Αριθμός 1712/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως νόμιμου καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. -Ε.Τ.Α.Μ.) που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργίας Καπόρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2) Π. Γ. του Γ., 3) Σ. Κ. του Δ., 4) Λ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5)Ν. Σ. του Π., κατοίκου ..., 6) Β. Φ. του Θ., κατοίκου ..., 7) Λ. Χ. του Δ., ως καθολικής διαδόχου του ήδη αποβιώσαντος πατρός αυτής, Λ. Δ. του Χ., 8) Σ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 9) Γ.-Κ. Α. - Σ. του Κ., κατοίκου ... και 10) Μ. Κ. του Σ., εκ των οποίων οι με α/α 2ος, 3ος,7η,10ος δεν παραστάθηκαν και όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 26/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 87/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2022 αίτησή του και τους από 22-3-2023 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων, 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν κάποιος διάδικος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλον διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση αυτής, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1695/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, όπως τούτο τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 του Ν. 4509/2017, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ειδικά δε, για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Τέλος, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 518/2021, ΑΠ 1374/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση α) η από 12-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7898/878/2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 87/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) οι από 22-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 61/2023) πρόσθετοι λόγοι αυτής, δικάσιμος προς συζήτηση των οποίων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2-5-2023). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την ως άνω δικάσιμο, οι δεύτερος, τρίτος, εβδόμη και δέκατος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αναφέρεται δε στο δικόγραφο των παραδεκτώς επισκοπούμενων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάσεων του αναιρεσείοντος, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τους αναιρεσιβλήτους, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται από τους τελευταίους. Πλην όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτουν τα στοιχεία του δικηγόρου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με σχετική εντολή σε δικαστικό επιμελητή προς επίδοση αυτής στο αναιρεσείον ούτε, άλλωστε, προκύπτει η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω δικηγόρο από τους ερημοδικούντες αναιρεσιβλήτους προς επίσπευση της συζήτησης ή η κλήτευση αυτών από το αναιρεσείον ή κάποιον από τους ομοδίκους τους, προκειμένου να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο. Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον οι απολειπόμενοι δεύτερος, τρίτος, εβδόμη και δέκατος των αναιρεσιβλήτων δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς αυτούς (απολειπομένους) η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτής λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους, ενώ ως προς τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση. Με την υπό κρίση από 12-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7898/878/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 87/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 3-1-2020 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 26/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ και 11 εδ. α' του Κανονιστικού Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το πρώτο εδάφιο του άρθρου 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006), εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 1-8-2022, όπως ισχυρίζεται τούτο με το δικόγραφο της ένδικης αίτησης, και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 14-10-2022. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το από 22-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 61/24-3-2023) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων Αλεξάνδρα Κωστούλα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1, 143 παρ. 1 και 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 1 του άρθρου 143 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 και η παρ. 2 του άρθρου 569 τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (βλ. υπ' αριθ. 619 Β'/27-3-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ε. Α., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον), το τελευταίο άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες (συνολικά 60) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-12-2008 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 231736/5911/2008) αγωγή κατά του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2008 υπηρέτησαν, ως ιατροί, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο εναγόμενο και ειδικότερα στο 6ο Ογκολογικό Νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς", στη νομαρχιακή μονάδα υγείας Κοζάνης και στις τοπικές μονάδες υγείας Αχαρνών και Νέας Φιλαδελφείας, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Ότι το εναγόμενο δεν τους χορήγησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο λαμβάνουν οι επισκέπτριες αδελφές, οι αδελφές νοσοκόμοι και οι μαίες που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), βάσει του άρθρου 43 του ν. 1193/1981, όσο και εκείνες που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ιδιωτικού δικαίου. Ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται βάσει των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), επειδή η εργασία τους ως ιατρών, ως βοηθοί των οποίων εργάζονται οι λαμβάνοντες το ένδικο επίδομα νοσοκόμοι, παρέχεται υπό τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας υπό τις παρέχεται και η εργασία των τελευταίων. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έχει την υποχρέωση να τους καταβάλει τα καθοριζόμενα στην αγωγή, για έκαστο εξ αυτών, χρηματικά ποσά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2008, καθώς και τα μηνιαίως οφειλόμενα ποσά, για την ίδια αιτία, από την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής έως τη συζήτηση αυτής, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 26/2018 οριστική απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου της από 31-12-2013 κλήσης, με την οποία είχε επαναφερθεί προς συζήτηση, ύστερα από ματαίωση, η ένδικη αγωγή, καθώς και όλες τις διαδικαστικές πράξεις που μεσολάβησαν από την κατάθεση του ως άνω δικογράφου έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, λόγω μη προσκομιδής του απαιτούμενου, για την κατάθεση της κλήσης, γραμματίου προκαταβολής του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 3-1-2020 έφεση, στρεφόμενη κατά των α) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (Ε.Φ.Κ.Α.)", β) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", γ) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΑΝΤΙΚΑΡΚΙΝΙΚΟ - ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ" και δ) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", λόγω των επελθουσών στο μεταξύ νομοθετικών μεταβολών, οι οποίες είχαν ως συνέπεια να νομιμοποιούνται παθητικά οι ως άνω εφεσίβλητοι προς διεξαγωγή της δίκης, έκαστος ως προς ορισμένους εκ των εκκαλούντων - εναγόντων, κατά τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διακρίσεις. Επί της ως άνω ασκηθείσας έφεσης εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 87/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι τα εφεσίβλητα ΝΠΔΔ έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν, στους αντίστοιχους ενάγοντες έκαστο, τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά. Ειδικότερα, με την ως άνω εφετειακή απόφαση κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είχε ως βάση, κατ' ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 4 παρ. 1, 22 παρ. 1β' του Συντάγματος (για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 17-2-2004), 8 παρ. 7 Ν. 2470/1997, 2 περ. β' Ν. 3235/2004 και 8 παρ. 5 Ν. 3205/2003 και όχι τις αναφερόμενες στο δικόγραφο αυτής διατάξεις των άρθρων 40, 42, 43 του Ν. 1193/1981, 1 του Π.Δ. 904/1978 και 2 του Ν. 1160/1981. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά των 29ης, 30ου, 31ου, 39ης, 40ου, 43ης, 49ου, 50ης, 54ης και 58ου των εναγόντων, ως προς τους οποίους νομιμοποιείται παθητικά. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 357/2016, ΑΠ 1227/2013), επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003, ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1227/2013), και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν, υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία. Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και απολαβών. Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται. Τέλος, με το άρθρο 43 του ν. 1193/1981 ορίστηκε ότι "Εις τας επισκεπτρίας αδελφάς, τας αδελφάς νοσοκόμους και τας μαίας των Κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού των." Με τη διάταξη αυτή, το εν λόγω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγήθηκε μόνον στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμες και τις μαίες που υπηρετούν στο Υπουργείο (ήδη) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 463/2016, ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011). Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης μπορεί να επεκτείνεται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και στους νοσοκόμους και τις αδελφές νοσοκόμες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εργάζονται σ' αυτά ως μέλη του νοσηλευτικού τους προσωπικού. Σε αντίθεση, όμως, προς τα ανωτέρω, οι ιατροί του Ι.Κ.Α., ως εκ του είδους και της φύσης της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης και απολαβών έναντι των νοσοκόμων του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων. Επομένως, ανεξαρτήτως αν η προπαρατεθείσα διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 2470/1997, πάντως, κατά το μέρος που αυτή δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, (ΑΠ 463/2016, ΑΠ 357/2016, ΑΠ 1227/2013, ΣτΕ 1797/2011). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή η πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 Ν. 2470/1997, 18 παρ. 1 εδ. α' Ν. 2150/1993, 13 παρ. 3 Ν. 2703/1999, 25 παρ. 1 Ν. 2716/1999, 8 παρ. Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1β' Ν. 3235/2004. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες είχαν προσληφθεί από το αρχικώς εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΊΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ- ΕΤΑΜ)" με ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στους ασφαλισμένους του ιδρύματος με πλήρη απασχόληση στις τοπικές Μονάδες του τελευταίου.... Το μισθολόγιο των ανωτέρω εναγόντων -εκκαλούντων ιατρών διεπόταν από το Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια από 1-1-2004 από το Ν. 3205/2003. Κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 30-11-2008, πλην της 53ης ενάγουσας και ήδη 53ης εκκαλούσας που απασχολήθηκε στο αρχικώς εναγόμενο έως την 31-10-2008, παρείχαν ιατρικές φροντίδες (προληπτικές, διαγνωστικές, θεραπευτικές) στους ασφαλισμένους του τελευταίου εργαζόμενοι με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, εντός του ωραρίου τους, στις τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες ειδικότητες τους και συγκεκριμένα οι εκ των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, πρώτη έως και 24η στο ογκολογικό Νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ", η 25η στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Αθήνας, ο 26ος έως και την 48η στην τοπική μονάδα υγείας Αχαρνών, ο 49ος στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας Κοζάνης και η 50η έως και τον 60° στην τοπική μονάδα υγείας Νέας Φιλαδέλφειας.... Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στους χώρους των νομαρχιακών και τοπικών μονάδων υγείας του ιδρύματος οι ως άνω ενάγοντες συγχρωτίζονταν καθημερινά με ασθενείς, ενώ και η εκτέλεση των ιατρικών πράξεων στους παραπάνω χώρους ενείχε επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα γι' αυτούς. Επίσης και οι χώροι, όπου αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους (Νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας) ενείχαν επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα, καθώς αποτελούν χώρο συγκέντρωσης ασθενών. Ως εκ τούτου οι συνθήκες εργασίας τους ήταν το ίδιο δυσμενείς με τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού των Νοσοκομείων των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β), των Κέντρων Υγείας, Των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των ΝΠΔΔ του Ταμείου Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, που αμειβόταν με το ίδιο μισθολόγιο με τους ενάγοντες ιατρούς και στο οποίο (προσωπικό) χορηγήθηκε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το χαρακτηριζόμενο πλέον υπό το καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 (άρθρο 8 παρ. 5) νοσοκομειακό επίδομα. Το επίδομα αυτό όπου, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, θεσπίστηκε με το ν. 2470/1997 και διατηρήθηκε με το ν. 3205/2003 σε αντικατάσταση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας υπέχει στην ουσία θέση τέτοιου επιδόματος και μετά την ισχύ του ν. 3205/2003,καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας, με την προϋπόθεση ότι το προσωπικό που το δικαιούται προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και στις αντίστοιχες ειδικότητες, προϋπόθεση που, όπως προαναφέρθηκε, συνέτρεχε και στην περίπτωση των εναγόντων, χωρίς να επηρεάζει τούτο το γεγονός ότι αυτοί δικαιούνταν, υπό το καθεστώς του ΝΔ 1204/1972, να λειτουργούν εκτός του ωραρίου τους και ιδιωτικό ιατρείο όπως αβασίμως ισχυρίζεται το δεύτερο εφεσίβλητο, αφού ως άνω νόμος αξιώνει πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους που δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος λόγω της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητάς τους, εντός του προβλεπόμενου για τους δικαιούχους του επιδόματος ωραρίου, και όχι να μην έχουν οι δικαιούχοι του επιδόματος τη δυνατότητα, εκτός του νομίμου ή συμβατικού ωραρίου τους να απασχολούνται σε άλλον εργοδότη ή να αυτοαπασχολούνται, εφόσον τούτο ήταν επιτρεπτό από τις τότε ισχύουσες διατάξεις. Επομένως, η μη καταβολή στους ενάγοντες ιατρούς του χαρακτηριζόμενου πλέον ως νοσοκομειακού επιδόματος συνιστά έως την 17-2-2004 αδικαιολόγητη άνιση δυσμενή μεταχείριση αυτών σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσωπικού στις οποίες χορηγεί το εν λόγω επίδομα, διάκριση, η οποία αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον οι ενάγοντες τελούσαν υπό τις ίδιες συνθήκες ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας με τις υπόλοιπες κατηγορίας προσωπικού που χορηγείτο, ενώ από την 18-2-2004 αυτοί (ενάγοντες) δικαιούνται πλέον το επίδομα αυτό ευθέως εκ του νόμου, αφού κατά τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, από την τελευταία αυτή ημερομηνία (18-2-2004) οι Νομαρχιακές και Τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας και όσα ισχύουν, ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους εργαζομένους των Κέντρων Υγείας του ΙΚΑ. Περαιτέρω, το ύψος του εν λόγω επιδόματος που χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσοκομείων των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του τομέα πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας, ορίστηκε σε 176,08 ευρώ από 1-7-2002 έως 31-12-2003 (άρθρο 8 παρ. 7 περ α' Ν. 2470/1997, όπως τροπ. με την ΚΥΑ 2/27895/0022 της 2/3-7-2002) σε 240 ευρώ από 1-1-2004 έως 31-12-2006 (άρθρο 8 παρ. 5 περ α' Ν. 3205/2003), σε 257,50 ευρώ από 1-1-2007 έως 30/6/2007, σε 275 ευρώ από 1-7-2007 έως 31-12-2007 (άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007), σε 310 ευρώ από 1-1-2008 έως 31-12-2008 και σε 345 ευρώ από 1-1-2009 και εφεξής (άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 3554/2007). Συνεπώς, έκαστος των εναγόντων - εκκαλούντων ιατρών δικαιούται για το χαρακτηριζόμενο πλέον ως νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3205-τα ακόλουθα ποσά:1) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2006 το ποσό των 8.640 ευρώ (ήτοι 240 ευρώ Χ 36 μήνες), 2) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007 το ποσό των 1545 ευρώ (ήτοι 257,5 ευρώ Χ 6 μήνες), 3) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12-2007 το ποσό των 1650 ευρώ (ήτοι 275 ευρώ Χ 6 μήνες) και 4) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-11-2008 το ποσό των 3410 ευρώ (ήτοι 310 ευρώ XII μήνες), πλην της 53ης ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας της οποίας η σύμβαση λύθηκε την 1-11-2008 και ως εκ τούτου αυτή δικαιούται για το χρονικό διάστημα από1-1-2008 έως 31-10-2008 το ποσό των 3100 ευρώ (ήτοι 310 ευρώ Χ 10 μήνες). Συνολικά δε το νοσοκομειακό επίδομα που δικαιούται έκαστος των εναγόντων - εκκαλούντων, πλην της 53ης ενάγουσας, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 30-1 1-2008 ανέρχεται στο ποσό των 15.245 ευρώ (ήτοι 8640 + 1545 + 1650 + 3410), το οποίο δεν καταβλήθηκε σ' αυτούς.... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 3/1/2020 έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.... και να αναγνωρισθεί ότι.... Το δεύτερο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)" οφείλει να καταβάλει σε έκαστο από τους 29η, 30°, 31°, 39η, 40°, 43η, 49°, 50η, 54η, και 58° ενάγοντες - εκκαλούντες το ποσό των 15.245 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής". Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 7 Ν. 2470/1997, 18 παρ. 1 εδ. α' Ν. 2150/1993, 13 παρ. 3 Ν. 2703/1999, 25 παρ. 1 Ν. 2716/1999, 8 παρ. Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1β' Ν. 3235/2004, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ενώ, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις αφορούν επίδομα νοσοκομειακό και τροφής, το οποίο είναι ανεξάρτητο και διάφορο του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, η οποία (διάταξη) εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως αν εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του Ν. 2470/1997, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες ιατροί το ΙΚΑ και οι αδελφές νοσοκόμοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχόλησης και απολαβών. Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους. Επομένως, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη. Ενόψει αυτών, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προβάλλει την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους παρισταμένους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων. Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών (κύριων και πρόσθετων) λόγων. Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 585/2022, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019). Στην εξεταζόμενη υπόθεση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό πρέπει, μετά τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο κατά το αναιρούμενο μέρος, να γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των 29ης, 39ης, 40ου, 43ης, 50ης και 54ης των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη πρώτης, τετάρτης, πέμπτου, έκτης, ογδόης και ενάτης των αναιρεσιβλήτων όσον αφορά το δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", αφού εξαφανιστεί δε ως προς αυτούς η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 26/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να απορριφθεί η αγωγή ως προς τους 29η, 39η, 40ο, 43η, 50η και 54η των εναγόντων ως μη νόμιμη. Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθ. 134423 οικ. της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, εφόσον το αναιρεσείον εκπροσωπείται από Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 4038/2012). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους δεύτερο, τρίτο, εβδόμη και δέκατο των αναιρεσιβλήτων. Κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-10-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7898/878/2022) αίτησης αναίρεσης και των από 22-3-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 61/24-3-2023) πρόσθετων λόγων. Αναιρεί, ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, την υπ' αριθ. 87/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το σκέλος της που αφορά το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)". Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος. Δέχεται κατ' ουσίαν την από 3-1-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 463/58/2020) έφεση των 29ης, 39ης, 40ου, 43ης, 50ης και 54ης των εκκαλούντων κατά της υπ' αριθ. 26/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά το δεύτερο εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)". Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 26/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους 29η, 39η, 40ο, 43η, 50η και 54η των εναγόντων. Κρατεί και δικάζει, ως προς αυτούς, την από 15-12-2008 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 231736/5911/2008) αγωγή. Απορρίπτει την αγωγή ως προς τους 29η, 39η, 40ο, 43η, 50η και 54η των εναγόντων. Καταδικάζει τους πρώτη, τετάρτη, πέμπτο, έκτη, ογδόη και ενάτη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ