διαδοχή και επομένως αυτές κληρονομούνται από τον μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο του διαθέτη, τον εναγόμενο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά το θάνατο του διαθέτη και τη δημοσίευση των παραπάνω διαθηκών του, η Μ. Α. του Φ. και της Α., συζ. Γ. Μ., ως συγκληροδόχος των μετοχών της άνω ανώνυμης εταιρίας, προέβη νομίμως και εμπροθέσμως σε αποποίηση της επαχθείσα σ'αυτήν κληροδοσίας του διαθέτη, αποποιηθείσα οτιδήποτε κληροδότησε σ' αυτή εκείνος με τις ως άνω ιδιόγραφες διαθήκες, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 8361/19.12.2011 δήλωση αποποίησής της ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατόπιν της αποποίησης αυτής επέρχεται προσαύξηση της δικής του μερίδας και καθίσταται έτσι αυτός μοναδικός κληροδόχος του συνόλου των μετοχών του κληρονομουμένου, είναι αβάσιμος διότι, με τις ανωτέρω ιδιόγραφες διαθήκες του αποβιώσαντος, οι οποίες δεν περιέχουν κενά και ασάφειες και επομένως δεν χρήζουν ερμηνείας και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ο διαθέτης συνέστησε δύο αυτοτελείς κληροδοσίες όσον αφορά τις μετοχές της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, προσδιορίζοντας ο ίδιος συγκεκριμένα το ποσοστό των μετοχών, καθώς και την προέλευση αυτών που κατέλιπε σε έκαστο εκ των κληροδόχων και δη, ποσοστό 95% των μετοχών από την κληρονομιά της συζύγου του, που αντιστοιχούσε σε (59.500 x 95% =) 56.525 μετοχές, στην Μ. Α. και ποσοστό 5% των δικών του μετοχών, που αντιστοιχούσε σε (57.000 x 5% =) 2.850 μετοχές, στον ενάγοντα. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη της παρούσας, ο διαθέτης δε συνέστησε κοινό κληροδότημα στο σύνολο των μετοχών της ανώνυμης εταιρίας που είχε στην κυριότητά του υπέρ των ανωτέρω δύο τετιμημένων, αλλά περισσότερες αυτοτελείς κληροδοσίες, προσδιορίζοντας ο ίδιος αυτούσια τον αριθμό των μετοχών που άφηνε στον καθένα, καταλίποντας έτσι ιδιαίτερο αντικείμενο σε έκαστο εξ αυτών. Επομένως, μετά την έκπτωση της συγκληροδόχου Μ. Α., λόγω της αποποίησής της, η μερίδα της δεν προσαυξάνει τη μερίδα του έτερου συγκληροδόχου (ενάγοντος), σύμφωνα με το άρθρο 1976 ΑΚ, αλλά το καταληφθέν ποσοστό μετοχών περιέρχεται στον βεβαρημένο κληρονόμο του διαθέτη, ήτοι τον εναγόμενο. Τούτο δε διότι, μετά την ανάκληση της πρώτης διαθήκης κατά το σκέλος με το οποίο εγκαθίστατο κληρονόμος του το Ελληνικό Δημόσιο και δη στο κτήμα του στη ... ο διαθέτης εν γνώσει του άφησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του αδιάθετο, έχοντας επίγνωση ότι θα επέλθει η εξ αδιαθέτου διαδοχή και ότι θα κληρονομείτο από τον εναγόμενο ανιψιό του, αφού ο αδελφός του Σ. Κ. είχε αποβιώσει πέντε μήνες μήνες πριν απ' αυτόν και δεν μετέβαλε τη βούλησή του, ούτε ανακάλεσε τις διαθήκες του ως προς αυτό. Αντίθετη βούληση του διαθέτη (περί σύστασης κοινού κληροδοτήματος και όχι περισσότερων μεμονωμένων κληροδοσιών), δεν προκύπτει, καθόσον όπως προεκτέθηκε, αναφέρθηκε στις μετοχές της εταιρίας δύο φορές, προσδιορίζοντας μεν, με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, αλλά συγκεκριμένο ποσοστό των μετοχών που κατέλιπε σε έκαστο των συγκληροδόχων, χωρίς να προκύπτει ότι ήθελε να εγκαταστήσει τους ανωτέρω δύο τετιμημένους αποκλειστικά ως κληροδόχους των μετοχών της εν λόγω εταιρίας και όχι άλλα πρόσωπα, ούτε βέβαια να υπεισέλθει, σε περίπτωση έκπτωσης του ενός εκ των κληροδόχων, ο έτερος κληροδόχος στο σύνολο των μετοχών της εταιρίας. Αντιθέτως, αποδείχθηκε με ενάργεια η βούλησή του να μειώσει το ποσοστό των μετοχών που κατέλιπε στον ενάγοντα στην τρίτη ως άνω διαθήκη του από ποσοστό 30% που του κατέλιπε με τη δεύτερη εξ αυτών σε ποσοστό 5%.Εξάλλου,αν υπήρχε κάθε άλλη αντίθετη βούληση του διαθέτη σχετικά με τις ανωτέρω κληροδοσίες, θα την είχε αποτυπώσει στην τελευταία κατά χρονολογική σειρά διαθήκη του, όπως μπορούσε να πράξει, ανακαλώντας τις προηγούμενες, όπως άλλωστε έπραξε με την κληροδοσία που κατέλιπε στο Ελληνικό Δημόσιο, την οποία ανακάλεσε με την τελευταία διαθήκη του. Συνεπώς, δυνάμει των ανωτέρω ιδιόγραφων διαθηκών, σε ποσοστό 5% των ίδιων μετοχών του κληρονομούμενου που αντιστοιχεί σε 2.850 μετοχές,, ενώ το ποσοστό του 95% των μετοχών της συζύγου του διαθέτη, ήτοι (59.500 x 95%) 56.525 μετοχές, που αποτελούσαν τη μερίδα της εκπεσούσας συγκληροδόχου του, περιέρχονται εξ αυτού του λόγου στον βεβαρημένο κληρονόμο του διαθέτη, δηλαδή τον εναγόμενο, ο οποίος θα κληθεί ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος και στην εξ αδιαθέτου διαδοχή για τις υπόλοιπες 57.125 μετοχές που απέμειναν αδιάθετες". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατέληξε ότι δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο εν μέρει, ως βάσιμη στην ουσία της την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, αναγνωρίζοντας το κληρονομικό δικαίωμα του, ως κληροδόχου εκ διαθήκης του αποβιώσαντος στις 30.5.2011 Σ. Κ., (μόνο) σε ποσοστό 5% των μετοχών της εταιρίας με την επωνυμία "....", που αντιστοιχεί σε 2.850 μετοχές, απορρίπτοντας την έφεση του. Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, παρά τα, περί του αντιθέτου, υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1976 και 1807 του ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά και της μη υπαγωγής τους στις εν λόγω διατάξεις, όπως η πρώτη από αυτές αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, ορθώς κρίθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση προσαύξησης στη κληροδοσία, διότι αυτή δεν έγινε επί κοινού κληροδοτήματος ("του ιδίου αντικειμένου"). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος δε πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, κατ' εκτίμηση, ο αναιρεσείων φαίνεται να υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν ερμηνευτικοί κανόνες (που ενάριθμα δεν αναφέρει), πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαραίτητα για τη διάγνωση της επικαλούμενης πλημμέλειας ιστορικά στοιχεία, κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη της παρούσας, και ειδικότερα, ούτε γίνεται επίκληση συγκεκριμένων κανόνων, αλλά ούτε αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ενώ το Δικαστήριο της ουσίας είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλά τουναντίον απαραδέκτως αμφισβητείται η εκτίμηση του για την αληθινή βούληση του διαθέτη, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1375/2002, 512/2018). Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) ενάριθμα τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν προεκτεθεί ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεχθεί αναιρετικά, εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του έλλειψη αιτιολογίας, αντίφαση ή ανεπάρκεια, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της Αρχής jura novit curia η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη (ΑΠ Ολ. 20/2005). Συνεπώς, η έλλειψη αυτή του αναιρετηρίου καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, η οποία δεν παρατίθεται καν στο αναιρετήριο. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί επίσης ως απαράδεκτος κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων πλήττει την εκ των αποδείξεων εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας για την αληθινή βούληση του διαθέτη, που, όπως προαναφέρθηκε, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1348/2017, 1022/2017, 964/2013). Εξάλλου, λόγοι αναιρέσεως αντιφατικοί μεταξύ τους είναι απαράδεκτοι, όπως όταν με τον ένα λόγο προβάλλεται η παραμόρφωση ενός εγγράφου και με τον άλλο η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο του ίδιου εγγράφου. Σε περίπτωση δε κατά την οποία οι λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί, ο δεύτερος από αυτούς απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ ο προτασσόμενος αυτού λόγος ερευνάται (ΑΠ 619/2020, 579/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο και τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθεισών ιδιογράφων διαθηκών του διαθέτη. Οι λόγοι όμως αυτοί είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται σφάλματα διαγνωστικά (ανάγνωσης), αλλά εκτιμητικά, που ανάγονται στην εκτίμηση του εννοιολογικού περιεχόμενου των εν λόγω εγγράφων, αναφορικά με την αληθή βούληση του συντάκτη τους διαθέτη. Τέλος , ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις εν λόγω διαθήκες, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί είναι αντιφατικός σε σχέση με τους προτασσόμενους πιο πάνω από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου λόγους αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου (δεδομένου ότι η επίκληση πλέον των άλλων και του εκ του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έχει γίνει εκ προφανούς παραδρομής, αφού ουδέν απολύτως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο σχετικώς) πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13.6.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 568/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2694/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και 893/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ