Αριθμός 1460/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. του ..και της…, χήρας ..., κατοίκου ..., η οποία υπεισήλθε στη θέση των αρχικώς εναγόντων και εφεσίβλητων α) Ε. Ρ. του Α., ο οποίος απεβίωσε στις 15-7-2009 και β) Ε. Ρ. του Α., ο οποίος απεβίωσε στις 18-10-2009, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μετζιδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2007 αγωγή των ήδη αποβιωσάντων αρχικώς εναγόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 236/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2021 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 8-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 16/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Οι αρχικοί ενάγοντες Ε. Ρ. του ..και Ε. Ρ. του…, οι οποίοι απεβίωσαν μετά την έκδοση οριστικής απόφασης στον πρώτο βαθμό και συνέχισε τη δίκη ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος τους η ήδη αναιρεσείουσα, άσκησαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 1-8-2007 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός ακινήτου εμβαδού 19.976 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Α. ή Λ. ή Λ. ή Λ." στο Κ… του Δήμου Κ.. του νομού Χανίων, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν παραγώγως και πρωτοτύπως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 80/2008 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, στη συνέχεια δε, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η 236/2009 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Το εναγόμενο άσκησε κατά της ως άνω οριστικής απόφασης την από 18-2-2010 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 618/2011 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον παλαιό αιγιαλό, όπως αυτός καθορίστηκε το έτος 2001. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι 28/2016 και 25/2019 μη οριστικές αποφάσεις του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, με την πρώτη των οποίων διατάχθηκε η αντικατάσταση του πραγματογνώμονα που είχε οριστεί με την προηγούμενη 618/2011 απόφαση, επειδή, παρά την πάροδο τριετίας, δεν είχε κατατεθεί η σχετική έκθεση από τον πραγματογνώμονα, με τη δε δεύτερη αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης μέχρι να διενεργηθεί η πραγματογνωμοσύνη από τον διορισθέντα με την ως άνω 28/2016 απόφαση πραγματογνώμονα. Τελικά, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη και πιο πάνω αναφερόμενη 16/2021 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και το Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και συγκεκριμένα αναγνώρισε τους αρχικούς ενάγοντες συγκυρίους σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί ενός ακινήτου εμβαδού 12.249,59 τ.μ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1 του Α.Ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί, κατά το άρθρο 34 παρ. 2 του Ν. 2971/2001, να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή, αυτές, για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19-12-2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο και προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρ. 967, 968 ΑΚ). Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν, κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους, τα κύματα της θάλασσας. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα, όχι όμως και από τις έκτακτες πλημμύρες. Αν ο αιγιαλός μετατοπιστεί είτε από φυσικά αίτια (προσχώσεις) είτε από τεχνητά (επιχωματώσεις) και παύσει να περιβρέχεται από τις μεγαλύτερες αναβάσεις του χειμέριου κύματος, η ζώνη της ξηράς που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού, ονομάζεται παλαιός αιγιαλός (ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 116/2018). Για τον καθορισμό του παλαιού αιγιαλού από την αρμόδια Επιτροπή, προβλέπει το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 2344/1940, το οποίο ορίζει ότι "3. Εις περίπτωσιν, καθ' ην ένεκα προσχώσεων ή άλλων αιτίων είναι εμφανές ότι, καθ` ον χρόνον ενεργείται ο καθορισμός, ο αιγιαλός είναι διάφορος του εις το παρελθόν τοιούτου, εκ μαρτυρικών δε καταθέσεων μαρτύρων εξεταζομένων ενόρκως υπό της Επιτροπής, ή εκ διαφόρων άλλων ενδείξεων, δύναται να καθορισθή η παλαιά θέσις του αιγιαλού, η υφισταμένη μέχρι μεν του έτους 1884, εάν υφίστανται κατοχαί ιδιωτών, και πρότερον δε, εάν δεν υφίστανται τοιαύται, η Επιτροπή προβαίνει εις τον καθορισμόν του παλαιού αιγιαλού, χαρασσομένης επί του διαγράμματος κυανής γραμμής". Επίσης, ο αιγιαλός, έστω και αν απωλέσει το χαρακτήρα του και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (βλ. και άρθρο 2 παρ. 5 Ν. 2971/2001, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 104/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1046 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο για μια δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 293, 294, 295, 298, 299, 302 και 199 του ισχύσαντος στην Κρήτη από 23-7-1904 μέχρι 23-2-1946, Κρητικού ΑΚ προκύπτει, ότι ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία επί των κτημάτων που αποτελούσαν την απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι την αναπαλλοτρίωση, όπως είναι ο αιγιαλός και με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 1356 και 1357 του ίδιου Κρητικού ΑΚ, εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι 11-5-1915, ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΞΗ/1912 και των αλλεπάλληλων διαταγμάτων περί δικαιοστασίου που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό, αφετέρου δε του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", απαγορεύτηκε από τις 11-9-1915 και εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ' αυτών (ΑΠ 1644/2022, ΑΠ 555/2016, ΑΠ 104/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ ΑΠ 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2020, Ολ ΑΠ 4/2018). Εξ άλλου, ο παραπάνω από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 24/2022, ΑΠ 885/2021, ΑΠ 1225/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του Εφετείου, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα ….. νομού Χανίων, στην ειδικότερη θέση "…" ή "«Λ. ή «Λ.» ή «Λ.", έχει συνολική έκταση 19.059,46 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με αιγιαλό, νότια με αγροτική οδό, δυτικά με ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη ιδιοκτησίας της εταιρείας "…. Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις Α.Ε." και ανατολικά με ιδιοκτησία Σ. Μ.. Το εν λόγω ακίνητο, που θεωρείται πλέον ενιαίο, στην πραγματικότητα αποτελείται από τρία επιμέρους συνεχόμενα ακίνητα, η νομή των οποίων περιήλθε σταδιακά στους αρχικώς ενάγοντες Ε. Ρ. του ..και Ε. Ρ. του Α. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα. Ειδικότερα: α) Δυνάμει του υπ' αριθμ. …συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου…, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κολυμβαρίου με αριθμό μεταγραφής ..., περιήλθε στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα, η νομή ενός ακινήτου - ακαλλιέργητου αμμώδους αγρού, που βρίσκεται στην προαναφερόμενη θέση, το οποίο σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο κτήσης έχει έκταση 4 περίπου στρεμμάτων και συνορεύει με θάλασσα, με ιδιοκτησία Ε. Μ., με άλλη αμμώδη έκταση των αγοραστών και με κτήματα του πωλητή Ρ. Μ.. Το ακίνητο αυτό αποτελεί το δυτικό τμήμα του ευρύτερου ακινήτου που αναφέρθηκε. Β) Δυνάμει του υπ' αριθ. ….συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Κ. Δ. Μ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κολυμβαρίου στις 12-9-1966, στον τόμο…. και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής …., περιήλθε στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα, η νομή ενός ακινήτου - άγονης αμμώδους παραθαλάσσιας έκτασης, που βρίσκεται στην προαναφερόμενη θέση, το οποίο σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο κτήσης έχει έκταση 2 περίπου στρεμμάτων και συνορεύει ανατολικά και δυτικά με άλλη έκταση των αγοραστών, βόρεια με θάλασσα και νότια με αμαξωτό δρόμο. Το ακίνητο αυτό αποτελεί στο κεντρικό τμήμα του ευρύτερου ακινήτου που αναφέρθηκε. γ) Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Κ. Β. Π., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …με αύξοντα αριθμό μεταγραφής …., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ….. δήλωση αποδοχής αγοράς ακινήτου της συμβολαιογράφου….., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κολυμβαρίου στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής…, περιήλθε στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα, η νομή ενός ακινήτου - τελείως άγονου αμμώδους αγρού, που βρίσκεται στην προαναφερόμενη θέση, το οποίο, σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο κτήσης έχει έκταση 10 περίπου στρεμμάτων και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, βορειοανατολικά και νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ., νότια με πάροδο και δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Μ.. Το ακίνητο αυτό αποτελεί το ανατολικό τμήμα του ευρύτερου ακινήτου που αναφέρθηκε. Ύστερα από τη σύνταξη κάθε συμβολαίου αγοραπωλησίας που αναφέρθηκε, οι ενάγοντες άρχισαν να νέμονται κάθε ένα από τα αντίστοιχα ακίνητα κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενεργώντας επί αυτών όλες τις πράξεις νομής με τις οποίες εκδηλωνόταν η θέλησή τους να τα εξουσιάζουν, όπως ακριβώς έπρατταν και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους κατά το παρελθόν και συγκεκριμένα, τα επισκέπτονταν, τα επέβλεπαν και τα επιτηρούσαν, ενώ τα δήλωναν ως περιουσιακά τους στοιχεία. Επιπλέον, δυνάμει των υπ' αριθμ. …. αδειών οικοδομής του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Χανίων, οι ενάγοντες ανήγειραν επί του τρίτου εκ των ανωτέρω ακινήτων τρεις ισόγειες οικοδομές (κατοικίες), τις οποίες έκτοτε χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες τους. Κατά το έτος 2000, ενόψει της επικείμενης χάραξης των οριογραμμών αιγιαλού - παραλίας στην προαναφερόμενη περιοχή, η Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου του νομού Χανίων ζήτησε από τους ενδιαφερόμενους ιδιοκτήτες των ακινήτων της παραλιακής ζώνης της περιοχής αυτής να προσκομίσουν τους (απώτερους) τίτλους κυριότητάς τους επί ακινήτων που προέρχονται από το Ελληνικό Δημόσιο (ιδίως από το Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών) και έχουν μεταβιβαστεί στους ίδιους ή στους δικαιοπαρόχους τους μέσω σχετικού παραχωρητηρίου, προκειμένου να γίνει επεξεργασία τους από την αρμόδια Επιτροπή και να κριθεί εάν οι εν λόγω ιδιοκτησίες εξαιρούνται ή όχι από τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού - παραλίας, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Κατόπιν της πρόσκλησης αυτής, οι ενάγοντες προσκόμισαν στην ανωτέρω Υπηρεσία όλους του τίτλους κυριότητας που αφορούσαν τα προαναφερόμενα ακίνητα, συμπεριλαμβανομένων και των τίτλων κυριότητας των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, μαζί με τα σχετικά έγγραφα που συνόδευαν αυτούς (τοπογραφικά διαγράμματα κλπ). Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 1029180/2716/Β0010/3-4-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 310/Δ/27-4-2001, μαζί με την από 23-3-2001 Έκθεση της Επιτροπής καθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας και το σχετικό από Ιούνιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Π. και μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο Κολυμβαρίου (στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …), καθορίστηκαν στην ανωτέρω περιοχή οι οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού. Ο δε παλαιός αιγιαλός, η οριογραμμή του οποίου σημειώθηκε με μπλε χρώμα και με κορυφές Ν-Π1-Π2 και Π-Π3-Π4-Π5 στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, καταγράφηκε ως το με Αριθμό Βιβλίου Καταγραφής … Δημόσιο Κτήμα με εμβαδόν 18.382,26 τ.μ. (βλ. το προσκομιζόμενο απόσπασμα του Γενικού Βιβλίου Καταγραφής της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου). Ύστερα από τον καθορισμό αυτό, ολόκληρη η έκταση των ανωτέρω ακινήτων των εναγόντων παρουσιαζόταν εντός των ορίων του παλαιού αιγιαλού της εν λόγω περιοχής, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται πλέον το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους, αφού θεωρήθηκαν ότι ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες υπέβαλαν προς το Υπουργείο Οικονομικών (Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας), μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, την από 28-8-2001 αίτησή τους κατά τις διατάξεις του α.ν. 1539/1938, με την οποία, επικαλούμενοι δικαίωμα συγκυριότητας επί των ανωτέρω ακινήτων (που παρουσιαζόταν ως ένα ενιαίο) και ισχυριζόμενοι ότι η οριογραμμή του παλαιού αιγιαλού της περιοχής χαράχθηκε εσφαλμένως, ζήτησαν να διαγραφούν τα εν λόγω ακίνητα από τα Βιβλία Δημοσίων Κτημάτων και να αποδοθούν σε αυτούς. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. …/13-12-2005 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών, που έγινε αποδεκτή με την από 3-4-2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την αιτιολογία ότι, σε αντίθεση με γειτονικά ακίνητα, που εξαιρέθηκαν από τον παλαιό αιγιαλό ύστερα από την εφαρμογή των τίτλων των ιδιοκτητών τους, τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθούν από τον παλαιό αιγιαλό, αφενός μεν διότι οι προσκομιζόμενοι τίτλοι των εναγόντων δεν εφαρμόζονταν επί του εδάφους, αφετέρου δε, διότι από την εξέταση των τίτλων και από τη διενεργηθείσα ένορκη διοικητική έρευνα δεν προέκυψε δικαίωμα κυριότητας των εναγόντων (είτε με αναγωγή των τίτλων στο έτος 1884, είτε δυνάμει των διατάξεων περί χρησικτησίας του προϊσχύσαντος Κρητικού Αστικού Κώδικα). Περαιτέρω, από τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που αναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο έχει συνολική έκταση 19.059,46 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται και προσδιορίζεται με τα στοιχεία 23-……-23 στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ. και αποτυπώνεται με τα ίδια στοιχεία στο με ημερομηνία Αύγουστος 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου τοπογράφου μηχανικού, που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Από τις ίδιες εκθέσεις αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελούμενο από τα τρία επιμέρους - συνεχόμενα μεταξύ τους ακίνητα που αναφέρθηκαν, βρίσκεται εξ ολοκλήρου εντός του καθορισμένου ως άνω παλαιού αιγιαλού, καθώς και ότι περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου τόσο στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων, όσο και στους τίτλους ιδιοκτησίας των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων αυτών, καθόσον ταυτοποιείται πλήρως με τους τίτλους αυτούς. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το μεγαλύτερο τμήμα του τρίτου εκ των ανωτέρω επιμέρους ακινήτων, δηλαδή του υπό στοιχείο γ), που έχει έκταση 12.249,59 τ.μ., περιγράφεται και προσδιορίζεται με τα στοιχεία 10-7…..-41-10 στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ. και αποτυπώνεται με τα ίδια στοιχεία στο με ημερομηνία Αύγουστος 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου τοπογράφου μηχανικού, εμπίπτει σε έκταση που πωλήθηκε κατά το παρελθόν από το Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών". Εκτίθενται στη συνέχεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα νομικά περιστατικά ίδρυσης του εν λόγω Ταμείου σε κάθε νομό της Κρήτης και της παραχώρηση σε αυτό εδαφικών εκτάσεων, μεταξύ των οποίων και έκταση 50 στρεμμάτων στη θέση "Λίμνες" Κολυμβαρίου, προκειμένου να παραχωρηθούν στη συνέχεια, μεταξύ των άλλων, και σε έφεδρους πολεμιστές ατομικά για τη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Δέχεται δε στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "Στη συνέχεια, από την παραπάνω έκταση των 50 στρεμμάτων που περιήλθε στην κυριότητά του, το Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών του νομού Χανίων, εκπροσωπούμενο από τον Διοικητή του, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Κολυμβαρίου Κ. Τ., που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κολυμβαρίου στις 20-1-1928, στον τόμο .. και με αριθμό μεταγραφής …., όπως αυτό διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με το υπ' αριθμ. …/17-1-1928 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κολυμβαρίου στις 21-1-1928 στον ίδιο ως άνω τόμο και με αριθμό μεταγραφής …, πώλησε στον Κ. Γ. του ..αγρό έκτασης 6 στρεμμάτων με αγριάδα από το δρομίσκο του Κολυμβαρίου μέχρι τη θάλασσα, που συνόρευε βόρεια με θάλασσα, νότια με κτήματα Ε. Σ. και Μονής Κ. Γ., δυτικά με κτήματα Ι. Μ. και κληρονόμων Δ. Β. και ανατολικά με κτήματα ιδιοκτησίας Ι. Μ. Βρωμονέρου και Ταμείου Εφέδρων Πολεμιστών νομού Χανίων, μεταβιβάζοντας στον τελευταίο όλα τα δικαιώματα επί του ανωτέρω ακινήτου. Ακολούθως, δυνάμει του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Κ. Β. Π., ο Κ. Γ. του Ν. πώλησε στους ενάγοντες, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε καθένα, την έκταση 10 περίπου στρεμμάτων που αναφέρθηκε (κατά νεότερη καταμέτρηση, έκτασης 12.249,59 τ.μ. κατά την τελευταία ακριβέστερη καταμέτρηση του πραγματογνώμονα Γ. Σ.), η οποία αποτελεί το ανατολικό τμήμα του ευρύτερου επίδικου ακινήτου. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω έκταση, που καθορίστηκε ως παλαιός αιγιαλός με την υπ' αριθμ. 1029180/2716/Β0010/3-4-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και καταγράφηκε ως το με Αριθμό Βιβλίου Καταγραφής … Δημόσιο Κτήμα με εμβαδόν 18.382,26 τ.μ., από αμνημονεύτων χρόνων βρεχόταν από τις μεγαλύτερες και συνηθισμένες αναβάσεις των χειμερινών κυμάτων της θάλασσας, αποτελώντας αιγιαλό, καθώς και ότι με το πέρασμα του χρόνου, λόγω της σταδιακής μετατόπισης της οριογραμμής βορειότερα προς τη θάλασσα από φυσικά αίτια και τη δημιουργία νέου αιγιαλού με πρόσχωση, δηλαδή λόγω της εναπόθεσης υλικών στην ακτή από τον ποταμό Ταυρωνίτη και των υπόλοιπων χειμάρρων που εκβάλλουν στην περιοχή, κατέστη παλαιός αιγιαλός, υπό την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, αφού αποτελεί τμήμα γης που προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερα υφισταμένου αιγιαλού. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι, ανεξάρτητα από τον ανωτέρω διοικητικό καθορισμό της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού, ο οποίος δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα αυτή σε τμήμα γης που δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά, η προαναφερόμενη έκταση πράγματι έχει αποκτήσει από τα φυσικά φαινόμενα την ιδιότητα του παλαιού αιγιαλού, όπως προκύπτει από το σύνολο των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων. Συγκεκριμένα, η εν λόγω ιδιότητα προκύπτει σαφώς από το υπ' αριθμ. Φ.544.5/143/08/3-7-2008 έγγραφο της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, που προέβη στη μελέτη φωτοερμηνείας με χρήση αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1983, σχετικά με την ορθότητα της θέσης της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού που έχει ήδη καθοριστεί ως άνω. Από τη εμπεριστατωμένη αυτή μελέτη αποδεικνύεται ότι η οριογραμμή του παλαιού αιγιαλού, όπως έχει καθοριστεί με την ανωτέρω απόφαση, έχει περιλάβει αμιγώς χέρσα αμμώδη έκταση, η οποία σε όλες της αεροφωτογραφίες εμφανίζεται γενικά χωρίς ίχνη νομής και κατοχής, με χαμηλά υψόμετρα και ως συνεχόμενη της ζώνης του αιγιαλού, δηλαδή αυτής που καλύπτεται από τις συνήθεις μέγιστες αναβάσεις των χειμερινών κυμάτων, καθώς και ότι η έκταση του παλαιού αιγιαλού δημιουργήθηκε σταδιακά στο απώτερο παρελθόν από τις φερτές ύλες των ποταμών που καταλήγουν στην θάλασσα και στη συνέχεια συσσωρεύονται και στρωματοποιούνται στην ακτή, συμβάλλοντας στη δίαιτά της. Μάλιστα, παρατηρήθηκε ότι κατά τα τελευταία έτη υποχώρησε η ακτογραμμή σε βάρος της ξηράς (δηλαδή μειώθηκε η ζώνη του αιγιαλού), λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας, ήτοι λόγω της ανάσχεσης των φερτών υλών και των αμμοληψιών στην ευρύτερη περιοχή. Εξ άλλου, η εν λόγω ιδιότητα προκύπτει σαφώς και από τη σύσταση του εδάφους στο συγκεκριμένο σημείο, το οποίο ανέκαθεν ήταν παραθαλάσσιο, με πολύ χαμηλό υψόμετρο, αμμώδες, τελείως άγονο και ακαλλιέργητο από οποιονδήποτε, ακατάλληλο για κάθε είδους αγροτική εκμετάλλευση, όπως αναφέρεται και σε όλα τα συμβόλαια που προσκομίζουν οι ενάγοντες, καθόσον τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι κατά το απώτατο παρελθόν ο μεγαλύτερος αλλά συνηθισμένος κυματισμός της θάλασσας καταλάμβανε την έκταση αυτή. Η ιδιότητα όμως αυτή προκύπτει και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη, διότι ο τελευταίος γνωρίζει την ευρύτερη περιοχή και έχει προσωπική γνώση και αντίληψη των γεγονότων και της κατάστασης του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά, αλλά και διότι η κατάθεση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι πριν από τον καθορισμό των οριογραμμών αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού επί του επιδίκου ακινήτου ανεγέρθηκαν τρεις ισόγειες οικοδομές (κατοικίες) δυνάμει των προαναφερόμενων αδειών οικοδομής, διότι τα στοιχεία αυτά, δηλαδή η κατοχή της έκτασης και η ανέγερση κτίσματος κατόπιν έκδοσης οικοδομικής άδειας, δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του α.ν. 2344/1940 για τον αιγιαλό, ο καθορισμός των ορίων του οποίου είναι σε κάθε περίπτωση επιβεβλημένος εκ του νόμου και γίνεται κατά δέσμια αρμοδιότητα. Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό μέσε δεν προέκυψε ότι η προαναφερόμενη έκταση δεν αποτελεί παλαιό αιγιαλό, διότι δεν έχει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά, όπως οι ενάγοντες αβάσιμα ισχυρίζονται. Ειδικότερα, η από Σεπτέμβριος 2007 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Γ. Π., που προσκομίζουν οι ενάγοντες, σύμφωνα με την οποία, αφενός μεν το επίδικο ακίνητο δεν βρεχόταν κατά το παρελθόν από το σύνηθες μέγιστο χειμερινό κύμα της θάλασσας, αφετέρου δε, στην έκταση αυτή δεν υπάρχει φυσική ή τεχνητή πρόσχωση, αλλά και η σχετική κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν κρίνονται αξιόπιστες, διότι έρχονται σε αντίθεση με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν, όπως για τον ίδιο λόγο δεν κρίνεται αξιόπιστη και η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Χ. Γ. του Ε., που περιέχεται στην υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Χανίων Γ. Μ.-Α.. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο δεν καταλαμβάνεται από το όρια του παλαιού αιγιαλού, αφενός μεν επειδή δεν υπήρξαν προσχώσεις και επιχωματώσεις στο συγκεκριμένο σημείο κατά τη διάρκεια του χρόνου, που να αλλοίωσαν την οριογραμμή του αιγιαλού, αφετέρου δε, επειδή κατά το παρελθόν δεν έφταναν μέχρι αυτό οι μεγαλύτερες συνηθισμένες αναβάσεις των κυμάτων της θάλασσας, εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι οι αρχικοί ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του τμήματος του επιδίκου ακινήτου εμβαδού 12.249,59 τ.μ., όχι μόνο με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία, απέρριψε την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο ανωτέρω τμήμα, την οποία αυτό πρότεινε πρωτοδίκως και επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με λόγους έφεσης και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί, επίσης, ότι οι ενάγοντες έχουν καταστεί συγκύριοι του εν λόγω τμήματος με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατέστησαν με οποιονδήποτε τρόπο συγκύριοι και του υπολοίπου τμήματος του επιδίκου ακινήτου, που έχει έκταση 6.809,87 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται και προσδιορίζεται με τα στοιχεία 6-…-6 στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ. και αποτυπώνεται με τα ίδια στοιχεία στο με ημερομηνία Αύγουστος 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου τοπογράφου μηχανικού, όπως οι τελευταίοι αβάσιμα ισχυρίζονται. Ειδικότερα, το ανωτέρω εδαφικό τμήμα, δεδομένου ότι αποτελεί τμήμα παλαιού αιγιαλού της ανωτέρω περιοχής, ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου (και ήδη έχει καταστεί κοινόχρηστο πράγμα, υπαγόμενο στη δημόσια κτήση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 4607/2019, με τις οποίες τροποποιήθηκε το άρθρο 2 του ν. 2971/2001), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη. Το τμήμα δε αυτό αποδείχθηκε ότι δεν εξαιρείται από τον καθορισμό των οριογραμμών του παλαιού αιγιαλού, διότι, σε αντίθεση με το προαναφερόμενο εδαφικό τμήμα έκτασης 12.249,59 τ.μ. του επιδίκου ακινήτου, που εμπίπτει σε έκταση που πωλήθηκε από το Ταμείο Εφέδρων Πολεμιστών του νομού Χανίων, αποδείχθηκε ότι ως προς αυτό δεν συντρέχουν οι αντίστοιχες προϋποθέσεις, δηλαδή ύπαρξη πράξεων νομής και κατοχής ιδιωτών επί της έκτασής του πριν από το έτος 1884 ή η παραχώρησή του κατά το παρελθόν από το Δημόσιο. Εξάλλου, το τμήμα αυτό του επιδίκου ακινήτου δεδομένου ότι αποτελούσε παλαιό αιγιαλό και στο απώτατο παρελθόν, δηλαδή στην εποχή της Τουρκοκρατίας, χωρίς να αποκτηθούν επί αυτού ιδιωτικά δικαιώματα, ως δημόσια γαία ανήκε αρχικά στην κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους, ενώ μετά την από 1/14 Δεκεμβρίου 1913 Συνθήκη Ειρήνης των Αθηνών, που συνήφθη μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, τον κυρωτικό νόμο ΔΣΙΓ' της 14/14 Νοεμβρίου 1913 και το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 147/1914, η εν λόγω έκταση περιήλθε στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Ακολούθως, δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων απέκτησαν το δικαίωμα της κυριότητας επί του εν λόγω τμήματος του επιδίκου ακινήτου δυνάμει χρησικτησίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα, που ίσχυε στην εποχή της "Κρητικής Πολιτείας" κατά την περίοδο από τις 23-7-1904 μέχρι και τις 11-5-1915, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οποιοσδήποτε τρίτος άσκησε πράξεις νομής επί αυτού μέχρι και τις 11-5-1915, αφενός μεν διότι ο μάρτυρας των εναγόντων δεν κατέθεσε οτιδήποτε σχετικό ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφετέρου δε, διότι τέτοιες πράξεις δεν προκύπτουν από οποιοδήποτε έγγραφο, ούτε συνάγονται από τα παλαιότερα συμβόλαια των απώτερων δικαιοπαρόχων τους που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες (με ημερομηνίες 22-4-1904 και 17-3-1916), δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε, το έδαφος του επίδικου ακινήτου είναι αμμώδες, τελείως άγονο, μη καλλιεργήσιμο και ακατάλληλο για κάθε είδους αγροτική εκμετάλλευση, ενώ από το χρονικό σημείο αυτό και ύστερα δεν ήταν δυνατό να αποκτηθεί η κυριότητα επί του ανωτέρω τμήματος με χρησικτησία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη. Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν απέκτησαν με παράγωγο τρόπο (συμβάσεις πώλησης, κληρονομική διαδοχή) το δικαίωμα της κυριότητας επί του ανωτέρω τμήματος του επίδικου ακινήτου, καθώς και ότι το δικαίωμα αυτό δεν μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες δυνάμει των συμβολαίων αγοραπωλησίας που αναφέρθηκαν, δεδομένου ότι κύριος του ακινήτου αυτού παρέμενε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ το εν λόγω τμήμα δεν περιήλθε στην κυριότητα των τελευταίων ούτε δυνάμει χρησικτησίας, αφού τα δημόσια κτήματα εξαιρούνται της χρησικτησίας. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι συγκύριοι του προαναφερόμενου τμήματος του επίδικου ακινήτου, έκτασης 6.809,87 τ.μ. κατέστησαν οι ενάγοντες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη τη σχετική ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε το εναγόμενο, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε στο σύνολό της, για την ενότητα της εκτέλεσης, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος, αναγνωρίζοντας τους αρχικούς ενάγοντες συγκυρίους κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί ενός ακινήτου έκτασης 12.249,59 τ.μ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε με την απόφασή του τον Α.Ν. 2344/1940, καθώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η ιδιότητα του παλαιού αιγιαλού, όπως δέχθηκε εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τον αυθαίρετο καθορισμό του παλαιού αιγιαλού που έγινε από τη διοίκηση με τη με αριθμό 1029180/2716/Β0010/3-4-2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία επικυρώθηκε η από 23-3-2001 έκθεση της κατά το άρθρο 100 του ΠΔ 284/1988 αρμόδιας επιτροπής. Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις περί αιγιαλού, δέχθηκε ότι το τμήμα αυτό του ακινήτου της εμβαδού 6.809,87 τ.μ. ήταν παλαιός αιγιαλός και απέρριψε κατά το μέρος αυτό την αγωγή, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτή και για το τμήμα αυτό, καθώς το τμήμα αυτό ουδέποτε ήταν αιγιαλός, όταν μάλιστα όλες οι όμορες ιδιοκτησίες δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως παλαιός αιγιαλός και μόνο επιλεκτικά έχει χαρακτηρισθεί παλαιός αιγιαλός η δική της ιδιοκτησία. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, κατά το ανωτέρω σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα ότι παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, πλήττει ουσιαστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον αυτόν ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 206, 237 στοιχ. ε', 295, 296, 299, 302, 1356 και 1357 του Κρητικού ΑΚ, που καθιερώνουν ως τρόπο κτήσης της κυριότητας σε ακίνητο και την έκτακτη χρησικτησία, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ. Ότι ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εντελώς εσφαλμένα ότι το τμήμα του επιδίκου ακινήτου της εμβαδού 6.809,87 τ.μ. ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς περαιτέρω να δεχθεί, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις ότι, αφού το ακίνητο αυτό ανήκε στην ιδιωτική περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου ήταν δεκτικό χρησικτησίας, τακτικής και έκτακτης, η οποία συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων της, απωτέρων και απώτατων και ακολούθως στους αρχικούς ενάγοντες και συνεπώς και στην ίδια. Ότι, επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση αναζήτησε για το ανωτέρω τμήμα πράξεις νομής ή κατοχής πριν από το έτος 1884, ενώ σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κρητικού ΑΚ, η έκτακτη χρησικτησία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-5-1915, καθόσον, σύμφωνα με τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού Αστικού Κώδικα, ο οποίος ίσχυε στην Κρήτη μέχρι της εισαγωγή του Κρητικού ΑΚ το 1904, ο θεσμός της χρησικτησίας δεν αναγνωρίζεται ως τρόπος κτήσης της κυριότητας. Ότι, τέλος, με τον τρόπο αυτό το Εφετείο δεν εφάρμοσε σωστά τις προαναφερθείσες διατάξεις του Κρητικού ΑΚ και ιδίως των άρθρων 1356 και 1357, δεδομένου ότι ήταν πλήρως αποδεδειγμένο ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί της στο τμήμα αυτό των 6.809,87 τ.μ. ασκούσαν συγκεκριμένες πράξεις νομής και κατοχής πολύ πριν το 1904 που ίσχυσε ο Κρητικός ΑΚ. Ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο, έχοντας υπόψη την αναφερθείσα στην ανωτέρω νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Α.Ν. 2344/1940, δέχθηκε ότι δεν συντρέχουν για το τμήμα των 6.809,87 τ.μ. πράξεις νομής και κατοχής ιδιωτών πριν από το έτος 1884 και ότι το τμήμα αυτό, δεδομένου ότι αποτελούσε παλαιό αιγιαλό και στο απώτατο παρελθόν, δηλαδή στην εποχή της τουρκοκρατίας, ανήκε στην κυριότητα του Οθωμανικού Κράτους και ακολούθως με την αναφερόμενη Συνθήκη Ειρήνης των Αθηνών περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Κράτους. Η αναζήτηση, δηλαδή, πράξεων νομής και κατοχής πριν το έτος 1884 από το Εφετείο αφορούσε το χαρακτηρισμό του επιδίκου τμήματος ως παλαιού αιγιαλού, όπως δέχθηκε τελικά με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε επίσης, ότι ως παλαιός αιγιαλός, το επίδικο αυτό τμήμα ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Δεν αφορούσε δε πράξεις νομής των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας πριν το έτος 1884, όπως εσφαλμένα θεωρεί η αναιρεσείουσα. Άλλωστε, δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο ότι "... δεν αποδείχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων απέκτησαν το δικαίωμα της κυριότητας επί του εν λόγω τμήματος του επιδίκου ακινήτου δυνάμει χρησικτησίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κρητικού Αστικού Κώδικα, που ίσχυε στην εποχή της Κρητικής Πολιτείας κατά την περίοδο από τις 23-7-1904 μέχρι και τις 11-5-1915, καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οποιοσδήποτε τρίτος άσκησε πράξεις νομής επί αυτού μέχρι και τις 11-5-1915...". Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στον ίδιο ως άνω λόγο, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι με το πρόσχημα της παράβασης των ανωτέρω αναφερομένων διατάξεων, προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 314/2021, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε α) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Σ., β) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ. και γ) την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Τ., και οι οποίες όλες, όπως ισχυρίζεται, καταλήγουν στην ουσιώδη διαπίστωση ότι το επίδικο ακίνητο των 19.976 τ.μ., στο οποίο περιλαμβάνεται και το τμήμα των 6.809,87 τ.μ., περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των αρχικών εναγόντων και ταυτοποιούνται πλήρως επί τους εδάφους. Ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω εκθέσεις, απέρριψε εν μέρει την αγωγή κατά το πιο πάνω τμήμα των 6.809,87 τ.μ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι αφορά αποδεικτικά μέσα και όχι ?πράγματα? κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να ιδρυθεί ο από το άρθρο αυτό προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Για το ορισμένο του λόγου πρέπει εκτός των άλλων, να εκτίθενται ποια ήταν η επίδραση των πραγμάτων που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά δίχως απόδειξη στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο θεώρησε δεδομένο ότι το τμήμα των 6.809,87 τ.μ. αποτελεί παλαιό αιγιαλό, ενώ δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, το μοναδικό δε στοιχείο ήταν ο αυθαίρετος προσδιορισμός της γραμμής του παλαιού αιγιαλού από τη Διοίκηση και αυτό τον προσδιορισμό τον δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς καμία έρευνα και χωρίς απόδειξη, καθόσον έπρεπε να ζητηθεί να γίνει η σχετική έρευνα από πραγματογνωμοσύνη. Ότι η ειδικότερη αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο παλαιός αιγιαλός διαμορφώθηκε λόγω προσχώσεων από τον Ταυρωνίτη ποταμό είναι επιχείρημα παντελώς άσχετο και αβάσιμο, καθόσον ο Ταυρωνίτης ποταμός εκβάλλει σε απόσταση περίπου 15 χιλιομέτρων ανατολικότερα του επιδίκου ακινήτου, ώστε να αποκλείεται παντελώς ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ότι συνεπώς το επίδικο ακίνητό της των 6.809,87 τ.μ. ουδέποτε υπήρξε παλαιός αιγιαλός, ούτε προέκυψε η ιδιότητά του αυτή από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, την ένορκη βεβαίωση και τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) όπως βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του για το γεγονός ότι, όπως επικαλέστηκε πρωτοδίκως το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το επίδικο τμήμα των 6.809,87 τ.μ. αποτελεί παλαιό αιγιαλό. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ ΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου(ΑΠ 1277/2019, ΑΠ 1091/2019). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 645/2021, ΑΠ 26/2020). Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιόν του: α) την από 26-1-2009 με αριθμό έκθεση κατάθεσης 3/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., β) την από μηνός Αυγούστου 2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Σ., γ) την από 6-12-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Τ., δ) την από 10-11-2005 τεχνική έκθεση μαζί με το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει των μηχανικών Γ. Κ. και Ι. Π., ε) την από μηνός Σεπτεμβρίου 2007 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Γ. Π. και στ) συμβόλαια κτήσης του επιδίκου ακινήτου από τα οποία προέκυπτε η νόμιμη κτήση αυτού με την αγορά επί μέρους τμημάτων, με αρχική κτήση των επί μέρους τμημάτων στο τέλος του περασμένου δεκάτου ενάτου αιώνος, όπως αναλυτικά αναγράφεται στην αγωγή για το κάθε τμήμα. Ότι από τις ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και τις τεχνικές εκθέσεις, που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, αποδεικνυόταν ότι το επίδικο τμήμα των 6.809,87 τ.μ. δεν υπήρξε ποτέ αιγιαλός, όπως αυτό αντίθετα δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Ωστόσο, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων, η από 26-1-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ., η από Αύγουστο 2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Σ., η από 6-12-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Γ. Τ., η οποία εκτιμήθηκε ως δικαστικό τεκμήριο για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι από το άρθρο 390 ΚΠολΔ προβλεπόμενες γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται απ` αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, εκτιμώμενο ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά και κατ` αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και τα εν γένει αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 577/2015, ΑΠ 983/2007, ΑΠ 1114/2008). Ενόψει των ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τη φύση του επιδίκου τμήματος των 6.809,87 τ.μ. ως παλαιού αιγιαλού, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά συνέπεια και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8-6-2021 αίτηση της Ε. Λ. για αναίρεση της 16/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ