Αριθμός 587/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: K. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαΐου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 401/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 318/2010 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18 Απριλίου 2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 20 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ` αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992). Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να αναφέρονται στο δικόγραφό της, όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική του δραστηριότητα το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010). Εξάλλου, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 3-5-2004 αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, ο ενάγων εκθέτει, πλην άλλων, και τα εξής: Ότι την 6-3-2002 ενώ διήρχετο με το μοτοποδήλατό του στη θέση "Σπηλίτσα" της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος Ν. Ροεινού του Δήμου Τύρινθας επιτέθηκε σ' αυτόν ο σκύλος του εναγομένου, όταν αυτός διέλαθε της προσοχής του, με αποτέλεσμα την πτώση του μοτοποδηλάτου του στο έδαφος και τον εντεύθεν τραυματισμό του, συνεπεία του οποίου δεν μπόρεσε να ασκήσει το επάγγελμά του για το χρονικό διάστημα από 6-3-2002 έως 30-9-2003. Ειδικότερα, ως προς το τελευταίο ισχυρίζεται, ότι από 25ετίας ασκεί το επάγγελμα του τραγουδιστή σε διάφορα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης στην περιοχή της Αθήνας, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Οκτωβρίου μέχρι τέλη Μαΐου κάθε έτους και αποκερδαίνει από το ως άνω επάγγελμά του το ποσό των 2.500 ευρώ το μήνα, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Ιουνίου μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου κάθε έτους επίσης ασκεί το επάγγελμα του τραγουδιστή σε 35 λαϊκά τοπικά πανηγύρια, λαμβάνοντας 250 ευρώ για κάθε απασχόλησή του και κερδίζοντας το συνολικό ποσό των 8.750 ευρώ για το παραπάνω χρονικό διάστημα. Έτσι, εξαιτίας του τραυματισμού του και της εντεύθεν ανικανότητάς προς εργασία κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, απώλεσε το συνολικό ποσό των 37.500 ευρώ, το οποίο θα κέρδιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εάν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, ποσόν το οποίο ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί να του καταβάλει ο εναγόμενος νομιμοτόκως. Υπό το ως άνω περιεχόμενο και αίτημά της, ως προς το κεφάλαιο του διαφυγόντος κέρδους, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, σύμφωνα με τις ΑΚ 298, 914 και τις ΚΠολΔ 111 παρ. 2,118 περ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον περιέχει, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσης σκέψης, όλα εκείνα τα περιστατικά που απαιτούνται για τον προσδιορισμό του. Ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή το επάγγελμα του ενάγοντος, το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, η συμμετοχή του επί είκοσι πέντε έτη σε νυκτερινά κέντρα διασκέδασης της περιοχής της Αθήνας για συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, καθώς και σε λαϊκά τοπικά πανηγύρια ως τραγουδιστής τους θερινούς μήνες και η αντίστοιχη αμοιβή του σ' αυτά, και τέλος τα ποσά που απώλεσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα λόγω του τραυματισμού και της ανικανότητάς του προς άσκηση του παραπάνω επαγγέλματός του εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας προβληθέντα υπό του αναιρεσείοντος ισχυρισμό, δεχθέν ότι για τη γέννηση του αξιούμενου δικαιώματος δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζονται στην αγωγή τα πανηγύρια, όπου πήγαινε ο ενάγων, ούτε τα κέντρα διασκέδασης που τον απασχολούσαν, τα οποία και μπορούν, αν αμφισβητηθούν, να προκύψουν από τις αποδείξεις, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη, οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τα απωλεσθέντα εισοδήματα του ενάγοντος κατά το χρόνο της ανικανότητός του προς εργασία εξ αιτίας του τραυματισμού του, με το να δεχθεί ότι κέρδιζε από το επάγγελμά του ως τραγουδιστής κατά την περίοδο από του μηνός Οκτωβρίου έως και του μηνός Μαΐου εκάστου έτους 1.000 ευρώ μηνιαίως και κατά την περίοδο από τις αρχές Ιουνίου έως και τα τέλη Σεπτεμβρίου εκάστου έτους 200 ευρώ για κάθε συμμετοχή του σε λαϊκά πανηγύρια και επί 20 φορές. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα κλπ) βάσει των οποίων το Εφετείο σχημάτισε το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα. Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους ή προς αντίκρουση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους. Και έχει μεν υποχρέωση, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του Συντάγματος να αιτιολογεί την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς του αποδεικτικού μέσου. Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη του αβασίμου του αγωγικού ισχυρισμού ως προς την απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος συνεπεία του τραυματισμού του και της εντεύθεν ανικανότητός του προς εργασία κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) τις υπ' αριθ. 19179/17-12-2004 και 319/100106/12-1-2006 βεβαιώσεις της ΔΟΥ Ναυπλίου, σύμφωνα με τις οποίες ο ενάγων κατά τα έτη 2001 και 2003 δήλωσε ως εισόδημα από το επάγγελμά του ως τραγουδιστής ποσά κατά πολύ μικρότερα από αυτά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως πιθανολογούμενα ότι θα αποκτούσε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία (1000 ευρώ μηνιαίως κατά τους μήνες απασχόλησης του σε νυκτερινά κέντρα) και 2) τις από 20-10-2004, 30-10-2004 και 20-10-2004 έγγραφες βεβαιώσεις του Δημάρχου Ασίνης, σύμφωνα με τις οποίες ο ενάγων κατά τις θερινές περιόδους 2002 και 2003 συμμετείχε ως τραγουδιστής σε τρία λαϊκά πανηγύρια που ο δήμαρχος ήταν διοργανωτής. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη, ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του, η ανικανότητα προς εργασία του ενάγοντος διήρκεσε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2003 και δεν περιέλαβε για τους θερινούς μήνες του 2003 απωλεσθέντα εισοδήματα, ενώ για το χρονικό διάστημα από Μαρτίου 2002 έως Φεβρουαρίου 2003 που τον έκρινε ανίκανο προς εργασία, δέχθηκε, αφενός μεν ότι οι μηνιαίες αποδοχές του σε νυκτερινά κέντρα θα ανήρχοντο σε 1.000 ευρώ (και όχι 2.500 ευρώ που ζητούσε), αφετέρου δε, ότι κατά τους θερινούς μήνες του 2002 θα συμμετείχε σε 20 λαϊκά τοπικά πανηγύρια, αντί 200 ευρώ στο καθένα (και όχι σε 35, αντί 250 ευρώ που ζητούσε). Επομένως, ο αντίθετος, τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 18-04-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 318/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ