Αριθμός 583/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Λ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέλιο Βλαχιώτη. Της αναιρεσιβλήτου: Α. θυγ. Ε. Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Μαΐου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2.../2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 15/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Aπριλίου 2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 6100Ζ'/14-09-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα προς την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής. Επειδή το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983 ορίζει ότι "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διαθήκη των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου. Εάν το περιουσιακό αντικείμενο, στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος, έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, η σχετική αξίωση του δικαιούχου συζύγου μετατίθεται σε αυτό. Εξάλλου, η συμβολή μπορεί να γίνει όχι μόνον με την παροχή κεφαλαίου υπό οποιαδήποτε μορφή, αλλά και με την παροχή διαφόρων υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα, κατά θετικό ή αρνητικό (με εξοικονόμηση δαπανών) τρόπο, όπως είναι η παροχή εργασίας στην οικογενειακή στέγη ή η απασχόληση του ενός συζύγου για την ανάπτυξη της επιχείρησης ή του επαγγέλματος του άλλου, εφόσον οι παροχές αυτές υπερβαίνουν το μέτρο εκπλήρωσης της υφισταμένης, από τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωσης για κοινή συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες. Ειδικότερα δε, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία τους είναι περισσότερες από αυτές, που η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες επιβάλει. Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση. Ομοίως, παρά το ανεκχώρητο της αξίωσης των αποκτημάτων, ενόψει του ότι πρόκειται για ενοχική αξίωση, ο εναγόμενος σύζυγος, κατά του οποίου στρέφεται η σχετική αξίωση, μπορεί να προτείνει σε συμψηφισμό ομοειδή αντίθετη αξίωσή του από την ίδια ή άλλη αιτία, με συνέπεια την μερική ή ολική απόσβεση των απαιτήσεων του δικαιούχου συζύγου στην αξίωσή του από τα αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου (άρθρα 440 επ. ΑΚ). Και στην περίπτωση όμως αυτή ο εναγόμενος σύζυγος πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδείξει, τα θεμελιούντα την άνω ένστασή του πραγματικά περιστατικά (άρθρα 335 και 338 ΚΠολΔ). Τέλος, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 1400 ΑΚ στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ο λόγος είναι προφανής, αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διατάξεως, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι στις 7-1-1990 ήλθαν σε νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν μία θυγατέρα, την Α., 17 ετών σήμερα. Η έγγαμη ωστόσο συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάστηκε οριστικά το Φεβρουάριο του 2002, οπότε η ενάγουσα αποχώρησε από τη συζυγική εστία ύστερα από σχετική δικαστική απόφαση, η οποία της επέτρεψε να μετοικήσει. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε τελικά με συναινετικό διαζύγιο δυνάμει της υπ' αριθ. 2513/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 8-6-2006. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων, η ενάγουσα ήταν τελειόφοιτη του τμήματος γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ο εναγόμενος, όντας πτυχιούχος της Φαρμακευτικής Σχολής του ίδιου Πανεπιστημίου, είχε λίγους μήνες πριν ανοίξει φαρμακείο στη συμβολή των οδών ... και ... αρ. 30 στο ..., με την οικονομική - καθώς συνομολογείται και από τις δύο πλευρές - ενίσχυση των γονέων του, οι οποίοι του έδωσαν για το σκοπό αυτόν, την επαγγελματική του δηλαδή αποκατάσταση, το ποσό των 3.000.000 δραχμών. Τότε ο εναγόμενος δεν διέθετε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο και, επομένως, η αρχική του περιουσία κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου αντιστοιχεί στο, ως άνω, κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε για τον εξοπλισμό και την έναρξη της λειτουργίας του εν λόγω φαρμακείου, ποσού 3.000.000 δραχμών, το οποίο, αναγόμενο στον χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται σε 31.106,28 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από το με ημερομηνία 26-5-2008 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος (Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών, Τομέας Εσωτερικής Οικονομίας - Τμήμα Τιμών). Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, η ενάγουσα, παράλληλα με τις σπουδές της, άρχισε να εργάζεται στο φαρμακείο του συζύγου της απασχολούμενη μαζί με αυτόν καθόλες τις ώρες λειτουργίας του φαρμακείου, συχνά δε ακόμη και κατά τη διάρκεια των εφημεριών και διανυκτερεύσεων αυτού. Τον Ιούλιο του έτους 1991, η ενάγουσα έλαβε το πτυχίο της και έτσι έκτοτε απασχολήθηκε αποκλειστικά, στο εν λόγω φαρμακείο. Μετά την παρέλευση των δύο πρώτων ετών λειτουργίας του φαρμακείου, δηλαδή από το έτος 1992 και εντεύθεν, άρχισε τούτο σταδιακά να αποφέρει σημαντικά κέρδη, από το έτος δε 1994 και εφεξής, εκτός από τους διαδίκους απασχολούνταν σ' αυτό τέσσερις τουλάχιστον υπάλληλοι. Η ενάγουσα συνέχισε να απασχολείται σ' αυτό καθημερινά και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της αλλά και μετά τη γέννηση της θυγατέρας τους. Μάλιστα απασχολούνταν και πέραν του ωραρίου λειτουργίας του φαρμακείου με την συμπλήρωση όλων των μηνιαίων συγκεντρωτικών καταστάσεων των συνταγών των ασφαλιστικών ταμείων, που υποβάλλονταν στον οικείο φαρμακευτικό σύλλογο. Το έτος 1996 δυνάμει του από 23-6-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως καταστήματος, ο εναγόμενος μίσθωσε από κοινού με τον φαρμακοποιό Α. Κ. ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 80 τ.μ., το οποίο βρίσκεται σε πολύ κοντινή απόσταση από το άνω φαρμακείο και συγκεκριμένα στον αριθμό 21 της ίδιας οδού .... Με το πιο πάνω μισθωτήριο συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα λειτουργήσει ως φαρμακείο και ότι οι μισθωτές έχουν το δικαίωμα σύστασης εταιρίας οποιασδήποτε νομικής μορφής. Ο Α. Κ. είχε προηγουμένως συστήσει μαζί με τη σύζυγό του Ε.-Β. Ζ., δυνάμει του από 3-1-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Α. και Σία Ε.Ε.", με έδρα την ..., επί της οδού ... αρ. 46 και με σκοπό την παρασκευή και εμπορία παντός είδους φαρμάκων και παραφαρμακευτικών ειδών, συμμετέχοντας ο ίδιος, ως ομόρρυθμος εταίρος, με ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη και στις ζημίες της 90% και η σύζυγός του με το υπόλοιπο ποσοστό, ως ετερόρρυθμος εταίρος αυτής. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθ. .../24-10-1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Τσέτου, που νόμιμα καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, ο Α. Κ. και η σύζυγός του μεταβίβασαν στον εναγόμενο, ο μεν πρώτος ποσοστό 40%, η δε δεύτερη το ποσοστό συμμετοχής της (10%) και στη συνέχεια, οι συμβαλλόμενοι αποφάσισαν τη μετατροπή της εν λόγω εταιρίας σε ομόρρυθμη, με την επωνυμία "Κ. Α. και Σία Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Φαρμακείο" και τη μεταφορά της έδρας της από τη ... στο ... . Ταυτόχρονα, μετά τις άνω τροποποιήσεις και με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο ο εναγόμενος και ο Α. Κ. συνέστησαν την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία με ποσοστό συμμετοχής εκάστου στα κέρδη και τις ζημίες αυτής 50%, ορίστηκε δε έδρα της εταιρίας η οδός ... αριθ. 21 στο ..., και διαχειριστής της ο Α. Κ.. Κατά τον ανωτέρω τρόπο, άρχισε η λειτουργία του δεύτερου φαρμακείου στο ως άνω μίσθιο κατάστημα υπό τη μορφή εταιρίας, στην οποία ο εναγόμενος συμμετείχε κατά το παραπάνω ποσοστό. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα ο εναγόμενος είχε μισθώσει την άδεια λειτουργίας του φαρμακείου του Α. Κ., καταβάλλοντας σ' αυτόν μηνιαίως ως αντάλλαγμα το ποσό των 1000 ευρώ, χωρίς καμία άλλη περαιτέρω αμοιβή και συμμετοχή του τελευταίου. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού δεν αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, αμέσως μετά την έναρξη λειτουργίας του δεύτερου φαρμακείου, το φθινόπωρο του έτους 1996, σταμάτησε να εργάζεται στο πρώτο φαρμακείο του τότε συζύγου της και απασχολούνταν πλέον στο δεύτερο φαρμακείο (της οδού ...) προσφέροντας τις υπηρεσίες της κατά τον ίδιο τρόπο που τις προσέφερε και στο πρώτο φαρμακείο, ενώ παράλληλα, είχε σε σημαντικό βαθμό αναλάβει, για λογαριασμό του συζύγου της, ο οποίος δεν εργαζόταν σ' αυτό, την ευθύνη λειτουργίας του, όντας υπεύθυνη για τις παραγγελίες των προϊόντων, την παραλαβή και την πληρωμή τους. Μάλιστα, τον Μάιο του έτους 1997 ο εναγόμενος γνωστοποίησε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας ότι αυτή προσλήφθηκε και απασχολείται ως υπάλληλος του άνω φαρμακείου με μηνιαίο μισθό 155.703 δραχμές. Όμως, στην πραγματικότητα αυτή δεν πληρωνόταν και έτσι οι μηνιαίες αποδοχές, που θα ελάμβανε οποιοσδήποτε τρίτος στη θέση της ως υπάλληλος φαρμακείου, παρέμεναν προς όφελος της άνω επιχείρησης, πέραν του ότι η κατά τα ανωτέρω, παροχή της εργασίας της, υπερέβαινε εκείνη του απλού υπαλλήλου, καθόσον επρόκειτο για οικογενειακές ουσιαστικά των διαδίκων επιχειρήσεις, για τις οποίες επιδείκνυε ιδιαίτερο ζήλο, και στη λειτουργία των οποίων είχε πολύ πιο ουσιαστική συμμετοχή και συμβολή κατά τη διάρκεια των δέκα ετών περίπου (1990 έως 2000) που εργάστηκε σ' αυτές. Έτσι, η εργασία της στα δύο φαρμακεία αποτιμάται στα 2.000 ευρώ περίπου μηνιαίως. Παράλληλα δε, η ενάγουσα απασχολούνταν με την φροντίδα του συζυγικού οίκου και των μελών της οικογένειάς της. Οι υπηρεσίες της όμως αυτές δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαιναν την από το νόμο επιβαλλόμενη συνεισφορά της στα βάρη του γάμου, ενόψει του ότι, αφενός μεν απασχολούνταν, κατά τα προαναφερθέντα, στις ανωτέρω επιχειρήσεις του τότε συζύγου της και επομένως αντικειμενικά η ενασχόλησή της με την φροντίδα της συζυγικής οικίας ήταν περιορισμένη, αφετέρου δε είχε κατά τη διάρκεια όλων των παραπάνω ετών σημαντική βοήθεια τόσο από τη μητέρα της, όσο και από τη μητέρα του εναγομένου, δεδομένου ότι κατά τα έτη 1990 έως 1995 οι διάδικοι διέμεναν σε ιδιόκτητη οικία της ενάγουσας, η οποία βρίσκεται στον πρώτο όροφο μονοκατοικίας, στο ισόγειο της οποίας κατοικούσαν οι γονείς αυτής, ενώ από το 1996 και εντεύθεν εγκαταστάθηκαν στην πατρική οικία του εναγομένου, όπου διέμενε ουσιαστικά μαζί τους η μητέρα του τελευταίου. Εξάλλου, οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν από κοινού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τα εξής περιουσιακά στοιχεία: 1) Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../21-7-1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αντωνίου Κουσκουβελάκου, αγόρασαν και κατέστησαν συγκύριοι λόγω αγοράς ενός ισογείου καταστήματος, εμβαδού 79,30 τ.μ., με δύο θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου, εμβαδού 12 τ.μ. η καθεμία, καθώς επίσης δύο αποθηκών του υπογείου, εκτάσεως 14,50 τ.μ. η μία και 14,10 τ.μ. η άλλη, που βρίσκονται στην πολυκατοικία της οδού ... αριθ. 131, στο ..., αντί δηλωθέντος τιμήματος ποσού 5.650.000 δραχμών. Η πραγματική αγοραία αξία των ως άνω ακινήτων ανερχόταν κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων αλλά και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (μη επελθούσας κάποιας διαφοροποίησης αυτής έως τον χρόνο συζήτησης αυτής), στο συνολικό ποσό των 70.000,00 ευρώ, όπως τούτο συνομολογείται από τους διαδίκους και, επομένως, η αξία του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου, που ανήκει σε καθέναν απ' αυτούς, ανερχόταν στο ποσό των 35.000,00 ευρώ. 2) Δυνάμει του με αριθμό .../27-3-1996, νομίμως μεταγραφέντΟς αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Πάνου Λούμου, αγόρασαν και κατέστησαν, ομοίως ως άνω, συγκύριοι του υπό στοιχεία Α-1 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, εμβαδού 95,50 τ.μ., της υπ' αριθ. Υ-7 αποθήκης του υπογείου, εμβαδού 3,5 τ.μ. και του με αριθ. Π-7 χώρου στάθμευσης του υπογείου, επιφάνειας 11 τ.μ., που βρίσκονται στην πολυκατοικία της οδού ... αριθ. 20-22 και ... του δήμου ..., αντί δηλωθέντος τιμήματος 17.450.000 δραχμών. Η πραγματική όμως αγοραία αξία των παραπάνω τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών ανερχόταν, κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (μη επελθούσας κάποιας διαφοροποίησης αυτής έως τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης), στο ποσό των 250.000 ευρώ, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις δηλώσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, και, επομένως, η αξία του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου ανερχόταν στο ποσό των 125.000 ευρώ. 3) Τέλος, το έτος 1994 οι διάδικοι απέκτησαν, επίσης κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής "ΤΟΥΟΤΑ", τύπου "Carina", 1600 κ.ε., αξίας, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει της παλαιότητάς του, 3.500,00 ευρώ, και επομένως, του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου αυτού, αξίας ύψους 1.750,00 ευρώ. Ωστόσο, τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία, που αποκτήθηκαν από τον εναγόμενο κατά τη διάρκεια του γάμου του με την εναγομένη, δεν θα προσμετρηθούν στην τελική περιουσία του, δοθέντος ότι ήδη η ενάγουσα με το δικόγραφο της αγωγής της έχει προβεί σε συνυπολογισμό (συμψηφισμό) του ισοπόσου της αξίας του ανήκοντος σ' αυτήν ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί των άνω περιουσιακών στοιχείων. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε επίσης ότι εκτός των ανωτέρω, ο εναγόμενος, κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα έως και την αμετάκλητη λύση αυτού, απέκτησε και τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία: Το έτος 1999, απέκτησε την πλήρη κυριότητα ενός αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής Ford τύπου Ka, 1300 κ.ε., η αγοραία αξία του οποίου ανερχόταν κατά τους ίδιους, ως άνω, χρόνους στο ποσό των 3.000.000 δραχμών. Ακολούθως, δυνάμει των υπ' αριθ. .../26-3-2003 και .../26-3-2003 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Κανέλλας Κουσκουβελάκου κατέστη αποκλειστικός κύριος, λόγω αγοράς, δύο αγροτεμαχίων, εκτάσεως 248,36 τ.μ. και 248,26 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του δήμου ...ς τέως δήμου Κρωπίας, στη θέση "...", στην οδό ... αριθ. 4 το πρώτο και στην ίδια οδό, επί του αριθμού 8 το δεύτερο απ' αυτά. Τα ανωτέρω αγροτεμάχια είναι μη οικοδομήσιμα, βρίσκονται εκτός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εντός ζώνης (εντός ΖΟΕ στη ζώνη Η. υποδοχής Β' κατοικίας). Η αντικειμενική αξία αυτών ανερχόταν κατά τον χρόνο της αγοράς τους στα ποσά των 3.278,35 ευρώ και 3.277,03 ευρώ αντίστοιχα. Ωστόσο, η πραγματική αγοραία αξία τους, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής (Μάιος 2008), ανερχόταν, ενόψει του ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η αντικειμενική αξία ακινήτων υπολείπεται σημαντικά της αγοραίας αξίας τους, στο ποσό των 8.500,00 ευρώ περίπου για το καθένα, δηλαδή στο συνολικό ποσό των 17.000,00 ευρώ και για τα δύο. Εξάλλου, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, υπ' αριθ. .../30-8-2000 συμβολαίου γονικής παροχής επικαρπίας και δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας ακινήτου της Συμβολαιογράφου Θήρας Ξένιας Καφούρου-Χατζηξενή, ενεργούσα ως αναπληρώτρια της Συμβολαιογράφου Θήρας Κυριακής Ρούσσου, η μητέρα του εναγομένου Ά. χήρα Ν. Τ., προέβη σε δωρεά προς την εγγονή της και θυγατέρα των διαδίκων Ά. Τ. της ψιλής κυριότητας ενός οικοπέδου, άρτιου και οικοδομήσιμου, εκτάσεως 84,25 τ.μ., μέσα στο οποίο υπήρχε παλαιά οικία εμβαδού 65,46 τ.μ. και το οποίο βρίσκεται στο ... του δήμου ..., μέσα στον οικισμό, το δικαίωμα δε της επικαρπίας επ' αυτού μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής στον εναγόμενο. Στη συνέχεια, κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα επισκευάσθηκε η υπάρχουσα παλαιά οικία και ανοικοδομήθηκαν πάνω απ' αυτήν δύο διαμερίσματα και συγκεκριμένα μία γκαρσονιέρα και ένα διαμέρισμα δύο δωματίων, εμβαδού 65 τ.μ., γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Όσον αφορά την αξία των ανωτέρω δύο διαμερισμάτων, η αξία της πλήρους κυριότητας αυτών, χωρίς να συνυπολογιστούν τα ποσοστά ιδιοκτησίας τους επί του οικοπέδου, καθόσον αυτό, όπως προαναφέρθηκε, προέρχεται από γονική παροχή και επομένως δεν συνυπολογίζονται στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, ανερχόταν κατά το σύστημα αντικειμενικών αξιών της νήσου Θήρας, στο συνολικό ποσό των 32.832,80 ευρώ και, επομένως, η αξία του δικαιώματος επικαρπίας επ' αυτών, που ανήκει στον εναγόμενο, ανερχόταν στο ποσό των (32.832,80 ευρώ Χ 5/10 βάσει της ηλικίας του επικαρπωτή, που έχει υπερβεί το 40ο έτος της ηλικίας του, κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού, δηλαδή κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής) 16.416,40 ευρώ, πλην όμως, η πραγματική αξία αυτού (δικαιώματος επικαρπίας) κρίνεται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ανερχόταν στο διπλάσιο περίπου αυτής, δηλαδή στο ποσό των 30.000,00 ευρώ. Περαιτέρω, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, υπ' αριθ. .../26-4-2002 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Κανέλλας Κουσκουβελάκου, η μητέρα του εναγομένου απέκτησε, λόγω αγοράς, την πλήρη κυριότητα του υπό στοιχεία ΙΣ-1 διαμερίσματος, εμβαδού 60 τ.μ., του ισογείου ορόφου πολυκατοικίας, ευρισκόμενης επί της οδού ... αριθ. 72. στη θέση "..." ή "..." στην περιφέρεια του δήμου Πειραιώς. Ακολούθως, μετά την πάροδο ενός έτους, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθ. .../14-4-2003 συμβολαίου της ίδιας, ως άνω, Συμβολαιογράφου η ανωτέρω μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον εναγόμενο την ψιλή κυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Η πραγματική αγοραία αξία του άνω ακινήτου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 70.000 ευρώ, όπως άλλωστε τούτο δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο και, επομένως, η αξία της ψιλής κυριότητας αυτού ανερχόταν στο ποσό των 56.000 ευρώ, δεδομένου ότι η αξία της επικαρπίας επ' αυτού αντιστοιχεί στο ποσό των 14.000 ευρώ (70.000 ευρώ Χ 2/10 βάσει της ηλικίας της επικαρπώτριας, που έχει υπερβεί το 70ο έτος της ηλικίας της, κατά τον κρίσιμο χρόνο υπολογισμού). Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος είχε μεθοδεύσει τις παραπάνω μεταβιβάσεις με σκοπό να αποτρέψει την ικανοποίηση του δικαιώματός της για συμμετοχή στα αποκτήματα αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου τους και ότι η αγορά από τη μητέρα του, του άνω ακινήτου είναι εικονική με υποκρυπτόμενο πραγματικό συμβαλλόμενο τον ίδιο τον εναγόμενο, ο ισχυρισμός όμως αυτός ελέγχεται αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο πραγματικός αγοραστής του άνω ακινήτου είναι ο ίδιος ο εναγόμενος και όχι η μητέρα αυτού, της οποίας, άλλωστε, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα εκκαθαριστικά σημειώματα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματός της των οικονομικών ετών 2006, 2007 και 2008, οι ετήσιες αποδοχές κατά τη διάρκεια των ετών 2005, 2006 και 2007, από συντάξεις που λαμβάνει αυτή ανέρχονταν στα ποσά 40.700,95 ευρώ, 38.848,93 ευρώ και 36.637,97 ευρώ αντίστοιχα, στοιχεία από τα οποία συνάγεται ότι και κατά τα αμέσως προηγούμενα έτη αυτή αποκόμιζε μετά βεβαιότητος τα ποσά των 30.000 έως 35.000 ευρώ ετησίως. Άλλωστε, εάν πράγματι ο εναγόμενος μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους επεδίωκε τη ματαίωση, εν όλω ή εν μέρει, των δικαιωμάτων της ενάγουσας θα είχε πράξει το ίδιο τον Μάρτιο του έτους 2003 με την προαναφερόμενη αγορά των δύο αγροτεμαχίων στη ..., φροντίζοντας να πραγματοποιηθεί αυτή (αγορά) στο όνομα άλλου συγγενικού του προσώπου και όχι του ιδίου. Ως εκ τούτου, το παραπάνω περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου, προερχόμενο από γονική παροχή, κατά τα ανωτέρω, δεν θα συνυπολογιστεί στην επαύξηση της περιουσίας του, διαρκούντος του γάμου του με την ενάγουσα. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι, στις 24-8-1999 άνοιξαν τον υπ' αριθ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην τράπεζα "CITIBANK" σε νόμισμα μάρκα Γερμανίας, ποσού 116.767,41, ενώ την ίδια ως άνω ημερομηνία ανοίχθηκε από αυτούς κοινός επίσης λογαριασμός στην τράπεζα "AMBO BANK", ποσού 33.268,06 δολαρίων ΗΠΑ. Επίσης, από το έτος 1990 διατηρούσαν κοινό λογαριασμό στην τότε Ιονική Τράπεζα και νυν "ALPHA BANK", με καταθέσεις ύψους 10.700.000 δραχμών (ισόποσο σε ευρώ 31.401, 32) το μήνα Οκτώβριο του έτους 2000. Στις 20-10-2000 ο εναγόμενος απέσυρε όλα τα χρήματα από τους παραπάνω λογαριασμούς και μετέφερε αυτά σε δικούς του ατομικούς λογαριασμούς. Ειδικότερα, κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία ο κοινός λογαριασμός της "CITIBANK" είχε απόδοση ύψους 72.516,85 ευρώ, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 22-10-2000 έγγραφο της άνω τράπεζας. Ομοίως, η απόδοση του κοινού λογαριασμού της "AMBO BANK", ποσού 33.168,06 δολαρίων ΗΠΑ, ανέρχονταν κατά το κλείσιμο της 20-10-2000 στο ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Τέλος, από τον κοινό λογαριασμό της τράπεζας "ALPHA BANK" ο εναγόμενος απέσυρε το ποσό των 30.561,32 ευρώ. Επομένως, το σύνολο των χρημάτων που αποσύρθηκαν από τον εναγόμενο από τους προαναφερόμενους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς των διαδίκων ανήλθε στο ποσό των (72.616,85 + 70.000,00 + 30.561,32 =) 173.078,17 ευρώ. Τα ανωτέρω ποσά αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών 1990 έως 2000 από κοινού από τους διαδίκους και τα είχαν αποταμιεύσει κατά τα παραπάνω έτη. Ως εκ τούτου, το ήμισυ αυτών, ύψους 86.539,00 ευρώ, ανήκε στην ενάγουσα και, ενόψει του ότι ο εναγόμενος προέβη σε ανάληψη του εν λόγω ποσού, χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας, θα συμπεριληφθεί στην τελική περιουσία του εναγομένου, αφού από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το ποσό αυτό είχε αναλωθεί, έως τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, ισχυρισμό άλλωστε τον οποίο όλως αορίστως προέβαλε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το φαρμακείο της οδού ... αριθ. 30, λόγω των κοινών προσπαθειών των διαδίκων, άρχισε να αποφέρει σ' αυτούς σημαντικά έσοδα σε σύντομο χρονικό διάστημα, απέκτησε δε γρήγορα μεγάλη φήμη και πελατεία, λόγω και της ενασχόλησης του εναγομένου με την τοπική αυτοδιοίκηση και τα διοικητικά του Φαρμακευτικού Συλλόγου Πειραιώς, καθώς και του τοπικού αθλητικού σωματείου. Ενδεικτικό των υψηλών εσόδων του αποτελεί το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη κατάσταση εκκαθαρίσεων και προκαταβολών του Φαρμακευτικού Συλλόγου Πειραιώς τον μήνα Αύγουστο του 1995, τα μηνιαία έσοδά του (εξοφλήσεις και προκαταβολές) από τα διάφορα συμβεβλημένα ασφαλιστικά ταμεία, κατά το έτος 1995, ανέρχονταν στο ποσό των 2.650.386 δραχμών (δηλαδή 7.778 ευρώ), χωρίς να συνυπολογιστούν τα έσοδα από πωλήσεις φαρμάκων χωρίς συνταγογράφηση καθώς επίσης των παραφαρμακευτικών προϊόντων (καλλυντικών, ορθοπεδικών ειδών), στα οποία το ποσοστό του κέρδους είναι πολύ μεγαλύτερο. Σημειώνεται ότι για τη μεγάλη φήμη και πελατεία που απέκτησε το άνω φαρμακείο, κατέθεσαν αμφότεροι οι μάρτυρες των διαδίκων, αλλά και η ενόρκως βεβαιώσασα Μ.-Μ. Δ., η οποία κατέθεσε χαρακτηριστικά ότι "όλοι λένε πάμε στο φαρμακείο του Λ. του Τ.". Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω στοιχείων (πολυετής, άνω των δεκαπέντε ετών, λειτουργία του φαρμακείου, αλματώδης ανάπτυξη, απασχολούμενο προσωπικό, υψηλοί ετήσιοι τζίροι και προοπτική συνέχισης της κερδοφορίας και στο μέλλον) η αξία της εν λόγω επιχείρησης, συνιστάμενη στον εξοπλισμό και τις προμήθειές της σε φάρμακα και παραφαρμακευτικά είδη και στη φήμη και πελατεία αυτής (που αποκτήθηκαν με κοινές προσπάθειες των διαδίκων) ανερχόταν, κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων και κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, στο ποσό των 400.000,00 ευρώ. Ομοίως, και το δεύτερο φαρμακείο της οδού ... αριθ. 21, υπήρξε από το ξεκίνημά του μια κερδοφόρα επιχείρηση με υψηλά έσοδα, ενόψει και της θέσης του, αφού βρίσκεται, όπως σημειώθηκε, σε πολύ κοντινή απόσταση από το υποκατάστημα του ΙΚΑ και επομένως η αξία αυτού, με βάση τα ίδια, ως άνω κριτήρια, ανερχόταν κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, στο ποσό των 200,000,00 ευρώ, και συνακόλουθα, του ποσοστού συμμετοχής του εναγομένου σ' αυτό, στο ποσό των 100.000,00 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα, η αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου (στην οποία δεν υπολογίζεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ακινήτων στο ... και στην ... και του ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας Toyota, καθώς επίσης η αξία της ψιλής κυριότητας, από γονική παροχή της μητέρας του, του ακινήτου στα "..." Πειραιώς, συνολικού ποσού 217.750,00 ευρώ), ανερχόταν, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής και συζήτησης αυτής, στο ποσό των (3.000,00 + 17.000,00 + 30.000,00 + 86.539,00 + 400.000,00 + 100.000,00 =) 636.539,00 ευρώ, και επομένως, η επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, μετ' αφαίρεση της αρχικής του περιουσίας, ποσού 31.106,28 ευρώ, ανερχόταν στο ποσό των (636.539,00 - 31.106,28 =) 605.432,72 ευρώ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται επίσης ότι οι διάδικοι αμέσως μετά την τέλεση του γάμου τους εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητη οικία (διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού 106 τ.μ.) της ενάγουσας στην ..., ενώ ακολούθως από το έτος 1996 έως και τη διάσταση της έγγαμης συμβίωσής τους διέμειναν στην πατρική οικία του εναγομένου στο ... . Έτσι, με την, κατά τα ανωτέρω, παροχή στέγης, η ενάγουσα συνεισέφερε στις οικογενειακές δαπάνες το ποσό των 57.600 ευρώ, κατά τη διάρκεια των έξι ετών 1990-1995, υπολογιζομένου του μισθώματος που οι διάδικοι θα κατέβαλλαν για τη μίσθωση αντίστοιχου διαμερίσματος (λαμβανομένων υπόψη της περιοχής που βρίσκεται αυτό και του εμβαδού του) στο ποσό των 800 ευρώ κατά μήνα. Επίσης, η ενάγουσα αγόρασε με χρήματα που της δώρισε ο πατέρας της το σύνολο σχεδόν του οικιακού εξοπλισμού και των επίπλων της συζυγικής κατοικίας, δαπανώντας προς τούτο το ποσό των 4.000.000 δραχμών. Δεν αποδείχθηκε πάντως η επικαλούμενη επιπλέον οικονομική συνδρομή του πατέρα της, ποσού 16.000,00 ευρώ, το οποίο αυτή ισχυρίζεται ότι της δώρισε στην αρχή του γάμου της με τον εναγόμενο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συζυγική σχέση των διαδίκων διαταράχθηκε σημαντικά περί τα τέλη του έτους 2000, παρέμειναν δε αυτοί κάτω από την οικογενειακή στέγη μέχρι τον Φεβρουάριο του 2002, οπότε και μετοίκησε η ενάγουσα, η οποία στο μεταξύ είχε διακόψει την εργασία της στο φαρμακείο του εναγομένου και από τον Μάρτιο του έτους 2001 είχε προσληφθεί ως υπάλληλος στην εταιρία με την επωνυμία "ΚΟΡΡΕΣ Α.Ε.", με μηνιαίο μισθό 900 ευρώ, με το οποίο και κάλυπτε τις δαπάνες διαβίωσής της. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι με το ποσό αυτό κάλυπτε και το σύνολο των οικογενειακών αναγκών, καθώς τις εν γένει δαπάνες διαβίωσης του ανηλίκου τέκνου τους, πέραν του μέτρου υποχρέωσης συμβολής της σ' αυτές. Εξάλλου, ο εναγόμενος ισχυρίζεται, πέραν της άρνησής του για την οποιαδήποτε συμβολή της ενάγουσας στην εν γένει επαύξηση της περιουσίας του, ότι ειδικά όσον αφορά τα αγροτεμάχια που αγόρασε στη ... και την ανοικοδόμηση των δύο διαμερισμάτων στη ..., η ενάγουσα δεν είχε καμία συμβολή, ενόψει του ότι τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία αποκτήθηκαν από αυτόν, μετά την, κατά τα ανωτέρω, διάσταση και ρήξη των σχέσεών τους, που επήλθε στα τέλη του έτους 2000. Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι τα δύο διαμερίσματα στη ... ανεγέρθηκαν μέσα στο έτος 2000, με χρήματα των διαδίκων, προερχόμενα από την κοινή επαγγελματική τους απασχόληση στα φαρμακεία του εναγομένου, και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο, όπως αβάσιμα διατείνεται ο εναγόμενος, ενώ εξάλλου, αναφορικά με την πραγματοποιηθείσα τον Μάρτιο του έτους 2003, αγορά των ακινήτων στη ..., υπήρξε συμβολή της ενάγουσας, κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τρόπους. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε τις δύο αποθήκες και τις δύο θέσεις στάθμευσης, που αποκτήθηκαν, κατ' ισομοιρίαν από τους διαδίκους στις 21-7-1993, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, μαζί με το ισόγειο κατάστημα στην πολυκατοικία της οδού ... αριθ. 131 στο ... . Συγκεκριμένα, από τον Αύγουστο του έτους 1993 και εφεξής, ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε εξ ολοκλήρου τις ανωτέρω δύο αποθήκες και τις θέσεις στάθμευσης για την στέγαση των αποθηκών των φαρμακείων του και την εν γένει εξυπηρέτηση αυτών. Υπολογιζομένου δε του μισθώματος που απαιτούνταν να καταβάλει για τη χρήση αυτών στο ποσό των 300 ευρώ κατά μέσο όρο μηνιαίως, ωφελήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 1993 έως και τον Μάρτιο 2003, κατά το ποσό των (300 Χ 116 μήνες = 34.800,00 : 2 =) 17.400,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό που ανήκει στην ενάγουσα επί των παραπάνω ακινήτων και συνιστά συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου. Επίσης, το ανωτέρω κατάστημα στην οδό ... 131, οι διάδικοι το είχαν εκμισθώσει στις 15-9-1994 στην Α. Σ. για να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα ειδών οικιακής χρήσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, οι σχέσεις των διαδίκων διερράγησαν το φθινόπωρο του έτους 2000 και ο εναγόμενος προέβη στην ανάληψη όλων των υφισταμένων σε κοινούς λογαριασμούς χρημάτων. Πέραν όμως αυτού, από τον Νοέμβριο του ίδιου έτους και εφεξής ο εναγόμενος εισέπραττε το σύνολο του μισθώματος από το παραπάνω μίσθιο, χωρίς να αποδίδει στην ενάγουσα την αναλογία της επ' αυτού, έως ότου η τελευταία απέστειλε στην, ως άνω, μισθώτρια την από 8-3-2002 εξώδικη δήλωση, καλώντας την, από την επίδοση και εφεξής του άνω εξωδίκου, να καταβάλει σ' εκείνη (ενάγουσα) το μέρος του μηνιαίου μισθώματος που αναλογεί στο ποσοστό της. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα των δεκαεπτά μηνών από τον Νοέμβριο του 2000 έως τον Μάρτιο του 2002, ο εναγόμενος εισέπραξε ολόκληρο το μίσθωμα του άνω μισθίου ακινήτου, ποσού 440,21 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των (440,21 Χ 17 =) 7.483,57 ευρώ και επομένως και το ποσοστό αναλογίας της ενάγουσας επ' αυτού, ποσού (7.483,57 : 2 =) 3.741,78 ευρώ. Ομοίως, ο εναγόμενος, το ίδιο χρονικό διάστημα εισέπραξε εξ ολοκλήρου το μηνιαίο μίσθωμα, ποσού 607,48 ευρώ, που καταβάλλονταν από την εταιρία με την επωνυμία "ΜΕΤΚΑ Α.Ε.", για τη χρήση του διαμερίσματος στην ..., το οποίο είχαν εκμισθώσει στη άνω εταιρία οι διάδικοι το έτος 1999, και ωφελήθηκε έτσι και κατά το ποσοστό αναλογίας της ενάγουσας επ' αυτού, ανερχόμενο στο ποσό των (607,48 Χ 17 - 10.327,16 : 2 =) 5.163,58 ευρώ. Τέλος, από την εκμετάλλευση του ανήκοντος στην ενάγουσα χρηματικού ποσού των 86.539,00 ευρώ, ο εναγόμενος ωφελήθηκε, κατά τη διάρκεια των ετών 2001 και 2002, κατά το ποσό των 4.327,00 ευρώ, υπολογιζομένου του μέσου τραπεζικού επιτοκίου, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, σε ποσοστό 2,5% ετησίως. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, πραγματοποιηθείσα κατά τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπους, ανέρχεται σε ποσοστό 35% της αξίας αυτής, κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης, και επομένως, δικαιούται η ενάγουσα, για την αιτία αυτή, το ποσό των (605.432,72 Χ 35% =) 211.901,45 ευρώ. Ο εναγόμενος προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει στον παρόντα βαθμό με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης τις εξής ενστάσεις: α) ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην επαύξηση της περιουσίας του, ούτε δηλαδή κατά το 1/3, ποσοστό ως προς το οποίο λειτουργεί υπέρ αυτής το τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β'ΑΚ, και β) ότι ειδικά τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται πιο πάνω με τους αριθμούς 1-2 ακίνητα (κατάστημα, αποθήκες και θέσεις στάθμευσης της πολυκατοικίας της οδού ... στο ..., διαμέρισμα, αποθήκη και θέση στάθμευσης της πολυκατοικίας στην ...), συνολικής αξίας (70.000 + 250.000 ευρώ =) 320.000 ευρώ, τα οποία ανήκουν στους διαδίκους κατ' ισομοιρίαν (αλλά δεν συνυπολογίστηκαν προς εξεύρεση της τελικής του περιουσίας) αγοράστηκαν με χρήματα του ίδιου και των γονέων του, ενώ το 1999 με δικά του επίσης χρήματα κατασκευάστηκε στην ταράτσα ιδιόκτητου ακινήτου της ενάγουσας, το οποίο βρίσκεται στην ..., προσθήκη δύο δωματίων με κεραμοσκεπή, αξίας 45.000 ευρώ, και ότι συνεπώς διατηρεί κατά της ενάγουσας ομοειδή κατ' αντικείμενο ανταπαίτηση, συνολικού ποσού 205.000 ευρώ (= 320.000 : 2 = 160.000 + 45.000), την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό προς την επίδικη απαίτηση της ενάγουσας ... Οι ενστάσεις ωστόσο αυτές είναι απορριπτέες για τους εξής αντίστοιχα λόγους: α) Η πρώτη είναι απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία, αφού από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε, όπως ήδη εκτέθηκε πιο πάνω, ότι η ενάγουσα συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου κατά το προαναφερόμενο ποσοστό και β) η δεύτερη είναι απορριπτέα ομοίως ως αβάσιμη στην ουσία, διότι δεν αποδείχθηκαν από τον ενάγοντα, ο οποίος φέρει το σχετικό δικονομικό βάρος (άρθρα 335 και 338 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα περιστατικά που την θεμελιώνουν. Όσον αφορά, άλλωστε, το κατάστημα της οδού ..., καθώς συνομολογείται, ένα μέρος του τιμήματος αγοράς του πιστώθηκε, προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του εκδόθηκαν οι προσκομιζόμενες συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε και η ενάγουσα, γεγονός - και αυτό - που υποδηλώνει ότι η ενάγουσα συνέβαλε πράγματι στην αγορά του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου. Εξάλλου, όσον αφορά ειδικά την επικαλούμενη από τον εναγόμενο κατασκευή δύο δωματίων στην ταράτσα της οικίας της ενάγουσας στην ..., από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη σχετική οικοδομική άδεια (194/1998 Πολεοδομίας δήμου ...) προκύπτει ότι επρόκειτο για κλείσιμο σκεπαστής βεράντας και προσθήκη ξύλινου υπόστεγου και όχι κατασκευή κτισμάτων ... . Ενόψει όλων τούτων, η εκκαλουμένη, εφόσον στις ίδιες κρίσεις κατέληξε και, αφού απέρριψε τις παραπάνω ενστάσεις, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα συνέβαλε κατά το προαναφερόμενο ποσοστό (35%) στην επαύξηση της περιουσίας του ενάγοντος, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, όλοι δε οι αντίθετοι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι περιέχονται στις κρινόμενες εφέσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε την συνεκδικασθείσα με την έφεση του αναιρεσείοντος, έφεση της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε στη συνέχεια την έφεση του πρώτου (αναιρεσείοντος), μόνο όμως κατά το μέρος που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί μεγαλύτερη αύξηση της περιουσίας αυτού κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι την αμετάκλητη λύση αυτού, ακολούθως δε αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, επιδικάζοντας στην τελευταία νομιμοτόκως το ποσό των 211....,45 ευρώ, λόγω της συμβολής αυτής στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά την διάρκεια του γάμου τους κατά ποσοστό 35%. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 και 440 επ. του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν, και δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων ανωτέρω δέχθηκε. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης και την αντίστοιχη απόρριψη των προαναφερόμενων ενστάσεων του αναιρεσείοντος, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα: 1) Ότι ο γάμος των διαδίκων που τελέσθηκε την 07-01-1990 λύθηκε με την υπ' αριθ. 2513/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη στις 8-6-2006, 2) Ότι κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του αναιρεσείοντος συνιστούσε το φαρμακείο που είχε ανοίξει αυτός στη συμβολή των οδών ... και ... αρ. 30 στο ..., για το οποίο είχε δαπανήσει το ποσό των 3.000.000 δραχμών από χρήματα που του έδωσαν οι γονείς του, το ποσόν δε αυτό βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε, ανάγεται κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής σε 31.106,28 ευρώ, 3) Ότι κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο αναιρεσείων απέκτησε τα αναφερόμενα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα κατά πλήρη ή ψιλή κυριότητα, αυτοκίνητο κατά πλήρη κυριότητα, χρήματα σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων που απέσυρε και κατέθεσε σε ατομικό του λογαριασμό, επιχειρήσεις δύο φαρμακείων κλπ), η συνολική αξία των οποίων κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων και του χρόνου άσκησης και συζήτησης της αγωγής, μετά την αφαίρεση των όσων του παραχωρήθηκαν ως γονική παροχή, σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε, ανήρχετο στο ποσό των 636.539,00 ευρώ, σε τρόπον ώστε η επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, μετά την αφαίρεση της αρχικής του περιουσίας (31.106,28 ευρώ), να διαμορφώνεται σε 605.432,72 ευρώ, 4) Ότι τα ακίνητα και το αυτοκίνητο που απέκτησαν με αγορά οι διάδικοι κατά τα τη διάρκεια του γάμου τους κατ' ισομοιρίαν, αποκτήθηκαν με χρήματα που διέθεσαν από κοινού κατ' ίσα μέρη και οι δύο, προερχόμενα από την κοινή δραστηριότητά τους στα άνω φαρμακεία που δημιούργησαν, και από δάνειο στο οποίο συνεβλήθηκαν εξίσου και οι δύο, ώστε ως προς την αξία των περιουσιακών αυτών στοιχείων να μην προσαυξάνεται η περιουσία του αναιρεσείοντος και ορθώς να μην συνυπολογίζονται προς τούτο σ' αυτήν, 5) Ότι η συμβολή της ενάγουσας στην άνω περιουσία του εναγομένου συνίστατο: α) Στην καθημερινή απασχόλησή της, αρχικά στο πρώτο φαρμακείο του εναγομένου, καθόλο το ωράριο λειτουργίας αυτού, στις εφημερίες, στις διανυκτερεύσεις και πέραν αυτών στην απασχόλησή της με την εν γένει διαχείριση αυτού (παραγγελίες, προμήθειες φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων, υποβολή δικαιολογητικών για την είσπραξη από τα ασφαλιστικά ταμεία, μέσω του Φ.Σ.Π. των επί πιστώσει φαρμάκων κλπ), ενώ μετά την δημιουργία του δεύτερου φαρμακείου είχε την αποκλειστική διαχείριση αυτού, προβαίνοντας σε όλες τις παραπάνω δραστηριότητες, ώστε να μην υφίσταται σχέση υπαλλήλου προς εργοδότη, αλλά σχέση συνεργατών, ώστε επί μία δεκαετία που δραστηριοποιείτο στα εν λόγω φαρμακεία να δικαιούται 2000 ευρώ ως απολαβές μηνιαίως, χωρίς όμως ποτέ να εισπράξει κανένα ποσό, β) στην εξοικονόμηση του μισθώματος λόγω της εγκατάστασής της οικογένειάς τους επί έξι έτη στην ιδιόκτητη οικία της ενάγουσας στην ..., το οποίο ενόψει της επιφάνειάς της και της περιοχής που βρίσκεται ήταν τουλάχιστον 800 ευρώ μηνιαίως, και συνολικά για μια πενταετία διαμορφώνεται σε 57.600 ευρώ, γ) του εξοπλισμού και της επίπλωσης της άνω οικίας δαπανώντας προς τούτο το ποσό των 4.000.000 δραχμών, από χρήματα που της δώρισε ο πατέρας της, δ) με την εξοικονόμηση του ποσού των 300 ευρώ μηνιαίως από την αποκλειστική χρήση εκ μέρους του εναγόμενου δύο αποθηκών και δύο θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων στο ..., ως αποθηκευτικούς χώρους των φαρμακείων του, από το 1993 μέχρι την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, αν και οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες ανήκαν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σ' αυτήν, ώστε η ωφέλεια από την αίτία αυτή για την περίοδο Αύγουστος 1993 έως Μάρτιος 2003 να διαμορφώνεται σε 34.800 ευρώ και η συνεισφορά της σε 17.400 ευρώ, ε) με την είσπραξη από το εναγόμενο από τον Νοέμβριο 2000 έως τον Μάρτιο του 2002 (17 μήνες) ολόκληρου του μηνιαίου μισθώματος του κατ' ισομοιρίαν καταστήματός τους στο ..., ποσού 440,21 ευρώ, συνολικού ποσού 7.483,57 ευρώ, στην οποία αναλογούσαν 3.741,78 ευρώ, μετά την απόσυρση απ' αυτόν του συνολικού ποσού από τους κοινούς λογαριασμούς τους, στους οποίους αποταμιευόταν μέχρι τότε το ποσόν αυτό του μισθώματος, στ') με την είσπραξη ολόκληρου του μηνιαίου μισθώματος για την ίδια ως άνω περίοδο του διαμερίσματος της ..., ποσού 607,48 ευρώ και συνολικά 10.327,16 ευρώ, στην οποία αναλογούσαν 5.163,58 ευρώ, ζ) με την εκμετάλλευση του ποσού των 86.539,00 ευρώ, που της αναλογούσαν από τα χρήματα που απέσυρε ο εναγόμενος από τους κοινούς λογαριασμούς του, από τους τόκους του οποίου, για τα έτη 2001 και 2002, με επιτόκιο 2,5%, θα της απέδιδαν 4.327,00 ευρώ. Την συμβολή δε αυτή το Εφετείο, με βάση την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων εκτιμά σε ποσοστό 35%. 6) Ότι ενόψει της άνω συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κρίνει απορριπτέα την περί μηδενικής συμβολής ή κάτω του τεκμαιρομένου από το άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β' του ΑΚ, ποσοστού (1/3). η') Ότι δεν αποδείχθηκε από τον εναγόμενο, που είχε το βάρος αποδείξεως, ότι τα ως άνω ακίνητα στο ... και στην ..., με αναλογία στην ενάγουσα σ' αυτά ποσού 160.000 ευρώ, αποκτήθηκαν αποκλειστικά με χρήματα αυτού, ούτε ότι αυτός δαπάνησε το ποσό των 45.000 ευρώ για την κατασκευή κεραμοσκεπής στην ταράτσα της οικίας της ενάγουσας, αλλά ότι αντιθέτως αυτά αποκτήθηκαν και έγιναν με χρήματα που διατέθηκαν εξίσου από τους διαδίκους από την κοινή δραστηριότητά τους στα δύο ως άνω φαρμακεία, ώστε να μην υφίσταται ανταπαίτηση του εναγομένου από την αιτία αυτή, ποσού 205.000 ευρώ, και ο ισχυρισμός του τελευταίου προς συμψηφισμό του ποσού αυτού με την επιδιωκόμενη από την ενάγουσα με την αγωγή της απαίτηση, να είναι αβάσιμος. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και τρίτο, κατά το οικείο μέρος τους, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Εξάλλου, οι ίδιοι, πρώτος και τρίτος, λόγοι της αναίρεσης, κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, καθόσον δεν προκύπτουν, κατά τον αναιρεσείοντα, από τα εκτιμηθέντα αποδεικτικά στοιχεία α) η αξία των φαρμακείων αυτού, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, και β) η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου τους, ιδία δε η συμβολή αυτής από την απασχόλησή της στα άνω φαρμακεία του, στην αγορά των άνω αγροτεμαχίων στη ..., στα χρήματα που είχαν κατατεθεί στους κοινούς λογαριασμούς τους, στα ακίνητα που απέκτησαν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ... και στην ... και στην δαπάνη για την κατασκευή του κεραμοσκεπούς κτίσματος στην ταράτσα της οικίας της στην ..., είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη, οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της αύξησης της περιουσίας του κατά την διάρκεια του γάμου του με την αναιρεσίβλητη και την συμβολή της τελευταίας στην αύξηση της περιουσίας του, στα χρήματα που είχαν κατατεθεί στους κοινούς λογαριασμούς τους, στα ακίνητα που απέκτησαν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στο ... και στην ... και στην δαπάνη για την κατασκευή του κεραμοσκεπούς κτίσματος στην ταράτσα της οικίας της στην .... Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα κλπ) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος τους, μόνο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται (όχι δε και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου), προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση για την απόδειξη των ισχυρισμών του και ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, αναφορικά με τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) τις υπ' αριθ. ..., ... και .../2009 ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, στις οποίες περιέχονται οι καταθέσεις των μαρτύρων του, 2) την κατάθεση του μάρτυρός του που περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και 3) το υπ' αριθ. .../22-3-1996 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Αντωνίου Κουσκουβελάκου. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης Μ. Δ. και Δ. Ε., οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, τις προσκομιζόμενες επίσης με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις των, Μ.-Μ. Δ., Ά. Τ., Α. Κ., Ν. Γ. και Χ. Χ., οι οποίες έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 1 ΚΠολΔ και περιέχονται στις υπ' αριθ. ..., ..., .../2009, αντίστοιχα, εκθέσεις του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, η πρώτη, δεύτερη και τρίτη και στις υπ' αριθ. ... και .../2009, αντίστοιχα, πράξεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμ. Ελευθερίου-Κουτσοδάκη, η τέταρτη και πέμπτη, και από τις αναφερόμενες ειδικότερα πιο κάτω περιοριστικά ομολογίες των διαδίκων, που περιέχονται ή συνάγονται από τις προτάσεις τους", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται ο αναιρεσείων, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος. Επομένως, οι ερευνόμενοι από την παραπάνω διάταξη αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το άρθρο 250 Κ.Πολ.Δ. αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αναβολή της συζητήσεως για τον πιο πάνω λόγο απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η δε παραδοχή ή απόρριψη σχετικού αιτήματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1693/2009). Επομένως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης ούτε από τις διατάξεις των περιπτώσεων του άρθρου 559 αριθ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, εάν το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε παρόμοιο αίτημα διαδίκου, που δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και όταν απορρίπτει χωρίς επαρκείς αιτιολογίες το αίτημα αυτό. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνεται αιτίαση για την αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία επί της μηνύσεως του αναιρεσείοντος για ψευδορκία της εξετασθείσης ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρος της αναιρεσίβλητης Μ. Δ., δεν θεμελιώνει αναιρετικό λόγο απ' αυτούς, που προσδιορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Μόνο δε αν η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 8/2001). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και έτσι ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού σε αυτές τις περιπτώσεις το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 885/1994). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 του ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεσή του τον ισχυρισμό, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε καταχρηστικά διότι η άσκησή της έγινε δύο μόλις ημέρες πριν από την παραγραφή της (άρθρο 1401 ΑΚ) και μετά παρέλευση εννέα περίπου ετών από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του με την ενάγουσα, με συνέπεια, αφενός μεν να δημιουργηθεί σ' αυτόν εύλογα η πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει την επίδικη αξίωσή της, αφετέρου δε να αιφνιδιαστεί αυτός και να στερηθεί της δυνατότητος να ασκήσει αντίθετη αγωγή. Το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη με την προσβαλλομένη απόφασή του την υποβληθείσα ως άνω ένσταση του εναγομένου, με την αιτιολογία, ότι μόνη η αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του για χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, δεν αρκούν για να καταστήσουν την μεταγενέστερη άσκηση τούτου καταχρηστική, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, συνδεόμενες κυρίως με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, τέτοιες όμως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις δεν προβάλλονται με τον άνω ισχυρισμό του εναγομένου, ώστε να μην μπορεί να θεμελιωθεί η από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση του τελευταίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι πράγματι, τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση. Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, από τους αριθμούς 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι κατά την έρευνα της άνω ένστασης του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος της ενάγουσας, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη προσαχθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, αφετέρου δε δεν περιέλαβε σ' αυτήν επαρκείς αιτιολογίες που να δικαιολογούν την απόρριψη της άνω ενστάσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης ως προς την υποβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αλλά απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, ώστε, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, να μην στοιχειοθετούνται οι από τις παραπάνω διατάξεις αναιρετικές πλημμέλειες. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-04-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 15/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ