Αριθμός 1623/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Γεωργίου Θεοδόση και Νικόλαου-Σέργιου Σακαλή, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1.Κ. Α. του Σ., συνταξιούχου Ε.Τ.Ε., κατοίκου ... 2.Ά. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Λ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4.Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 5. Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 6.Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 7.Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 8.Α. Π. του Δ., συνταξιούχου Ε.Τ.Ε., κατοίκου ..., 9.Ο. Ε. του Γ., κατοίκου ... 10.Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 11.Α. Υ. του Δ., κατοίκου ..., 12.Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 13.Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 14.Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 15.Δ. Γ. του Ι., κατοίκου ... 16.Ι. Δ. του Ε., κατοίκου ... 17. Δ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 18. Ά. Ρ. του Α., κατοίκου ... 19.Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... 20. Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ... 21. Ν. Ξ. του Σ., κατοίκου ... 22. Α. Ρ. του Ι., κατοίκου ..., 23. Μ. Α. του Κ., κατοίκου ... 24.Λ.-Β. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 25.Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 26. Γ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 27.Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 28.Γ. Π. του Δ., κατοίκου ... 29.Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 30.Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 31.Μ. Β. του Α., κατοίκου ..., 32.Θ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 33.Χ. Β. του Μ., κατοίκου ..., 34. Ε. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 35.Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., 36.Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 37. Θ.-Ρ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 38. Φ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 39. Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 40. Α. Γ. του Π., κατοίκου Θ., 41.Α. Κ. του Β., κατοίκου Π. Α., 42. Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 43.Χ. Μ. του Ε., κατοίκου Π. Α., 44. Α. Κ. του Σ., κατοίκου Χ. Α., 45. Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 46.Ά. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 47. Μ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 48.Α. Σ. του Χ., κατοίκου Π.. Φ. Α., 49. Ά. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 50. Ν. Α. του Λ., κατοίκου ..., 51. Ν. Π. του Κ., κατοίκου Π. Π., 52. Ε. Κ. του Μ., κατοίκου Κ.. Π. Α., 53.Γ. Σ. του Κ., κατοίκου Π. Α., 54.Ά. Λ. του Δ., κατοίκου Α. Δ. Α., 55.Ε. Φ. του Ν., κατοίκου Α. Ν. Λ., 56.Φ. Κ. του Δ., κατοίκου Θ.., 57. Ι. Χ. του Μ., κατοίκου Μ., 58. Ά. Β. του Β., κατοίκου Τ. Π., 59.Κ. Μ. του Φ., κατοίκου Β. Α., 60. Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ... 61.Ι. Α. του Κ., κατοίκου ... 62. Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 63. Ε. Α. του Α., κατοίκου Θ.., 64.Π. Π. του Κ., κατοίκου Θ.., 65.Β. Σ.-Ο. του Ν., κατοίκου ..., 66.Γ. Σ. του Κ., κατοίκου ...,67. Ε. Μ. του Κ., κατοίκου Θ.., 68.Δ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 69.Α. Π. του Γ., κατοίκου Κ. Α., 70.Π. Π. του Κ., κατοίκου Α. Α., 71. Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 72.Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 73.Ε. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 74.Ν. Α. του Δ., κατοίκου ..., 75. Η. Γ. του Λ., κατοίκου Β. Α., 76. Α. Θ. του Κ., κατοίκου Β. Α., 77. Π. Π. του Ι., κατοίκου Α. Ν. Κ., 78.Γ. Α. του Κ., κατοίκου Θ.., 79.Μ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 80.Κ. Κ. του Ν., κατοίκου Κ. Α., 81. Σ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 82.Κ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., 83.Ε. Ν. του Π., κατοίκου Χ. Α., 84.Β. Α. του Σ., κατοίκου Β. Α., 85.Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 86.Μ. Ζ. του Π., κατοίκου Χ. Α., 87.Ε. Κ.-Κ. του Α., κατοίκου Β. Α., 88.Φ. Μ. του Δ., κατοίκου Π. Α., 89.Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 90.Μ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 91.Ό.-Σ. Λ. του Θ., κατοίκου Π.. Ψ. Α., 92.Ά.-Π. Λ. του Θ., κατοίκου Π.. Ψ. Α., 93.Ε. Ξ. του Ν., κατοίκου Γ. Ε., 94. Μ. Β. του Α., κατοίκου Χ., 95.Ε. Ρ. του Α., κατοίκου ..., 96.Δ. Χ. του Π., κατοίκου Ν.. Κ. Α., 97Νικολάου Ν. του Γ., κατοίκου Χ. Α., 98. Έ. Τ. του Ν., κατοίκου Χ. Α., 99.Β. Δ. του Α., κατοίκου ... 100.Σ. Ν. του Σ., κατοίκου Α. Β., 101. Γ. Ο. του Α., κατοίκου Α. Α., 102. Π. Γ. του Γ.,κατοίκου Α. Α., 103.Ν. Π. του Γ., κατοίκου Β. Σ., 104.Ε. Ν. του Α., κατοίκου Λ., 105.Β. Τ. του Ν., κατοίκου Σ. Α., 106. Ν. Γ. του Α., κατοίκου Κ. Α., 107. Ι. Χ. του Π., κατοίκου Χ. Α., 108. Ζ. Δ. του Κ., κατοίκου Π. Α., 109.Α. Σ. του Ν., κατοίκου Α. Α., 110. Ε. Σ. του Χ., κατοίκου Χ. Α., 111.Ν. Α. του Κ., κατοίκου Π. Α., 112. Π. Α. του Γ., κατοίκου Ν. Χ. Α., 113.Α. Σ. του Κ., κατοίκου Α. Α., 114. Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 115. Μ. Β. του Φ., κατοίκου Κ. Α., 116. Ρ. Θ. του Π., κατοίκου ..., 117. Ε. Λ. του Α., κατοίκου Π.. Π. Α., 118.Κ. Μ. του Σ., κατοίκου Α. Α., 119. Ά. Α. του Δ., κατοίκου ..., 120.Ε. Μ. του Μ., κατοίκου Α. Δ. Α., 121. Β. Μ. του Μ., κατοίκου Α. Δ. Α., 122.Ε. Α. του Ι., κατοίκου Α.. Γ. Α., 123. Χ. Δ. του Λ., κατοίκου Ν. Μ. Χ., 124.Μ. Π. του Ν., κατοίκου Σ., 125.Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 126.Σ. Π. του Ι., κατοίκου Ν.. Η. Α., 127. Α. Κ. του Α., κατοίκου Π., 128.Β. Δ. του Χ., κατοίκου Χ. Ν., 129. Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 130.Α.-Χ. Σ. του Δ., κατοίκου Π., 131.Μ. Σ. του Β., κατοίκου Π., 132.Α. Φ. του Α., κατοίκου ..., 133.Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ... 134.Ν. Α. του Α., κατοίκου Π., 135. Φ. Π. του Ν., κατοίκου Κ. Α., 136. Μ. Υ. του Γ., κατοίκου ..., 137. Β. Α. του Κ., κατοίκου Λ., 138. Μ. Α. του Δ., κατοίκου Λ., 139.Ζ. Κ. του Γ., κατοίκου Γ. Α., 140. Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 141.Ν. Π. του Ε., κατοίκου Π. Α., 142.Β. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 143.Ι. Τ. του Ε., κατοίκου Α. Α., 144.Χ. Σ. του Σ., κατοίκου Α. Δ. Α., 145.Α. Λ. του Φ., κατοίκου Α. Α., 146.Δ. Α. του Γ., κατοίκου Μ. Α., 147. Ν. Κ. του Θ., κατοίκου Μ. Α., 148.Ά. Μ. του Γ., κατοίκου Α. Α., 149.Θ. Λ. του Φ., κατοίκου Α. Α., 150.Σ. Γ. του Α., κατοίκου Α. Α., 151. Σ. Ζ. του Β., κατοίκου Π. Α., 152.Σ. Χ. του Δ., κατοίκου Π. Α.,153.Γ. Π. του Κ., κατοίκου Κ. Α.,154.Ά. Π. του Ε., κατοίκου Κ. Α., 155. Ε. Φ. του Χ., κατοίκου Β. Α., 156. Α. Α. του Ξ., κατοίκου Β. Α., 157.Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., 158. Α. Ν. του Σ., κατοίκου Ε. Θ., 159.Μ.-Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 160. Α.. Σ.. του Ι.., κατοίκου Α.., 161.Σ.. Π.. του Γ.., κατοίκου ..., 162. Γ. Ζ. του Μ., κατοίκου Ν. Α., 163.Π. Ε. του Ν., κατοίκου ...,164.Γ. Θ. του Φ., κατοίκου Τ., 165.Κ. Λ. του Π., κατοίκου Τ., 166. Ν. Κ. του Α., κατοίκου Τ., 167.Ά. Φ. του Α., κατοίκου Μ. Α., 168. Μ. Σ. του Γ., κατοίκου Τ., 169. Γ. Π. του Ν., κατοίκου Λ., 170. Ν. Σ. του Κ., κατοίκου Γ. Α., 171. Γ. Κ. του Δ., κατοίκου Τ., 172. Π. Φ. του Γ., κατοίκου Π. Α., 173. Κ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 174.Β. Θ. του Χ., κατοίκου Α. Σ. Α.,175.Μ. Λ. του Ε., κατοίκου Χ. Α., 176. Κ. Ν. του Ε., κατοίκου ..., 177. Ν. Α. του Ε., κατοίκου Α. Α., 178.Ε. Μ. του Π., κατοίκου Δ. Β., 179. Μ. Τ. του Α., κατοίκου Θ.., 180.Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 181.Σ. Β. του Ε., κατοίκου Χ. Ν., 182. Δ. Β. του Α., κατοίκου Ρ. Α., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Χανιώτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-7-2018 δύο αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 794/2019οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3252/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, που καθορίζει κατά τρόπο αποκλειστικό τον τύπο της παροχής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο στην ενώπιον του Αρείου Πάγου αναιρετική διαδικασία, κατά την εκδίκαση των εργατικών διαφορών, η πληρεξουσιότητα παρέχεται με συμβολαιογραφική πράξη ή την προφορική δήλωση του διαδίκου ή του εκπροσωπούντος αυτόν οργάνου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η μη χορήγηση της πληρεξουσιότητας με έναν από τους ανωτέρω τρόπους, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ. 104 του ΚΠολΔ), έχει ως αποτέλεσμα να μην παρίσταται νομίμως ο φερόμενος ως εκπροσωπούμενος από τον μη εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο διάδικος και να θεωρείται δικονομικά απών (ΑΠ 536/2020). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1695/2017). Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1387/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, ενώ σχετική αναφορά δεν περιέχεται στις προτάσεις που κατέθεσαν. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, οι απολειπόμενοι ναιρεσίβλητοι φέρονται να εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Γεώργιο Χανιώτη του ΔΣΑ. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι στον ως άνω δικηγόρο Αθηνών χορηγήθηκε η σχετική πληρεξουσιότητα με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Ούτε, επίσης, προκύπτει η κλήτευση των ως άνω αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί, κατά την εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι 2η, 3ος, 10ος, 12ος, 15ος, 22ος, 27ος, 35η, 36η, 38η, 39η, 40η, 43ος, 46η, 49η, 53ος, 60ος, 66ος, 72ος, 74ος, 76ος, 81η, 82η, 86η, 87η, 88η, 94η, 99η, 100η, 114ος, 117η, 119η, 124η, 127η, 132ος, 134ης, 135ης, 136ης, 139ης, 140ης, 142ης, 146ος, 147ος, 168ης, 173ος, 174ης, και 177ος των αναιρεσειόντων επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Στο άρθρο 22 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία". Στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει". Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή, να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας. Με τη δεύτερη διάταξη, από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά". Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη" (ΟλΑΠ 9/2012). Όμως, και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθεί ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών". Πριν από την ισχύ του ως άνω νόμου, είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων μπορούσε να συμφωνηθεί, μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία, η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κ.λπ.), διότι τέτοιους, ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών, για ασφαλιστικές παροχές (ΑΚ 361, άρθρο 4 παρ.7 του α.ν. 1022/1946), ενώ και με τις προγενέστερες διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 281/1914 και ν. 33 επ. του από 15/20.5.1920 β.δ. "Περί επαγγελματικών σωματείων" είχε ειδικώς προβλεφθεί η δυνατότητα των αναγνωρισμένων επαγγελματικών σωματείων να ιδρύουν ως ίδια νομικά πρόσωπα, με χωριστή διαχείριση, και να συντηρούν Αλληλοβοηθητικά Ταμεία, με σκοπό, εκτός των άλλων, την περίθαλψη των μελών τους και τη χορήγηση παροχών εις χρήμα σε "μέλη ανίκανα προς εργασίαν ένεκα γήρατος, δυστυχήματος ή νόσου, ή εις οικογενείας αποβιωσάντων μελών", τα δε ταμεία διατήρησαν τη λειτουργία τους με το άρθρο 13 του ν. 6298/1934 "Περί Κοινωνικών ασφαλίσεων", με τον οποίο θεσμοθετήθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η επικουρική κοινωνική ασφάλιση. Οι ως άνω λογαριασμοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρείες ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία, ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1238/2020, 1330/2018). Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 1444/2019). Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ, με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- ΤΕΑΜ και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία θεωρούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, ΑΠ 1243/2019). Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται, δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων, στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται, για την αυτή απασχόληση, στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ. Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17.10.1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ". Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι, για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφόσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%. Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κλπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά. Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....". Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι "Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή εφάπαξ βοηθήματα εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος...". Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν. Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11% και με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ. 1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη. Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1.1.1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 ότι "Από 1.1.1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1. Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης. Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές η άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι για τους εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-9-2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β` 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ) και ιδίως το ΔΛΠ αρ.19, το οποίο επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων. Στον ίδιο ως άνω Κανονισμό 1725/2003, για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ορίζεται ότι: "...4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών. Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δεν θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους. Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα...". Συνεπώς, ενώ δίδεται ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται μόνο εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών. Με βάση τον ανωτέρω ορισμό, προκειμένου περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές προς τους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότηση, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο, που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως σε ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη. Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών, που καταβάλλονται από την Τράπεζα- εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας. Ενόψει του ότι, επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών, η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών, βαρύνει τον εργαζόμενο. Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες, έχουν αναλάβει την νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν πέραν των, λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσης, διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές. Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΑΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους, τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα το να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο, γι` αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ` επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων. Για να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση, υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση, προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων, των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005, στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58). Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58). Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62). Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 συστήθηκε ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση, και το οποίο (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.). Με τις εν λόγω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010, ΑΠ 1238/2020, 1243/2019). Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι ο νομοθέτης μπορεί να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικά σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικά από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και μάλιστα ανεξάρτητα από τις συμφωνίες μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, τα οποία (ταμεία) μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα καταρχήν με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (ΟλΣτΕ 431-436/2022, ΑΠ 1243/2019). Ταυτόχρονα, όμως, η παρέμβασή του υπαγορεύτηκε από τη σπουδαιότητα την οποία ο ίδιος αναγνώρισε στο γεγονός ότι η εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων από τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, σε συνδυασμό αφενός με τη διαιώνιση της υποχρέωσής τους να εξασφαλίζουν στα οικεία επικουρικά ταμεία τους πόρους που απαιτούνται για την πληρωμή των οφειλομένων ασφαλιστικών παροχών και αφετέρου με την αναμενόμενη σημαντική μείωση των προς τα ταμεία ασφαλιστικών εισφορών μετά την από 1.1.2005 υποχρεωτική υπαγωγή των νέων ασφαλισμένων στο ΕΤΕΑΜ, θα έθετε σε κίνδυνο την κεφαλαιακή τους επάρκεια, εφόσον δε η έλλειψη κεφαλαιακής επάρκειας οδηγούσε στην ανάκληση της άδειας λειτουργίας ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων, θα ετίθετο ζήτημα που ενδιέφερε γενικότερα την εθνική οικονομία (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1243/2019). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως, με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός, με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών παροχών εν είδει συντάξεως σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός αν και στερείται νομικής προσωπικότητας είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον συμβατικής προέλευσης κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησής του υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης, ειδικής, πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (= εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Ωστόσο, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζομένου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της (ΑΠ 1174/2017). Ωστόσο, η συνταξιοδοτική παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ΑσφΝ 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρηματική συνήθεια. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών οι μεν 1ος έως και 100ος την 69114/2021/13.7.2018 και οι 101ος έως και 182ος την 69133/2023/13.7.2018 αγωγή, στις οποίες ιστορούσαν ότι ήταν πρώην εργαζόμενοι της αναιρεσείουσας και ήδη συνταξιούχοι και δικαιούχοι παροχής καταβλητέας μηνιαίως μέσω λογαριασμού με τον τίτλο "Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας (ΛΕΠΕΤΕ)", μη έχοντος νομικής προσωπικότητα και συσταθέντος το έτος 1949, οπότε και εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας του από το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, κατόπιν συλλογικής συμφωνίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και των αναιρεσιβλήτων. Ότι η παροχή αυτή συνιστούσε μισθολογικό, μετεργασιακό αντάλλαγμα για την εργασία που παρείχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου και ότι ο λογαριασμός ήταν μόνο τυπικά αυτοδιοικούμενος καθώς η αναιρεσείουσα είχε δεσπόζοντα ρόλο στη λειτουργία του, εγγυώμενη την καταβολή της παροχής, για την οποία δεν υπήρχε δυνατότητα μείωσης, έχοντας δημιουργήσει σύστημα εγγυημένων και προκαθορισμένων παροχών που αποτέλεσαν όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους. Ότι, επικουρικά, η αναιρεσείουσα κάλυπτε τα ταμειακά ελλείμματα του λογαριασμού, με αποτέλεσμα να τούς καταβάλλονται οι παροχές που δικαιούνταν, δημιουργώντας έτσι επιχειρησιακή συνήθεια, έως το Νοέμβριο του 2017, οπότε και διέκοψε την καταβολή της εν λόγω παροχής. Σε ακολουθία του ιστορικού αυτού ζητούσαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να τούς καταβάλει τα ποσά που αντιστοιχούσαν στη μηνιαία επικούρηση για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Οκτώβριο του 2018. Οι αγωγές συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν με την 794/2019 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Μετά την άσκηση εφέσεως, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για τους 26ο και 104η των εναγόντων, για τον λόγο ότι είχαν ήδη παραιτηθεί νομοτύπως από το δικόγραφο της αγωγής, με λόγους εφέσεως ότι α) η ΕΤΕ είχε εγγυηθεί την καταβολή της παροχής, για την οποία δεν υπήρχε δυνατότητα μείωσης της, δημιουργώντας ένα σύστημα προκαθορισμένων και εγγυημένων παροχών, η δε καταβολή αποτέλεσε όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων και β) επικουρικά είχε δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια βάσει της οποίας η ΕΤΕ ήταν υποχρεωμένη στην καταβολή της παροχής, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3252/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ως προς τις κρίσιμες για τον αναιρετικό έλεγχο παραδοχές της δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) είναι πρώην υπάλληλοι της εναγομένης (αναιρεσείουσας) ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ και ήδη συνταξιούχοι, έχουν δε κριθεί δικαιούχοι μηνιαίας παροχής την οποία λάμβαναν μέσω ειδικού λογαριασμού, που συστάθηκε ειδικώς για το σκοπό αυτό με τον τίτλο "Λογαριασμός Επικούρησης Προσωπικού της Έθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.). Ότι από το μήνα Δεκέμβριο του 2017 οι ενάγοντες έπαυσαν να λαμβάνουν τη μηνιαία παροχή λόγω της ανεπάρκειας των διαθέσιμων κεφαλαίων ενώ και η εναγομένη έπαψε να καταβάλλει τα ποσά που υπολείπονταν ώστε να καταστεί εφικτή η καταβολή στους δικαιούχους τους, επικαλούμενη ότι πέραν από την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 του Κανονισμού του Λογαριασμού καταβολή της εισφοράς της, ανερχομένης στο 9% επί των αποδοχών των εν ενεργεία μισθωτών της, δεν είναι υποχρεωμένη να χρηματοδοτεί το λογαριασμό αυτό. Ότι κατά την 13/18.11.1949 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης συστάθηκε ο ως άνω λογαριασμός με ταυτόχρονη έγκριση του Κανονισμού Λειτουργίας του. Ότι σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού, ο εν λόγω έντοκος ειδικός λογαριασμός ιδρύθηκε με σκοπό την παροχή μηνιαίας επικουρήσεως στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Τράπεζας με την πρόβλεψη ότι θα πιστώνονταν στο λογαριασμό οι προβλεπόμενοι από τη διάταξη του άρθρου 3 του Κανονισμού πόροι. Ότι ο Κανονισμός εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης και τέθηκε σε ισχύ από την 1.10.1946, τροποποιήθηκε δε την 1.1.1996 για να συμπεριλάβει και το προσωπικό της Τράπεζας Αθηνών που συγχωνεύτηκε με την εναγομένη. Ότι με νεότερη τροποποίηση του Κανονισμού βάσει της 1359/2008 απόφασης του ΔΣ της εναγομένης το Λογαριασμό διαχειρίζεται οκταμελής διαχειριστική επιτροπή αποτελούμενη από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΤΕ (ως Πρόεδρο), δύο υπαλλήλους της Τράπεζας, οριζόμενους από εκείνη, τους προέδρους των ΔΣ του ΤΥΠΕΤΕ, του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ, Ταμιακών, Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), ένα μέλος του ΔΣ του ΤΥΠΕΤΕ και τον Πρόεδρο του ΔΣ του Συλλόγου Συνταξιούχων ΕΤΕ, ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "Η Διαχειριστική Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσία του ειδικού λογαριασμού και μεριμνά για την επωφελεστέρα τοποθέτηση των διαθεσίμων κεφαλαίων, απαγορευομένης πάσης χορηγήσεως δανείων, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, ως και των υπ' αυτού ενεργουμένων καταβολών, συμφώνως προς τα δια των σχετικών άρθρων καθοριζόμενα. Ομοίως αποφασίζει κυριαρχικώς, συμφώνως τω άρθρω 9 εδ. 3, περί του ποσού της καταβλητέας εκάστοτε εις τους δικαιούχους επικουρήσεως, αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του Ειδικού Λογαριασμού, της αποφάσεώς της ισχυούσης καθολικώς δι' άπαντας τους επικουρουμένους, ήτοι τόσον δια τους μέχρι της ισχύος ταύτης επικουρουμένους όσον και τους μετ' αυτήν, ή περί επιστροφής γενομένων κρατήσεων εις μη δικαιωθέντας επικουρήσεως, ή περί διακοπής απονεμηθείσης επικουρήσεως και εγκρίνει τους προϋπολογισμούς, ισολογισμούς και απολογισμούς, βάσει του ημερολογιακού έτους". Ότι κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του εν λόγω Κανονισμού, πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών και της ΕΤΕ, ποσοστού 3,5% και 9%, αντίστοιχα, επί των πάσης φύσεως αποδοχών των μισθωτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της Τράπεζας, η εισφορά γάμου των ασφαλισμένων, η εφάπαξ εισφορά για την απόκτηση τέκνου, εισφορά της ΕΤΕ ίση με την καταβαλλόμενη από τους ασφαλισμένους λόγω γάμου και τέκνων, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κλπ. Ότι, τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του Κανονισμού "1. Εκ του συνόλου των ετησίων εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού, καθορίζεται υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής το ποσοστό της κρατήσεως, βάσει των εκάστοτε λογιστικών δεδομένων, δια τον σχηματισμό αποθεματικού. Το απομένον υπόλοιπο χρησιμοποιείται προς εξυπηρέτηση των επικουρήσεων. 2. Η επικούρηση των δικαιούχων του άρθρου 8 του παρόντος καθορίζεται σε ποσοστό επί των συνταξίμων αποδοχών, ανάλογα των συνταξίμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως παρακάτω (....). 8. Το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ- ΤΕΑΜ για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου. 9. Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας. Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό". Ότι από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά συμβατικής προέλευσης (ΑΚ 361) ειδικό λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας, ο οποίος στερείται νομικής προσωπικότητας και έχει ως βασικό σκοπό τη μετεργασιακή επικούρηση των αποχωρούντων από την ενεργό υπηρεσία υπαλλήλων της εναγομένης (με τη μορφή επικουρικής μηνιαίας σύνταξης). Ότι πρόκειται, επομένως, για ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος ιδρύθηκε και διατηρείται επί περίπου εβδομήντα έτη από την εναγομένη ως εργοδότρια, λειτουργώντας ως εσωτερική υπηρεσία της, στελεχωμένη από υπαλλήλους της, οι οποίοι ορίζονται κάθε φορά από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του Λογαριασμού. Ότι, συνακόλουθα, ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη, ενόψει και του ότι ουδέποτε υπήρξε στον εν λόγω λογαριασμό οιαδήποτε κρατική εποπτεία ή παρέμβαση τόσο κατά την ίδρυσή του όσο και κατά τη λειτουργία του και ιδίως τη χρηματοδότησή του. Ότι οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από την υποχρεωτική υπαγωγή, δυνάμει των διατάξεων του ν. 3371/2005, των προσλαμβανομένων στην εναγομένη από την 1-1-2005 και μετά στην επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ (Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών) αντί αυτής του ΛΕΠΕΤΕ, δοθέντος ότι ο νομοθέτης δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον, όμως, τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται με νόμο ούτε αφαιρείται η περιουσία τους και, ως εκ τούτου, καταλείπεται έδαφος να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών. Ότι ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και εφόσον ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συστήθηκε ούτε λειτούργησε ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, ουδέποτε η εναγομένη, μέχρι και το έτος 2017, εφάρμοσε στο λογαριασμό τις κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις του ν. 2084/1992, όπως εκείνη του άρθρου 52 παρ.2 περί εισφοράς 1 προς 1 ασφαλισμένου και εργοδότη στους πόρους του λογαριασμού, ενώ αντίθετα εξακολούθησε να εφαρμόζει την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ εισφορά του 3,5% από τους ασφαλισμένους επί των πάσης φύσεως μισθολογικών αποδοχών τους προς 9% επί των ως άνω αποδοχών από την ίδια. Ότι το γεγονός ότι ο λογαριασμός δεν συνιστά φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά φορέα ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, επιβεβαίωσε ομόφωνα και η Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ κατά την .../26-10-1995 συνεδρίασή της, κατά την οποία ρητώς αποδέχθηκε τη συμβατική φύση του λογαριασμού και προσδιόρισε τον κύριο σκοπό του, ως αναγόμενο στην οικονομική ενίσχυση των αποχωρούντων από την υπηρεσία εργαζομένων της ΕΤΕ, εκ των οποίων συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση δεν έχει το χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης, αλλά εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που είχε καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της εναγομένης. Ότι υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι από το έτος 1995, με τροποποίηση του άρθρου 9 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ και κατόπιν ομόφωνης απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής, αποσυνδέθηκε ο υπολογισμός των επικουρήσεων του λογαριασμού από τις εκάστοτε καταβαλλόμενες συντάξιμες αποδοχές των δικαιούχων και έκτοτε γίνεται επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων μισθολογικών αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της εναγομένης. Ότι κατά την ως άνω τροποποίηση καταργήθηκε και η παρ.3 του άρθρου 9 αυτού, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα μείωσης των χορηγούμενων επικουρήσεων, κατόπιν απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής και έγκρισης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, βάσει της εκάστοτε οικονομικής κατάστασης του λογαριασμού και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται πλέον στη διακριτική ευχέρεια των οργάνων διαχείρισης του ΛΕΠΕΤΕ η περικοπή του ύψους των καταβαλλόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του. Ότι, λόγω του ότι από τον Ειδικό Κανονισμό δεν προκύπτει ότι προβλέπεται από συγκεκριμένη διάταξη αυτού νομική δέσμευση της εναγομένης να καλύπτει, πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 εισφοράς της, τα όποια προκύπτοντα χρηματικά ελλείμματα του λογαριασμού, ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η καταβολή στους ασφαλισμένους του των προβλεπόμενων μηνιαίων επικουρήσεων, συνάγεται κατ' αρχάς ότι προϋπόθεση καταβολής των επικουρήσεων είναι η οικονομική βιωσιμότητα του λογαριασμού, ο οποίος συνακόλουθα δεν λειτουργεί ρητά ως πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, σύμφωνα με το υπ' αριθμό 19 Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο. Ακολούθως, η αναιρεσιβαλλομένη, ερευνώντας "εάν υφίσταται τεκμαιρόμενη δέσμευση της εναγομένης ως εργοδότριας να καλύπτει της οικονομικές αδυναμίες του λογαριασμού για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, βάσει πρακτικής, με τη μακρόχρονη εκ μέρους της κάλυψη των σχετικών ταμειακών ελλειμμάτων, ώστε να προκύπτει η κατάρτιση σιωπηρής συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της πρακτικής αυτής στο διηνεκές", δέχθηκε τα εξής: Ότι, όπως εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή και συνομολογείται από την εναγομένη, η τελευταία προέβαινε, κατά τα τελευταία δέκα τουλάχιστον έτη, σε αδιάλειπτη κάλυψη των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και μάλιστα, παρά τα οριζόμενα στη διάταξη του εδ. γ' της παρ.2 του άρθρου 52 του ν. 2084/1992, ο οποίος απαγόρευε στους εργοδότες των ασφαλισμένων σε επικουρικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης (όπως ο ΛΕΠΕΤΕ, κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης) να καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα των φορέων αυτών με ποσά που υπερέβαιναν τα καταβληθέντα για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992. Ότι η ανάγκη χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ ανέκυψε επιτακτικά από το 2005, όταν ο λογαριασμός άρχισε να εμφανίζει ταμειακά ελλείμματα, οφειλόμενα αφενός στις αποφασισθείσες αυξήσεις των καταβαλλόμενων επικουρήσεων σε όλους τους εξερχόμενους πριν την 1-11-2004 δικαιούχους του και αφετέρου -ιδίως- στην υποχρεωτική, βάσει του ν. 3371/2005, υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων από την 1-1-2005 εργαζομένων της εναγομένης στο ΕΤΕΑΜ και όχι στον ΛΕΠΕΤΕ, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταστεί χρηματοδοτούμενος από κλειστή ομάδα εν ενεργεία εργαζομένων της ΕΤΕ, που έβαιναν συνεχώς μειούμενοι, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μειώνεται βαθμιαία η τροφοδότηση του λογαριασμού από εισφορές των εργαζομένων και της εναγομένης και να αναμένεται μελλοντικά η παύση χρηματοδότησης του λογαριασμού από τις πηγές αυτές. Ότι για το λόγο αυτό και προκειμένου να διασφαλισθεί η ταμειακή επάρκεια του λογαριασμού, ο οποίος από την ίδρυσή του λειτουργεί ως ομάδα περιουσίας, αποφασίσθηκε ομόφωνα, κατά την .../26-10-2005 συνεδρίαση της Διαχειριστικής του Επιτροπής, η ανασυγκρότηση της επιτροπής επενδύσεών του, έτσι ώστε να μετέχουν σε αυτή, εκτός από τους προέδρους του ΔΣ του ΤΥΠΕΤΕ, του ΣΥΕΤΕ και του Συλλόγου Συνταξιούχων της ΕΤΕ, που τη συγκροτούσαν μέχρι τότε, και δύο υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης και συγκεκριμένα ο Γενικός Διευθυντής της Διεθνικής ΑΕ και ο Διευθυντής Διαχείρισης και Χρηματαγοράς, οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις της χρηματαγοράς και οι οποίοι, κατόπιν ρητής απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ, θα συνεργάζονταν υποχρεωτικά με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο του ΛΕΠΕΤΕ για θέματα επενδύσεων του αποθεματικού του λογαριασμού. Ότι έκτοτε έγινε προσπάθεια οικονομικής ενδυνάμωσης του ΛΕΠΕΤΕ με επενδυτικές κινήσεις, που οδήγησαν μάλιστα στην κατηγοριοποίηση του ΛΕΠΕΤΕ σε "επαγγελματία πελάτη", κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3606/2007, όπως άλλωστε επιβεβαιώθηκε ομόφωνα στην 455/23-2-2010 συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του. Ότι, αν και μοναδικός σκοπός της επενδυτικής επιτροπής ήταν η επωφελής τοποθέτηση των διαθεσίμων κεφαλαίων του λογαριασμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού του, η επιτροπή, υπό τη νέα διευρυμένη σύνθεσή της, προέβη συστηματικά σε επένδυση των αποθεματικών του ΛΕΠΕΤΕ αποκλειστικά σε μετοχές της ΕΤΕ, με αποτέλεσμα, όταν με την πάροδο των ετών μειώθηκε ραγδαία η αξία των εν λόγω μετοχών, να μειωθούν αναλόγως τα αποθεματικά του ΛΕΠΕΤΕ και να σημειωθούν τα πρώτα ταμειακά του ελλείμματα. Ότι στην οικονομική αποδυνάμωση του ΛΕΠΕΤΕ συνέτειναν περαιτέρω οι επιχειρηματικές αποφάσεις της εναγομένης να εξαγγέλλει, κατά καιρούς, προγράμματα εθελουσίας εξόδου των εργαζομένων της, προκειμένου να πετύχει μείωση των δαπανών της από μισθολογικό κόστος (ενδεικτικά αναφέρονται προγράμματα εθελουσίας εξόδου των ετών 2000, 2001, 2002, 2004, 2006, 2008, 2013 και 2016, κατά τη διάρκεια των οποίων αποχώρησαν από την ΕΤΕ πάνω από 7.000 εργαζόμενοι). Ότι συγκεκριμένα, από την εφαρμογή των προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου, ο ΛΕΠΕΤΕ, αφενός απώλεσε σημαντικό ποσοστό των πόρων του και δη των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, λόγω της πρόωρης αποχώρησης από την ενεργό υπηρεσία μεγάλου αριθμού εργαζομένων, και αφετέρου υποβλήθηκε πολύ νωρίτερα στο κόστος της καταβολής επικουρήσεων σε αυτούς που αποχώρησαν, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η αναλογιστική ισορροπία του λογαριασμού, αφού αποδυναμώθηκε το κεφάλαιό του. Ότι από το έτος 2005 και μετά, σε όλους τους προϋπολογισμούς του ΛΕΠΕΤΕ, τα έξοδα του λογαριασμού (από τις παροχές) άρχισαν να υπερβαίνουν βαθμιαία τα έσοδά του (από τις εισφορές), γεγονός που οδήγησε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά του και δημιούργησε οξύ πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, ως προς την καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων στους δικαιούχους του. Ότι, σε σχέση με την κάλυψη από την εναγομένη των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, από το έτος 2007 έως και το έτος 2017, ακολουθήθηκε η αδιάλειπτη χρηματοδότηση του λογαριασμού εκ μέρους της με την καταβολή, πέραν της προβλεπόμενης εισφοράς της 9% επί των αποδοχών των εν ενεργεία εργαζομένων της, των απαιτούμενων κάθε φορά ταμειακών ελλειμμάτων του λογαριασμού, ώστε να καθίσταται εφικτή η συνέχιση καταβολής των προβλεπόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του Κανονισμού. Ότι, ειδικότερα, η ΕΤΕ κατέβαλε στο λογαριασμό το έτος 2007 το ποσό των 13.631.000 ευρώ, το έτος 2008 το ποσό των 16.150.000 ευρώ (ήτοι 3.500.000 + 3.000.000 + 6.100.000 + 3.550.000), το έτος 2009 το ποσό των 10.650.000 ευρώ (ήτοι 3.500.000 + 3.550.000 + 3.600.000), το έτος 2010 το ποσό των 2.260.000 ευρώ, το έτος 2011 το ποσό των 1.565.000 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 5.350.000 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 3.900.000 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 6.600.000 ευρώ, το έτος 2015 το ποσό των 7.800.000 ευρώ, το έτος 2016 το ποσό των 6.900.000 ευρώ και το έτος 2017 το ποσό των 12.160.000 ευρώ. Ότι για όλες τις ανωτέρω καταβολές καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης και του ΛΕΠΕΤΕ, εκπροσωπούμενου από τη Διαχειριστική Επιτροπή του, ιδιωτικά συμφωνητικά συμβάσεων δανείων, με τα οποία προβλέφθηκε ότι οι χορηγήσεις των αντιστοίχων ποσών συνιστούσαν απλώς έκτακτες ταμειακές διευκολύνσεις, χωρίς να δημιουργούν δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή τους στο μέλλον και χωρίς να συνιστούν αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης προς καταβολή αυτών και ότι, περαιτέρω, ο δανειζόμενος ΛΕΠΕΤΕ αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέψει στην εναγομένη τις εν λόγω ταμειακές διευκολύνσεις, το συντομότερο δυνατόν, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές του. Ότι οι επικαλούμενες από την εναγομένη ως άνω δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες, καθόσον καταρτίσθηκαν με αντισυμβαλλόμενο τον ΛΕΠΕΤΕ, ο οποίος δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα ούτε ικανότητα διαδίκου και, ως εκ τούτου, στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας για την ανάληψη συμβατικής ευθύνης από την κατάρτιση δανείου. Ότι, περαιτέρω, ο ΛΕΠΕΤΕ δεν μπορούσε να εκπροσωπηθεί δικαιοπρακτικά για την κατάρτιση δανειακών συμβάσεων από τη Διαχειριστική Επιτροπή, καθόσον από καμία διάταξη του Κανονισμού του δεν χορηγείται αρμοδιότητα ανάληψης υποχρεώσεων για το λογαριασμό εκ μέρους της Επιτροπής. Ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν καταρτισθεί νόμιμα, προκύπτει αδιαμφισβήτητα από το περιεχόμενό τους ότι επρόκειτο για συμβάσεις, που χαρακτηρίσθηκαν προσχηματικά από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ως δανειακές, καθόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι γνώριζαν εξαρχής ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία επιστροφής των χρημάτων από τον ΛΕΠΕΤΕ στην εναγομένη στο διηνεκές, ενόψει της προδιαγεγραμμένης αδυναμίας οικονομικής ανάκαμψης του λογαριασμού στο μέλλον. Ότι επρόκειτο, συνεπώς, για εικονικές και, ως εκ τούτου, άκυρες δανειακές συμβάσεις, οι οποίες συνιστούσαν στην πραγματικότητα οικειοθελείς παροχές της εναγομένης προς τους δικαιούχους του ΛΕΠΕΤΕ, με τη μορφή της άνευ νομικής υποχρέωσης διαρκούς χρηματοδότησής του, προς επίτευξη της αδιάλειπτης εκ μέρους του παροχής των επικουρήσεων. Ότι οι ως άνω οικειοθελείς παροχές της εναγομένης έλαβαν χώρα χωρίς διατύπωση ρητής επιφύλαξης διακοπής τους στο μέλλον, καθόσον προϋπόθεση της "επιφύλαξης ελευθεριότητας" της οικειοθελούς παροχής στο μέλλον συνιστά η προηγούμενη γνωστοποίησή της από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, η οποία ωστόσο ουδέποτε υπήρξε στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον δεν προέκυψε ότι το περιεχόμενο των ιδιωτικών συμφωνητικών δανείων κατέστη γνωστό στους εργαζομένους της εναγομένης ή ότι ενημερώθηκαν αυτοί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την εναγομένη για το ενδεχόμενο διακοπής της καταβολής των επικουρήσεων στο μέλλον. Ότι, συνεπώς, ευλόγως δημιουργήθηκε στους δικαιούχους επικουρήσεων (πρώην και νυν εργαζομένους της ΕΤΕ), μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες, η πεποίθηση ότι οι επικουρήσεις θα εξακολουθούσαν να καταβάλλονται ανελλιπώς και στο μέλλον, παρά τις όποιες ταμειακές δυσχέρειες του λογαριασμού, δημιουργώντας βάσιμο δικαίωμα προσδοκίας για την παροχή τους. Ότι ενόψει όλων των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι από τη γενική, μακρόχρονη και ομοιόμορφη συμπεριφορά της εναγομένης, που συνίσταται στην κάλυψη, επί έντεκα τουλάχιστον συναπτά έτη, των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να λαμβάνουν οι δικαιούχοι του τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό του μηνιαίες επικουρήσεις, καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της εναγομένης και αφετέρου των εργαζομένων της -δικαιούχων του ΛΕΠΕΤΕ- σιωπηρή συμφωνία, δυνάμει της οποίας η εναγομένη δεσμεύθηκε να χρηματοδοτεί και στο μέλλον τον ανωτέρω λογαριασμό, ώστε να είναι εφικτή η καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων, τόσο στο σύνολο των δικαιούχων του λογαριασμού όσο και για το σύνολο των οφειλομένων παροχών του. Ότι, επομένως, όταν το Δεκέμβριο του 2017 η εναγομένη διέκοψε την καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων στους ενάγοντες καθώς και στους λοιπούς δικαιούχους, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε αιφνίδια διακοπή της χρηματοδότησής του, παραβίασε συμβατική της υποχρέωση. Ότι η απόφαση της εναγομένης να παύσει μονομερώς τη χορήγηση των επικουρήσεων αποτελεί μη νόμιμη ανάκληση συμβατικής παροχής και, ως εκ τούτου, συνιστά αυθαίρετη αθέτηση της προαναφερόμενης σιωπηρής συμφωνίας. Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εναγομένη όφειλε να συνεχίσει να καταβάλλει τη μηνιαία επικούρηση βάσει της διαμορφωθείσας από αυτήν επιχειρησιακής συνήθειας (και όχι επειδή επρόκειτο για ασφαλιστικό σύστημα προκαθορισμένων παροχών), και δεχόμενη την επικουρική βάση της αγωγής, επιδίκασε τα αιτούμενα με αυτήν ποσά. Κρίνοντας έτσι η αναιρεβαλλομένη παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν.1902/1990, 10 παρ. 1 εδ. β'του ν. 1902/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1976/1991, 2 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2084/1992 και 12 του. 1405/1983, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, καθώς σύμφωνα με όσα δέχθηκε για την ίδρυση και τη λειτουργία του ΛΕΠΕΤΕ, καθώς και τον Κανονισμό που τον διέπει, θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν και στερούμενος νομικής προσωπικότητας, συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προκαθορισμένων εισφορών, ο οποίος λειτουργεί καθ' υποκατάσταση του κρατικού φορέα επικουρικής σύνταξης και ως ομόλογος αυτού, η δε μηνιαία επικούρηση, που καταβάλλεται από το ταμείο του έχει το χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης και όχι εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που μπορεί υπό συνθήκες επαναλαμβανόμενης και ανεπιφύλακτης εργοδοτικής πρακτικής, να καταστεί, ως μορφή επιχειρησιακής συνήθειας, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, όπως εσφαλμένα υπέλαβε, υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι δε παροχές της αναιρεσείουσας προς κάλυψη των ελλειμμάτων του λογαριασμού, ανεξαρτήτως της μορφής αυτών, δόθηκαν με σκοπό την ενίσχυση του τελευταίου, συνιστούσαν δηλαδή ενίσχυση του αυτόνομου συνταξιοδοτικού ταμείου και όχι μισθολογική παροχή για την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε συμβατική υποχρέωση με τη μορφή της επιχειρησιακής συνήθειας απέναντι στους αναιρεσιβλήτους. Επομένως οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι. Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδ. γ του ν. 2084/1992, δεχόμενη ότι επιτρεπόταν η κάλυψη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, ενώ η χρηματοδότηση αυτού από την αναιρεσείουσα έλαβε χώρα μετά το έτος 1992, καθώς έως το έτος εκείνο ο ΛΕΠΕΤΕ δεν είχε ανάγκη και δεν έτυχε οποιασδήποτε ενισχύσεως και επομένως η ενίσχυση αυτή κατά τα έτη 2007 -2017 απαγορευόταν από το νόμο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνακόλουθα η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, καθ' ο μέρος εδέχθη τύποις και ουσία την έφεση ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, εφόσον δε η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, θα πρέπει, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί, η δε έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της δίκης για τους 2η, 3ο, 10ο, 12ο, 15ο, 22ο, 27ο, 35η, 36η, 38η, 39η, 40η, 43ος, 46η, 49η, 53ο, 60ο, 66ο, 72ο, 74ο, 76ο, 81η, 82η, 86η, 87η, 88η, 94η, 99η, 100η, 114ο, 117η, 119η, 124η, 127η, 132ο, 134ης, 135ης, 136ης, 139ης, 140ης, 142ης, 146ο, 147ο, 168ης, 173ο, 174ης, και 177ο των αναιρεσιβλήτων. ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη ως προς αυτούς την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. ΑΝΑΙΡΕΙ ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παρέστησαν προσηκόντως, την 3252/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως προς αυτούς την έφεση κατά της 794/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η έφεση, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ποσού τριών χιλιάδων (3000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2022. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ