Αριθμός 993/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ'Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Δ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσουκαλά, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-11-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. Α. «Ε. και δ.τ. «E.», (πρώην «Τ. E. E. A."), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. Τ. Α.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην ….και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 19-10-2022 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, ενώ οι 2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3578/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13358/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 19-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../31-12-2020, αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 13358/2020 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τρίτης και τέταρτης των εφεσίβλητων και ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 780/2022, ΑΠ 1376/2021, ΑΠ 67/2020). Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες περαιτέρω δε έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Β. Α.. Χ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 19-11-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../31-12-2020, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18-11-2022) και κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (18-11-2022), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητες αυτές ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη από 10-01-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 10-01-2014, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015], ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρο 16 παρ. 2 ν. 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του, είναι ότι πρέπει να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) αδυναμία πληρωμών, την οποία πρέπει να περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή. Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα, που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (επί υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίστοιχα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμός 6 (ή 559 αριθμός 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 13358/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Ο αιτών - εφεσίβλητος, είναι ηλικίας 64 ετών, έγγαμος με τρία ενήλικα τέκνα, την Α. Δ., ηλικίας 33 ετών, την Η. Δ., ηλικίας 26 ετών και την Γ. Δ., ηλικίας 26 ετών. Οι θυγατέρες του δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι τον βαρύνουν οικονομικά, καθώς καμία δεν αποδείχθηκε ότι διαμένει μαζί τους. Είναι συνταξιούχος του Ι.Κ.Α., δυνάμει της υπ' αριθμ. 12076/10.12.2015 απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Πειραιά, με την οποία του απενεμήθη πλήρης σύνταξη λόγω γήρατος, ποσού 1.108,24 ευρώ μεικτά και καθαρά ποσού 950 ευρώ περίπου. Λόγω της ύπαρξης οφειλών του προς τον ΕΦΚΑ προέβη σε ρύθμιση, βάσει της οποίας θα καταβάλει το ποσό των 50,09 ευρώ μηνιαίως για 27 μήνες. Παλαιότερα, από το 1984, διατηρούσε ατομική επιχείρηση που παρείχε υπηρεσίες ενοικίασης βιντεοκασετών και οπτικών δίσκων, μέχρι και τη διακοπή της τον Ιανουάριο του 2010. Από το έτος 2006 και στην προσπάθειά του να συντηρήσει την οικογένειά του, εργάστηκε συμπληρωματικά και ως οδηγός ταξί. Όταν διέκοψε τη δραστηριότητα της επιχείρησής του, απασχολήθηκε πλήρως ως οδηγός ταξί, μέχρι το Μάρτιο του 2012, όταν και έμεινε άνεργος και εγγράφηκε στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. και επιδοτήθηκε από τον Απρίλιο του 2012 έως και το Μάρτιο του 2012 με επίδομα ανεργίας ποσού 460 ευρώ μηνιαίως. Τον Απρίλιο του 2013 διακόπηκε η καταβολή του επιδόματος ανεργίας και από το Σεπτέμβριο του 2013 λάμβανε επίδομα 200 ευρώ μηνιαίως ως μακροχρόνια άνεργος μέχρι το Σεπτέμβριο του 2014. Τον Ιούλιο του 2013 υπέβαλε την αίτηση για χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προαναφέρθηκε. Η σύζυγός του είναι μακροχρόνια άνεργη και το μόνο εισόδημά της τα τελευταία έτη ήταν ποσό 2.128,12 ευρώ το 2011, όταν και επιδοτήθηκε λόγω πολυτεκνίας, ενώ είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ. Από το Σεπτέμβριο του 2013 λάμβανε και αυτή επίδομα μακροχρόνια άνεργης, ποσού 200 ευρώ μηνιαίως, μέχρι το Σεπτέμβριο του 2014. Ο αιτών, μέχρι τον Ιούλιο του 2013, εκμίσθωνε την ισόγεια κατοικία που διαθέτει επί της ... αρ. 7 στην…, με μηνιαίο μίσθωμα 300 ευρώ, εξασφαλίζοντας ένα πρόσθετο εισόδημα. Ωστόσο, σήμερα ο μισθωτής έχει αποχωρήσει και ο αιτών δεν λαμβάνει πλέον εισόδημα από την εκμίσθωση του ακινήτου αυτού. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο αιτών -εφεσίβλητος έχει στην πλήρη κυριότητά του ένα διαμέρισμα του δεύτερου υπέρ το ισόγειον ορόφου, επιφάνειας 116,12 τ.μ., που βρίσκεται στην ..., επί της ... αρ… κτισμένου σε οικόπεδο επιφάνειας 125,30 τ.μ., επί του οποίου ο αιτών έχει κυριότητα σε ποσοστό 5,00%, αντικειμενικής αξίας του διαμερίσματος 53.769,37 ευρώ (βάσει φύλλου υπολογισμού αξίας ακινήτου) και του δικαιώματός του επί του οικοπέδου 1.082,59 ευρώ (βάσει ΕΝΦΙΑ 2019), ήτοι συνολικού ποσού 54.851,96 ευρώ, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του. Επίσης, στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητά του ανήκει ένα ισόγειο διαμέρισμα στην ..., οδός ..., επιφάνειας 56,50 τ.μ., αντικειμενικής αξίας 24.408,00 ευρώ (βάσει ΕΝΦΙΑ 2019). Επίσης, του ανήκει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ένα διαμέρισμα τετάρτου ορόφου, στη ..., επιφάνειας 31,86 τ.μ., η αντικειμενική αξία του οποίου, κατόπιν της υπ' αριθμ. …δήλωσης ένταξης του Ν. 4178/2013 σχετικά με τη νομιμοποίηση αυθαίρετης επέκτασης Δ' ορόφου επιφάνειας 16,79 τμ., ανήλθε στο ποσό των 32.818,30 ευρώ [...]. Επίσης, στον αιτούντα ανήκει κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, μία υπόγεια αποθήκη, στην ίδια ως άνω πολυκατοικία, επιφάνειας 80,30 τ.μ., αντικειμενικής αξίας του δικαιώματος του 3.161,81 ευρώ (βάσει φύλλου υπολογισμού αξίας αποθήκης). Στην πλήρη και αποκλειστική του κυριότητα, ανήκει επίσης, μία διώροφη μονοκατοικία, 56,42 τ.μ. έκαστος όροφος, στο ..., αντικειμενικής αξίας 46.180,54 ευρώ (βάσει ΕΝΦΙΑ 2019). Επιπλέον, διαθέτει την πλήρη κυριότητα σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί των εξής ακινήτων: α) μίας μονοετούς καλλιέργειας στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., Κιλκίς, επιφάνειας 2.625 τ.μ,, β) μίας μονοετούς καλλιέργειας στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... Κιλκίς, επιφάνειας 3.375 τ.μ., γ) μίας μονοετούς καλλιέργειας στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., Κιλκίς, επιφάνειας 2.261 τ.μ., δ) μίας μονοετούς καλλιέργειας στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... Κιλκίς, επιφάνειας 14.520 τμ., καθώς και την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα σε μονοετή καλλιέργεια στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., 240 τ.μ. Επίσης, έχει στην κυριότητα του δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα 1199 κ.ε. με αριθμό κυκλοφορίας ..., έτους κυκλοφορίας 1999 και 2656 κ.ε. με αριθμό κυκλοφορίας ΚΡΗ ..., έτους κυκλοφορίας 2003. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα, δήλωσε το οικονομικό έτος 2003, ατομικό εισόδημα 42.952,63 ευρώ και η σύζυγός του 2.322,00 ευρώ, ενώ δήλωσε 161.032,30 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2004, μηδενικό ατομικό εισόδημα και η σύζυγός του 3.721,27 ευρώ, ενώ δήλωσε 126.625,97 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2005, μηδενικό ατομικό εισόδημα και η σύζυγός του 2.484,00 ευρώ, ενώ δήλωσε 96.943,52 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2006, ατομικό εισόδημα 26.876,84 ευρώ και η σύζυγός του 2.700,00 ευρώ, ενώ δήλωσε 100.194,23 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2007, μηδενικό ατομικό εισόδημα και η σύζυγός του 1.350,00 ευρώ, ενώ δήλωσε 62.352,96 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2008, μηδενικό ατομικό εισόδημα, όπως και η σύζυγός του, ενώ δήλωσε 34.108,42 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση και 23.371,57 ευρώ ζημία επιχείρησης, το οικονομικό έτος 2009, ατομικό εισόδημα 19.541,54 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό, ενώ δήλωσε 50.584,96 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2010, ατομικό εισόδημα 9.981,95 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα, ενώ δήλωσε 45,145,00 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2011, ατομικό εισόδημα 2.332,23 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα, ενώ δήλωσε 2.575,40 ευρώ ακαθάριστα έσοδα από ατομική επιχείρηση, το οικονομικό έτος 2012, ατομικό εισόδημα 10.077,02 ευρώ και η σύζυγός του 2.128,12 ευρώ, το οικονομικό έτος 2013, ατομικό εισόδημα 5.613,77 ευρώ, επίδομα ανεργίας 4.212,00 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα, το οικονομικό έτος 2014, ατομικό εισόδημα 1.710,00 ευρώ, επίδομα ανεργίας 600,00 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα, το φορολογικό έτος 2014, ατομικό εισόδημα 4.453,92 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα, το φορολογικό έτος 2015, ατομικό εισόδημα 5.799,01 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα, το φορολογικό έτος 2016, ατομικό εισόδημα 9.061,04 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα, το φορολογικό έτος 2017, ατομικό εισόδημα 9.052,12 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα και το φορολογικό έτος 2018, ατομικό εισόδημα 10.455,72 ευρώ και η σύζυγός του μηδενικό εισόδημα. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο εφεσίβλητος έχει αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, εκ των οποίων αυτά που είναι ανέγγυα, θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ληξιπρόθεσμα, με την κοινοποίηση της αίτησης, υπολογιζόμενα με την τρέχουσα αξία τους κατά τον χρόνο αυτόν, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 Ν. 3869/2010). Συγκεκριμένα, από την πρώτη καθ' ης-πρώτη καθ' ης η κοινοποίηση "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.." έχει λάβει δύο στεγαστικά δάνεια, η οφειλή του από τα οποία ανερχόταν στις 15.01.2016, στο ποσό των 65.873,55 ευρώ [...]. Από τη δεύτερη καθ' ης - δεύτερη καθ' ης η κοινοποίηση "A. Τ. Α..Ε.. έχει λάβει μία πιστωτική κάρτα η οφειλή του από την οποία ανερχόταν, στις 28.11.2013, στο ποσό των 1.812,26 ευρώ [...]. Από την τρίτη καθ' ης - εκκαλούσα έχει λάβει ένα επαγγελματικό δάνειο, η οφειλή του από το οποίο ανερχόταν στις 26.11.2015, στο ποσό των 83.438,53 ευρώ [...], το οποίο είναι εξασφαλισμένο με εμπράγματη ασφάλεια και μία πιστωτική κάρτα, η οφειλή του από την οποία ανερχόταν, στις 02.12.2013, στο ποσό των 148,72 ευρώ [...]. Τέλος, από την τέταρτη καθ' ης - τρίτη καθ' ης η κοινοποίηση "Τ. Π. Α..Ε.." έχει λάβει ένα καταναλωτικό δάνειο, η οφειλή του από το οποίο ανερχόταν στις 11.12.2013, στο ποσό των 9.970,35 ευρώ [...], δηλαδή οι συνολικές του οφειλές προς τις πιστώτριες του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 161.243,41 ευρώ. Τα περισσότερα από τα ως άνω δάνεια, ο εφεσίβλητος τα έλαβε κατά τα έτη 2001 έως 2009, ενώ στη συνέχεια προέβη σε ρυθμίσεις αυτών κατά τα έτη 2011 και 2012. Το έτος 2010, προέβη σε αναχρηματοδότηση δανείου από την εκκαλούσα, το οποίο ονομάστηκε επαγγελματικό και εξασφαλίστηκε με προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο ιδιοκτησίας του στη Ν. Α., στην οδό Κ. αρ. 65. Το έτος 2009 έλαβε ένα στεγαστικό δάνειο από την πρώτη καθ' ης η κοινοποίηση "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.." ποσού 41.200 ευρώ, με σκοπό την επισκευή της κυρίας κατοικίας του, το οποίο ρύθμισε το έτος 2012, ενώ το δεύτερο στεγαστικό το οποίο έλαβε το έτος 2012, είναι ρύθμιση προγενέστερων οφειλών από προϊόντα καταναλωτικής πίστης, τα οποία είχαν αναληφθεί σε χρόνο προγενέστερο και προς εξασφάλισή της η Ε. Τ. ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία του αιτούντος. Από το σύνολο των ανωτέρω, συνάγεται ότι ο εφεσίβλητος εξακολουθεί να οφείλει τα ως άνω ποσά, πλην όμως δεν αποδεικνύεται η περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών από το έτος 2013 και έκτοτε. Και αυτό διότι [...] η αδυναμία πληρωμών του μεταξύ των ετών 2013 έως 2014 ήταν πρόσκαιρη και όχι μόνιμη, όπως απαιτεί ο νόμος 3869/2010, οφειλόταν δε στην πρόσκαιρη ανεργία του, αλλά και επιβάρυνσή του από τις ανάγκες των θυγατέρων του. Επομένως, ο εφεσίβλητος είναι σε θέση και πάλι να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις, όπως έπραττε και πριν το έτος 2013, καθώς αν αφαιρεθούν από το μηνιαίο εισοδήματα έξοδα διαβίωσής του, που ανέρχονται σε 650 ευρώ το μήνα, με δεδομένο ότι διαμένει με τη σύζυγό του σε ιδιόκτητο ακίνητο και δεν βαρύνεται με υποχρεώσεις άλλου προσώπου, συνάγεται ότι δύναται να διαθέσει τουλάχιστον 700 ευρώ προς ικανοποίηση των πιστωτών του μηνιαίως, με αντίστοιχη οικονομική διαχείριση των εξόδων του, ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοπρεπής διαβίωσή τους. Σημειωτέον, ότι στη ρευστότητα του εφεσίβλητου πρέπει να προστεθεί και το εισόδημα που μπορεί εύκολα να αποκτήσει επιπλέον της σύνταξής του από τη μίσθωση του ακινήτου, το οποίο διαθέτει επί της ... αρ. … στην Α. Β., το οποίο και μίσθωνε έως το έτος 2013, με μηνιαίο μίσθωμα 300 ευρώ. Στην κρίση του Δικαστηρίου περί της έλλειψης αδυναμίας πληρωμών στο πρόσωπο του εφεσίβλητου, συμβάλει και το γεγονός ότι αυτός διαθέτει πολύ μεγάλη ακίνητη περιουσία συνολικής αντικειμενικής αξίας πάνω από 150.000,00 ευρώ, μέρος της οποίας θα μπορούσε εύκολα να ρευστοποιήσει προς ικανοποίηση των δανειστών του, αλλά και το γεγονός ότι παρόλο που επικαλείται αδυναμία πληρωμών εξακολουθεί να συντηρεί δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα, το ένα εκ των οποίων μάλιστα είναι υψηλού κυβισμού. Επιπρόσθετα, δεν προσκομίζει ο εφεσίβλητος στοιχεία για την ακίνητη περιουσία της συζύγου της, επί της οποίας υπολογίζεται το τεκμαρτό εισόδημά της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αίτηση, εκτίμησε εσφαλμένα τις αποδείξεις και βασίμως παραπονείται η εκκαλούσα με τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσία. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Εν συνεχεία, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 534παρ. 1 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί η αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της τρίτης καθ' ης η αίτηση και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης - πιστώτριας τράπεζας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 3578/2017 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών [το οποίο είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 10-1-2014 αίτηση του αιτούντος - οφειλέτη και ήδη αναιρεσείοντος περί υπαγωγής του στις ρυθμιστικές διατάξεις του ν. 3869/2010, είχε ρυθμίσει τα χρέη αυτού, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, καθορίζοντας μηνιαίες καταβολές προς τις αναιρεσίβλητες - πιστώτριες τράπεζες επί πέντε έτη, είχε εξαιρέσει, κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, από την εκποίηση την κύρια κατοικία του, με την υποχρέωση καταβολής για τη διάσωσή της ποσοστό 80% της αντικειμενικής της αξίας και είχε διατάξει την εκποίηση των σ' αυτή αναφερομένων περιουσιακών του στοιχείων - ακινήτων ] και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι ο αιτών - αναιρεσείων δεν περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες. Ήδη, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων, αφού έχει παραθέσει συνοπτικά τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στον παρόντα αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση (πλην άλλων) ότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ως προς το ότι ο αιτών - αναιρεσείων δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, για το λόγο ότι αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση μόνο τα μηνιαία (καθαρά) εισοδήματά του και οι βασικές βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του, όχι, όμως, και το ύψος των μηνιαίων δόσεων για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, ούτως ώστε να προκύπτει η δυνατότητά του να εξοφλεί το σύνολο των χρεών του και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010. Έτσι που έκρινε και με αυτά τα οποία ανωτέρω δέχθηκε το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων (δόσεων) του αιτούντος - αναιρεσείοντος για την εξυπηρέτηση των δανειακών του συμβάσεων, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα), που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ. και ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020), με το σύνολο των χρηματικών ποσών που απαιτούνται μηνιαίως, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, εάν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά (βιοτικές ανάγκες και σύνολο μηνιαίων δόσεων προς τους πιστωτές), οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή εάν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των ανωτέρω, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας σκέψης. Ειδικότερα, το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε: α) ότι το καθαρό μηνιαίο εισόδημα του αναιρεσείοντος από τη σύνταξή του, ανέρχεται στο ποσό των 950 ευρώ και ότι στη ρευστότητά του, δηλαδή στο άνω ποσό της σύνταξής του, πρέπει να προστεθεί το εισόδημα που μπορεί να αποκτήσει από την εκμίσθωση του, επί της οδού …. αριθμ. ..στην Α. Β., κειμένου ακινήτου του, το οποίο μίσθωνε έως το έτος 2013 με μηνιαίο μίσθωμα ποσού 300 ευρώ, β) ότι τα έξοδα διαβίωσής του ανέρχονται στο ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως, γ) ότι δύναται να διαθέσει τουλάχιστον 700 ευρώ μηνιαίως προς ικανοποίηση των πιστωτών του και δ) ότι συμπερασματικά, κατόπιν των ανωτέρω, δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του. Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι αναφέρεται σε αυτή ένα ποσό, το οποίο "δύναται να διαθέσει" ο αναιρεσείων - οφειλέτης μηνιαίως για την ικανοποίηση των πιστωτών του ("τουλάχιστον 700 ευρώ"), όχι όμως, όπως απαιτείται, το ποσό στο οποίο πραγματικά ανέρχεται το ύψος των μηνιαίων του δόσεων και το οποίο οφείλει μηνιαίως να καταβάλει για την ικανοποίηση των πιστωτών του, και πιο συγκεκριμένα δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως είναι αναγκαίο, το συνολικό ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων (μηνιαίων δόσεων) του αναιρεσείοντος - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανειακών του συμβάσεων, με επακόλουθο να μην αιτιολογείται με επάρκεια και σαφήνεια, η κρίση του για το ότι αυτός δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του. Επισημαίνεται ότι, ακόμα και ήθελε γίνει δεκτό ότι το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό των 700 ευρώ, συνιστά το πραγματικό ύψος όλων των μηνιαίων δόσεων για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων του αιτούντος - αναιρεσείοντος και πάλι από τις λοιπές προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται η δυνατότητα καταβολής του από τον αναιρεσείοντα, ώστε να αιτιολογείται η κρίση του άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, για το ότι αυτός δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, καθόσον, εάν από το συνολικό ποσό του αναφερομένου εισοδήματος του αναιρεσείοντος, πραγματικού (950 ευρώ) και δυνητικού (300 ευρώ, αν ήθελε θεωρηθεί ότι αυτό είναι το δυνάμενο να επιτευχθεί μίσθωμα), αφαιρεθούν οι δαπάνες διαβίωσής του (650 ευρώ) και πάλι δεν απομένει το ποσό των 700 ευρώ για την μηνιαία εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά το μικρότερο ποσό των 600 ευρώ (ήτοι 950 ευρώ +300 ευρώ =1250 ευρώ - 650 ευρώ = 600 ευρώ). Συνεπώς, ο εξεταζόμενος, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρο 3 εδάφ. β' ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020). Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του πρώτου και του τρίτου λόγου της αναίρεσης, από τους αριθμούς 5 και 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, καθόσον η πλήρης αναιρετική εμβέλεια των άνω γενόμενων δεκτών αναφορικά με τον κριθέντα ως βάσιμο δεύτερο λόγο, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών ανωτέρω αναιρετικών λόγων. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του προαναφερόμενου λόγου της, και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ. β' του παραπάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 552/22020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Αναιρεί την υπ' αριθμ. 13358/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο. -Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Και -Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παράβολου που έχει καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ