Αριθμός 808/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρίστο Μπούρα. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (πρώην "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ"), 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD", πρώην "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ"), β) ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και γ) ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ MILLENIUM BANK ΑΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) για την ίδια και β) ως ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) τελούσης υπό εκκαθάριση συνεταιριστικής τράπεζας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) τελούσης υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 651/Φ744/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11628/2017 μη οριστική και 11747/2019 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-9-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση, δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου, που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 2076Α, 2078Α/27-04-2022, 2073Α/19-04-2022, 2077Α/27-04-2022, 2064Α/14-04-2022, 2083Α και 2084Α/28-04-2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ. Α., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 19-09-2021 αίτησης αναίρεσης και της υπ' αριθμ. 50/23-02-2022 πράξης της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία προσδιορίσθηκε κατά προτίμηση η εκδίκαση της υπόθεσης, κατόπιν σχετικής αίτησης της αναιρεσείουσας, για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στις αναιρεσίβλητες. Συνεπώς, εφόσον οι τελευταίες δεν παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, εκπροσωπούμενες από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 Ν 3869/2010, 739 επ., 741 ΚΠολΔ). Επί της από 01-03-2012 αίτησης της ήδη αναιρεσείουσας, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά των καθ' ων η αίτηση, με αίτημα τη ρύθμιση των προς αυτούς χρεών της κατά τις διατάξεις του Ν 3869/2010, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η υπ' αριθμ. 651/Φ744/2014 απόφαση του ανωτέρω Ειρηνοδικείου, που την απέρριψε κατ' ουσίαν. Μετά από έφεση της αιτούσας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 11628/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η κλήτευση της διαδίκου στην πρωτοβάθμια δίκη ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", και ακολούθως η 11747/2019 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως καθετί που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ.759 παρ.3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015). Ως εκ τούτου, κατά τη διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την, παρά το νόμο, λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν στην εκούσια δικαιοδοσία, λόγω του ανακριτικού συστήματος (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 528/2017) και, συνακόλουθα, από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του (νέου) άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 257/2020). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος (ΑΠ 82/2011, ΑΠ 1130/2009), ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 744/2021, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 783/2008). Με τον πρώτο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη και έγινε δεκτή η ένσταση της δόλιας περιέλευσής της σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, παρότι η τέταρτη αναιρεσίβλητη τράπεζα με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", η οποία παραστάθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ατομικά και ως ειδική διάδοχος της πρωτοδίκως παραστάσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL P.L.C.", δεν επανέφερε παραδεκτά την ένσταση αυτή, την οποία είχε προτείνει η ανωτέρω δικαιοπάροχός της ενώπιον του Ειρηνοδικείου. Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι στην προκειμένη υπόθεση, που εκδικάστηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 5 εδάφ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη. Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, παραπονείται, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της, ενώπιόν του, επαναφοράς από την τέταρτη αναιρεσίβλητη ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ της πρωτοδίκως προταθείσας ένστασης της CITIBANK περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών της, παρά τους σχετικούς προβληθέντες ισχυρισμούς αυτής (της αναιρεσείουσας) περί απαράδεκτης κατ' άρθρο 240 του ΚΠολΔ επανυποβολής της εν λόγω ένστασης. Η αιτίαση αυτή από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, την οποία η αναιρεσείουσα εσφαλμένως επιχειρεί να θεμελιώσει στον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, είναι ομοίως απαράδεκτη, διότι δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 λόγος στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ο πρώτος λόγος αναίρεσης. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο Ν 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος, που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 77/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010). Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω απαιτείται και αρκεί η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά (ΑΠ 1352/2021). Στην περίπτωση του Ν 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών. Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει, ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει, ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει, ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου (ΑΠ 400/2020, ΑΠ 335/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει, ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 758/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 682/2014, ΑΠ 183/2014). Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 1/1987, 822/2013, 220/2012, 75/2008, επίσης ΑΠ 90/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 64/2017). Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, παρότι η ίδια (η αναιρεσείουσα) πρότεινε με την προσθήκη των κατ' έφεση προτάσεών της ισχυρισμό περί αοριστίας, έκρινε ορισμένη την ένσταση του δόλου, που πρότεινε πρωτοδίκως η 4η καθ' ης η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL plc", την οποία επανέφερε με τις κατ' έφεση προτάσεις της η 4η αναιρεσίβλητη τράπεζα με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", παραστάσα ατομικά για τη δική της απαίτηση κατά της αναιρεσείουσας και ως ειδική διάδοχος της CITIBANK. Εντούτοις, η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν πρότεινε παραδεκτά τον περί αοριστίας ισχυρισμό της είτε με λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης είτε με πρόσθετο λόγο έφεσης, που μπορούσε να ασκήσει και με τις, κατ' έφεση, προτάσεις της, κατ' άρθρο 764 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αλλά πρόβαλε τη σχετική ένστασή της το πρώτον, όπως η ίδια εκθέτει στο αναιρετήριο, με την από 24-05-2017 προσθήκη των προτάσεών της, ενώ επιπρόσθετα, η εν λόγω αιτίαση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ. Συνακολούθως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι και αβάσιμος, διότι η ένσταση του δόλου, που πρότεινε πρωτοδίκως η 4η καθ' ης η αίτηση και επανέφερε η 4η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη με τις, κατ' έφεση, προτάσεις της, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 στοιχεία και ειδικότερα διαλαμβάνει, ότι η αιτούσα ανέλαβε συνολικά δέκα τρία (13) τραπεζικά προϊόντα, από 10 πιστωτικά ιδρύματα και συγκεκριμένα 8 πιστωτικές κάρτες, 3 καταναλωτικά δάνεια, 2 στεγαστικά δάνεια, ενώ εγγυήθηκε και σε 2 επιχειρηματικά δάνεια, αν και προέβλεπε, τουλάχιστον ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός της, συνολικού ύψους 293.592,76 ευρώ, ενόψει αφενός των οικονομικών της δυνατοτήτων, που δεν υπερέβησαν ποτέ το ποσό των 2.272 ευρώ μηνιαίως, και αφετέρου της ενήμερης δόσης του συνόλου των δανειακών υποχρεώσεών της, που ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (19-09-2021), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Συνακολούθως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011). Για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στο δικόγραφο της αναίρεσης, ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται, ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 924/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 601/2011), καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που πρέπει να παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1505/2022, ΑΠ 127/2021, AΠ 441/2020). Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών παραδοχών, σε σχέση με τη συνολική μηνιαία δόση των δανείων της και τα μηνιαία εισοδήματά της έως το έτος 2010. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, ούτε οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης με σαφήνεια και πληρότητα, αλλά εκτίθενται επιλεκτικά κάποιες αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-09-2021 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 143/20-09-2021, αίτηση για αναίρεση της 11747/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ