ΑΡΙΘΜΟΣ 1531/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Κωνσταντίνο Φράγκο, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μποροδήμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Λ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., και 3) Χ. Δ. του Γ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλάχο, περί αναιρέσεως της 3425/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Ιουνίου 2013 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 736/2013. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Για την κατά τη διάταξη του άρθρου 390 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας, κατά το οποίο, "Όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη τιμωρείται με φυλάκιση", απαιτείται αντικειμενικώς α) πρόσωπο που έχει την επιμέλεια ή διαχείριση της περιουσίας άλλου, η ιδιότητά του δε αυτή μπορεί να πηγάζει από δικαιοπραξία (λ.χ. σύμβαση εντολής, πληρεξουσιότητας, εργασίας) ή εκ του νόμου (όπως ο διαχειριστής νομικού προσώπου), και (να) υπάρχει στο δράστη κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως. Η επιμέλεια ή διαχείριση μπορεί να αφορά σε όλη την περιουσία ή σε μέρος της ή και σε μία μόνο πράξη β) πράξη ή παράλειψη επιφέρουσα ζημία στην περιουσία άλλου, η πράξη δε πρέπει να εμφανίζεται ως εξωτερική και δικαιοπρακτική, που είναι κατά κανόνα οι δικαιοπραξίες όπως πώληση, δωρεά κτλ, οι οιονεί δικαιοπραξίες ως όχληση, καταγγελία κτλ, οι διαδικαστικές πράξεις ως ομολογία αγωγής κτλ, χωρίς να αρκεί η ενέργεια υλικών πράξεων, αλλά πρέπει να υπάρχει δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη του διαχειριστή, και η πράξη ή η παράλειψη να επιφέρει ζημία στην ξένη περιουσία, χωρίς όμως σκοπό ιδιοποιήσεως. Ως περιουσία νοείται η κινητή ή ακίνητη, την οποία ο δράστης διαχειρίζεται ή έχει την επιμέλεια, γι' αυτό και όταν πρόκειται περί περιουσίας νομικού προσώπου, η περιουσία είναι ξένη για τον διαχειριστή, η δε ζημία μπορεί να είναι θετική ή αποθετική. Συνιστά ζημία και η διακινδύνευση που πρέπει να προκαλείται με την κατάχρηση της άνω εξουσίας του δράστη και δεν αίρεται η ζημία εκ του ότι ο ζημιωθείς έχει αξίωση αποζημιώσεως. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος ορισμένος, αφού πλέον η διατύπωση του άνω άρθρου με την τροποποίησή του, με το άρθρο 36 §2 Ν.2172/1993 είναι "με γνώση", ήτοι πρόκειται για έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση επαγωγής της ζημίας, δηλαδή της βλάβης της περιουσίας, αρκούσης και πιθανότητας ως προς την επέλευση του κινδύνου, ενώ τα κίνητρα και ο σκοπός περαιτέρω είναι αδιάφορα, ούτε απαιτείται και σκοπός οφέλους, όπως νοσφισμού. Τέλος η ζημία πρέπει να οφείλεται στην παραβίαση των κανόνων της επιμελούς διαχειρίσεως. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ! του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται. Δεν αποτελεί, επίσης, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Κατά το άρθρο 45 ΠΚ "εάν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο από κοινού νοείται αντικειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση, μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ.3425/2013 απόφασή του, με αναφορά κατ` είδος όλων των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ` όψη, και δη "τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία", δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι απεδείχθησαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Το έτος 2006, ο 1ος κατηγορούμενος (Λ.Μ. ) ήταν αντιπρόεδρος του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Συνταξιούχων ΟΤΕ", ο 2ος (Γ.Α.) γενικός γραμματέας και ο 3ος (Χ.Δ.) μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου εν λόγω σωματείου. Με βάση τα αναγραφόμενα στο υπ'αρ. 5/18-1-2006 πρακτικό συνεδρίασης της ΓΣ των μελών του ως άνω σωματείου, φέρεται ότι στις 18-1-2006 συνήλθαν σε γενική συνέλευση τα μέλη του πιο πάνω σωματείου, ότι βρέθηκαν παρόντα 154 μέλη σε σύνολο 156 ταμειακά εντάξει μελών και ότι ομόφωνα αποφάσισαν τη συμμετοχή του σωματείου στην ιδρυόμενη Συνομοσπονδία με την επωνυμία "Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδας (Α.Γ.Σ.Σ.Ε.)" καθώς και ότι όρισαν αντιπροσώπους τους ως άνω κατηγορουμένους και τον αποβιώσαντα πρόεδρο του ΔΣ Δ. Ζ. (αρχικώς 1° κατηγορούμενο). Δυνάμει του πρακτικού αυτού, οι ως άνω κατηγορούμενοι συμμετείχαν σε συνάντηση των αντιπροσώπων των σωματείων της υπό ίδρυση συνομοσπονδίας, που έγινε στις 23-2-2006, οπότε και αποφασίστηκε η ίδρυση της συνομοσπονδίας και η έγκριση του καταστατικού της. Ακολούθως συνυπέβαλαν μαζί με τους αντιπροσώπους των άλλων σωματείων αίτηση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με αίτημα την αναγνώριση της ως άνω συνομοσπονδίας, με την επωνυμία "Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδας (Α.Γ.Σ.Σ.Ε.)", η οποία αίτηση έγινε δεκτή, αναγνωρίσθηκε το νέο αυτό σωματείο και διατάχθηκε η εγγραφή του στο βιβλίο σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως, τα αναγραφόμενα στο πιο πάνω πρακτικό, που υπογράφεται από τον αποβιώσαντα πρόεδρο και τον γενικό γραμματέα και 2ο κατ/νο Γ.Α., δεν έλαβαν ποτέ χώρα. Ειδικότερα η προαναφερόμενη από 18-1-2006 Γενική Συνέλευση του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Συνταξιούχων ΟΤΕ" ουδέποτε έλαβε χώρα και βεβαίως ουδέποτε λήφθηκε απόφαση των μελών της συνέλευσης περί συμμετοχής του σωματείου στη συνομοσπονδία, όπως βεβαίωσαν οι μάρτυρες -μέλη του σωματείου και παραδέχθηκαν και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι. Μάλιστα με την υπ'αρ. 4829/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας δεν έχουν ασκηθεί ένδικα μέσα, αναγνωρίστηκε ότι δεν συγκλήθηκε στις 18-1-2006 Γενική Συνέλευση του Σωματείου ούτε λήφθηκε απόφαση για συμμετοχή στη συνομοσπονδία το δε έγγραφο-πρακτικό θεωρήθηκε πλαστό. Οι κατηγορούμενοι κινήθηκαν κρυφά , αποκρύπτοντας σχεδόν απ' όλα τα υπόλοιπα μέλη του Ι9μελούς ΔΣ τις μέχρι τότε παράνομες ενέργειες τους και την πρόθεσή τους να ιδρύσουν ΑΓΣΕΕ, μολονότι γνώριζαν ότι όχι μόνον δεν υπήρχε η πιο πάνω από 18-1-2006 απόφαση ΓΣ αλλά και ότι το ίδιο ΔΣ, στο οποίο συμμετείχαν, με προγενέστερη απόφασή του, το Νοέμβριο 2005, είχε απορρίψει το καταστατικό της ΑΓΣΣΕ. Παρ' όλα αυτά και οι τρεις, καθώς και ο αποβιώσας πρόεδρος, υπέγραψαν την από 14-3-2006 ιδρυτική διακήρυξη και ήσαν αιτούντες στην από 14-3-2006 αίτηση για αναγνώριση της συνομοσπονδίας, ως μέλη της προσωρινής διοικούσας επιτροπής αυτής. Οι καταγγέλλοντες πληροφορήθηκαν τυχαία αυτά άλλοι τον Μάϊο και άλλοι τον Ιούνιο 2006. Παρά την άμεση αντίδρασή τους και τις διαμαρτυρίες τους, οι κατηγορούμενοι αδιαφόρησαν και δεν προέβησαν σε καμία κίνηση επανόρθωσης, καθόσον επιθυμούσαν τη συμμετοχή του σωματείου τους στην ΑΓΣΣΕ, προσβλέποντας είτε στην τοποθέτησή τους σε διάφορες θέσεις είτε στην εισφορά των 35.000 συνταξιούχων του σωματείου τους , ύψους περίπου 1 ευρώ μηνιαίως για το κάθε μέλος. Μόνο τον Ιούνιο του 2010, δηλ. ύστερα από τους μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες εναντίον τους, άσκησαν τριτανακοπή κατά της απόφασης που αναγνώρισε τη συνομοσπονδία, ισχυριζόμενοι ότι το προαναφερόμενο πρακτικό, που οι ίδιοι προσκόμισαν στο Δικαστήριο και φέρει τις υπογραφές των δύο από αυτούς ήταν πλαστό. Μάλιστα, μολονότι από την αρχή και οπωσδήποτε μετά τις σχετικές διαμαρτυρίες ήταν σαφές σε αυτούς ότι τα αναφερόμενα στο πιο πάνω πρακτικό ΓΣ δεν ήσαν αληθινά, η στάση τους στις σχετικές δίκες ήταν αρνητική και επιπλέον υπέβαλαν αγωγές και μηνύσεις κατά των καταγγέλλονταν για συκοφαντική δυσφήμηση. Με την ενέργειά τους αυτή και δη την επίτευξη παράνομης συμμετοχής του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Συνταξιούχων ΟΤΕ" στην ΑΓΣΣΕ, οι κατηγορούμενοι, με την παραπάνω ιδιότητά τους και ως μέλη του ΔΣ του εν λόγω σωματείου, που έχει τη διαχείριση της περιουσίας του συλλόγου (άρθρο 12 περ. 5α του καταστατικού του, βλ και άρθρα 13 και 15), και εν γνώσει τους ότι η μη νόμιμη συμμετοχή στην ομοσπονδία είναι επιζήμια για το σωματείο, αφού γνώριζαν ότι αυτή συνεπάγεται οικονομικές επιβαρύνσεις του σωματείου τους, προκάλεσαν με τη θέλησή τους, ανεξαρτήτως των άλλων κινήτρων τους, οικονομική ζημία σε αυτό καθώς ελάττωσαν την περιουσία του κατά το ποσό τουλάχιστον των 2.250 ευρώ, που δέχθηκαν και αυτοί και ως μέλη του ΔΣ να καταβληθεί και πράγματι καταβλήθηκε για εγγραφή στην ΑΓΣΣΕ και ετήσια συνδρομή για τη συμμετοχή του (σωματείου) στη συνομοσπονδία, μολονότι η συμμετοχή σε αυτήν δεν ήταν νόμιμη. Σαφώς και υπερέβησαν την διαχειριστική και αντιπροσωπευτική εξουσία που είχαν με την παραπάνω ιδιότητα τους και ως μέλη του ΔΣ, με το να προβαίνουν σε συμφωνίες με τρίτους και διαδικασίες για την ίδρυση τριτοβάθμιας οργάνωσης και μη νόμιμη συμμετοχή του σωματείου τους σε αυτήν, που συνεπαγόταν και μη νόμιμες οικονομικές επιβαρύνσεις για το σωματείο τους έναντι τρίτων και συγκεκριμένα έναντι της ΑΓΣΣΕ, τις οποίες επιβαρύνσεις προκάλεσαν με τις παράνομες ενέργειές τους και αποδέχθηκαν με τις ιδιότητές τους και ως μέλη του ΔΣ. Το γεγονός ότι μεταγενέστερα, με το υπ' αρ. 33/9 & 10-4-2008 πρακτικό της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής, έχει εγκριθεί η συμμετοχή του Σωματείου στην ΑΓΣΕΕ και η διατήρηση προσωρινών αντιπροσώπων σ' αυτήν μέχρι το τέλος 2008 δεν αίρει το αξιόποινο της πράξης των κατηγορουμένων. Εξάλλου το γεγονός ότι το σωματείο κατέβαλε δικά του χρήματα και ειδικότερα κατέβαλε το ποσό των 60.000 ευρώ περίπου και στους κατηγορούμενους για τις αμοιβές των δικηγόρων τους και τα δικαστικά τους έξοδα για τις δίκες, αστικές και ποινικές, που προκλήθηκαν από τη δική τους παράνομη ενέργεια δεν αποτελεί αντικείμενο της σημερινής δίκης. Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει, αφού απορριφθούν οι υποβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι. Ακολούθως, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους της αξιόποινης πράξης της απιστίας από κοινού σε βαθμό πλημμελήματος, και μετά την αναγνώριση στο πρόσωπο τους της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρ. 84 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ (ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου), επέβαλλε στον καθένα ποινή φυλακίσεως 6 μηνών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απoδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας κατά συναυτουργία για το οποίο και καταδικάσθηκαν, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων1,14, 26 §1, 27, 45, 390εδ.α' Π.Κ., που εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα η καταδικαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αιτιολογείται με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) σε σχέση με τα υποκείμενα του εγκλήματος, με την αναφορά των ιδιοτήτων ενός εκάστου των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων στο σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Συνταξιούχων ΟΤΕ", κατά το χρόνο τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως(18-1-2006), του πρώτου ως αντιπροέδρου, του δευτέρου ως γενικού γραμματέα και του τρίτου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτού, το οποίο αποτελείτο από 19 μέλη και ότι με τις ιδιότητες τους αυτές, είχαν την διαχείριση της περιουσίας του σωματείου. β)την πράξη, που επέφερε τη ζημία στην περιουσία του σωματείου, ήτοι ότι εκμεταλλευόμενοι τις ιδιότητες τους αυτές κατάρτισαν, το εξ υπαρχής πλαστό κατά το περιεχόμενο του υπ' αρ. 5/18-1-2006 πρακτικό συνεδρίασης της Γενικής Συνελεύσεως του σωματείου αυτού, στο οποίο βεβαίωσαν ψευδώς ότι κατά τη συνεδρίαση αυτή, η οποία ποτέ δεν έλαβε χώρα, αποφάσισε η Γενική Συνέλευση ομόφωνα την συμμετοχή του σωματείου αυτού στην υπό ίδρυση συνομοσπονδία με την επωνυμία "Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος" και ότι όρισε ως αντιπροσώπους του που θα μετέχουν σ' αυτή, τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και τον αποβιώσαντα Πρόεδρο του Δ.Σ. Δ. Ζ., ο οποίος μαζί με τον τρίτο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο υπέγραψαν αυτό. Ότι με βάση το πλαστό αυτό πρακτικό, υπέβαλαν κοινή αίτηση με τα άλλα σωματεία που θα συμμετείχαν στην υπό ίδρυση συνομοσπονδία, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την έγκριση του καταστατικού της, που έγινε δεκτή με αποτέλεσμα να συμμετέχει το σωματείο τους στην ανωτάτη αυτή συνομοσπονδία, χωρίς συναίνεση ή έγκριση των μελών του. γ) ότι από την πράξη τους αυτή επήλθε ως αποτέλεσμα ζημία στην περιουσία του σωματείου αξίας 2.250 Ευρώ , διότι καταβλήθηκε από το ταμείο του, το ποσό της εγγραφής και της εισφοράς των μελών του στην ανώτατη ως άνω συνομοσπονδία μολονότι η συμμετοχή αυτή δεν ήταν νόμιμη, δ) ότι η ζημία αυτή, επήλθε συνεπεία της καταχρήσεως της εξουσίας που είχαν από τις ιδιότητες τους αυτές, την οποία ζημία πάντα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης προκάλεσαν με τις παράνομες ενέργειες τους και την αποδέχθηκαν. ε)Αιτιολογείται επίσης ο άμεσος δόλος τους με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι 1.παρά τις διαμαρτυρίες των μελών του σωματείου, τα οποία και κατάγγειλαν τις παράνομες πράξεις τους στις αρμόδιες αρχές αυτοί αδιαφόρησαν 2. Ότι εν γνώσει τους ότι η μη νόμιμη συμμετοχή στην ομοσπονδία είναι επιζήμια για το σωματείο, αφού γνώριζαν τις οικονομικές επιβαρύνσεις αυτού προκάλεσαν με τη θέληση τους, ανεξαρτήτως των άλλων κινήτρων τους, οικονομική ζημία σε αυτό καθώς και ελάττωσαν την περιουσία του κατά το ποσό των 2.250 Ευρώ. Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων πρέπει να απορριφθούν. Συγκεκριμένα: α) ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν αιτιολόγησε με πραγματικά περιστατικά τον άμεσο δόλο τους, διότι κατά το χρόνο που φέρεται ότι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάσθηκαν δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν, αν θα γίνει δεκτή από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η αίτηση έγκρισης του καταστατικού της συνομοσπονδίας, ούτε αν η τελευταία θα επέβαλε καταβολή τέλους εγγραφής και μηνιαίας εισφοράς των μελών του, την οποία επέβαλε τον Ιανουάριο του 2007 με πρώτη καταβολή τον Μάϊο του έτους αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατά το σκέλος που αναφέρεται στη μη αιτιολόγηση του άμεσου δόλου τους, διότι ως προαναφέρθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με σαφήνεια τα περιστατικά που δικαιολογούν τον άμεσο δόλο τους, όσο αφορά δε το σκέλος του, με το οποίο διατείνονται ότι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν για την έγκριση του καταστατικού της συνομοσπονδίας και την επιβολή τέλους εγγραφής στα μέλη του σωματείου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, σε σχέση με τον άμεσο δόλο τους, που έχει αιτιολογηθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ειδικά και εμπεριστατωμένα. β)ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 390 ΠΚ, ως προς τα αντικειμενικό στοιχείο του εγκλήματος της ζημίας του σωματείου, διότι πριν ανακύψει ζήτημα καταβολής των εισφορών των μελών του σωματείου στην συνομοσπονδία, την 18-19/5-2006, στην ετήσια απολογιστική συνέλευση των μελών του, αποκαλύφθηκε η κατάρτιση του πλαστού πρακτικού με τη χρήση του οποίου επιτεύχθηκε η συμμετοχή αυτού στη ανωτάτη συνομοσπονδία, η οποία(ΓΣ) ενέκρινε τις ενέργειες αυτές και αποφάσισε την παραμονή του σωματείου στην ανωτέρω συνομοσπονδία, βάσει δε της αποφάσεως αυτής το ΔΣ αποφάσισε την διάθεση ποσού 5000 Ευρώ από το ταμείο αυτού, από το οποίο καταβλήθηκε το ποσό των 2500 Ευρώ, ως εγγραφή του σωματείου και ως εισφορά των μελών του, και με νεώτερη γενική συνέλευση αποφασίσθηκε η παραμονή του σωματείου ως μέλους της συνομοσπονδίας έως το έτος 2008. Σύμφωνα δε με την αιτίαση τους η κριθείσα νομικά από το δικαστήριο της ουσίας ως ζημία 1.) αποτελεί αντιπαροχή του δικαιώματος συμμετοχής του σωματείου στην συνομοσπονδία κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του σ' αυτήν και 2.)η συναίνεση των φερομένων ως ζημιωμένων μελών του σωματείου αίρει την ευθύνη τους για την αξιόποινη πράξη της απιστίας. Η αιτίαση αυτή, πρέπει να απορριφθεί ως στηριζόμενη επί αναληθών προϋποθέσεων διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, "Το διοικητικό συμβούλιο στο οποίο συμμετείχαν (οι αναιρεσείοντες) τον Νοέμβριο του έτους 2005, είχε απορρίψει το καταστατικό της Α.Γ.Σ.Σ.Ε.... Οι καταγγέλλοντες, πληροφορήθηκαν τυχαία αυτά,(παράνομη συμμετοχή στην συνομοσπονδία), άλλοι τον Μάϊο και άλλοι τον Ιούνιο του 2006. Παρά την άμεση αντίδραση τους και τις διαμαρτυρίες τους οι κατηγορούμενοι αδιαφόρησαν και δεν προέβησαν σε καμία κίνηση επανορθώσεως, καθ' όσον επιθυμούσαν την συμμετοχή του σωματείου τους στην ΑΓΣΣΕ προσβλέποντας είτε στην τοποθέτηση τους σε διάφορες θέσεις είτε στην εισφορά των 35000 Ευρώ... Μόνο τον Ιούνιο του 2010 δηλ. ύστερα από μακροχρόνιους αγώνες εναντίον τους, άσκησαν τριτανακοπή κατά της απόφασης που αναγνώρισε την συνομοσπονδία, ισχυριζόμενοι ότι το ως άνω πρακτικό ήταν πλαστό. Μάλιστα η στάση τους στις σχετικές δίκες ήταν αρνητική και επί πλέον υπέβαλαν ανακοπές και μηνύσεις στους καταγγέλλοντες. Το γεγονός ότι μεταγενέστερα με το υπ' αρ. 33/9 και 10-4-2008 πρακτικό της κεντρικής εφορευτικής επιτροπής, έχει εγκριθεί η συμμετοχή του σωματείου στην ΑΓΣΣΕ και η διατήρηση προσωρινών αντιπροσώπων σ' αυτήν, μέχρι το τέλος 2008 δεν αίρει το αξιόποινο της πράξης των κατηγορουμένων". Από τις παραδοχές αυτές του δικαστηρίου της ουσίας, συνάγεται, ότι η απόφαση της κεντρικής εφορευτικής επιτροπής για την προσωρινή συμμετοχή στην ανωτάτη συνομοσπονδία του σωματείου και των αντιπροσώπων του, όπως και η έγκριση του ποσού που καταβλήθηκε για τις προεκτεθείσες αιτίες από το ΔΣ του σωματείου, δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης των αρμοδίων ως άνω οργάνων αλλά αποφάσεις που λήφθηκαν υπό καθεστώς πίεσης οφειλής του σωματείου και των μελών του, μέχρι της απεμπλοκής τους από την συνομοσπονδία, που έγινε σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το 2010 κατόπιν δικαστικών διενέξεων, γι' αυτό και η έγκριση συμμετοχής δόθηκε με περιορισμένη διάρκεια, μέχρι το τέλος του έτους 2008. Με τα δεδομένα αυτά στοιχειοθετείται το στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως της ζημίας του άρθρ.390 ΠΚ, με γενεσιουργό αιτία τις έκνομες πράξεις των αναιρεσειόντων-κατηγορoυμένων, και σε καμία περίπτωση, οι μεταγενέστερες αυτές εγκρίσεις μπορούν να ερμηνευθούν ως αντιστάθμισμα αντιπαροχής συμμετοχής σε ένα ανώτατο όργανο από το οποίο το συμμετέχον (σωματείο) κινεί τις διαδικασίες απεμπλοκής του ούτε ότι η σκόπιμη αυτή ενέργεια εκ μέρους της κεντρικής εφορευτικής επιτροπής του σωματείου και η έγκριση της δαπάνης που αντιστοιχούσε στην επελθούσα ζημία διέκοψαν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της αιτίας και του αποτελέσματος κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και τα ενάντια υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες -κατηγορουμένους είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα διότι πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. γ)Η αιτίαση ότι οι πράξεις στις οποίες προέβησαν δεν στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απιστίας γιατί δεν ήταν εξωτερικές δικαιοπρακτικές πράξεις αλλά υλικές αδικοπρακτικές τοιαύτες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Τούτο διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, "σαφώς υπερέβησαν την διαχειριστική και αντιπροσωπευτική εξουσία που είχαν με την παραπάνω ιδιότητα διότι χωρίς τη συναίνεση των λοιπών μελών του ΔΣ προέβησαν σε συμφωνίες με τρίτους και διαδικασίες για την ίδρυση της τριτοβάθμιας οργάνωσης ... " άρα προέβησαν σε δικαιοπραξίες με τις άτυπες συμβάσεις με τα υπόλοιπα υποψήφια μέλη της ομοσπονδίας αυτής και σε διαδικαστικές πράξεις με την κοινή αίτηση που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την έγκριση του καταστατικού της. δ)Τέλος, η αιτίαση τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας και από την αντίφαση των παραδοχών της με τις οποίες αφ' ενός δέχεται ότι η ζημία προκλήθηκε από την έκνομη πράξη τους που υπερέβαινε τα όρια της διαχειριστικής εξουσίας τους αφ' ετέρου από την έγκριση της καταβολής του ποσού των 2250 Ευρώ από το ΔΣ, του οποίου ήσαν μέλη, πρέπει να απορριφθεί, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι η δεύτερη παραδοχή παρατίθεται ως επικουρική έναντι της πρώτης. Κατ` ακολουθία αυτών, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες με την κοινή αίτηση αναίρεσής τους, προσβάλλουν την απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ.329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώστηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, παραβιάζει την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ` του ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του εγγράφου, που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και το έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της απόφασης, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και το διατακτικό της για τις ανάγκες του αναιρετικού αυτού λόγου , στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται η ιδιότητα των αναιρεσειόντων ήτοι του πρώτου τούτων ως αντιπροέδρου του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύλλογος Συνταξιούχων ΟΤΕ", του δευτέρου ως γενικού γραμματέα και του τρίτου ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου αυτού. Στο σκεπτικό της, επίσης εκτίθεται, ότι αυτοί με την εν λόγω ιδιότητα τους, ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου που έχει την διαχείριση της περιουσίας του σωματείου (άρθρ.12 περ. 5α του καταστατικού του βλ. και άρθρα 13 και 15), χωρίς όμως να προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ότι αναγνώσθηκε το καταστατικό αυτό. Το ότι όμως την διαχείριση της περιουσίας του σωματείου αυτού, ασκεί το διοικητικό του συμβούλιο, του οποίου μέλη κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ήσαν και αυτοί με τις προεκτεθείσες ιδιότητες τους, προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του, ήτοι α) του μάρτυρα Α. Μ. που κατέθεσε ότι: Τη διαχείριση την είχε το διοικητικό συμβούλιο, που αποφασίζει για τις δαπάνες...β) του μάρτυρα Ι. Τ. που κατέθεσε ενόρκως ότι: για να γίνει μια τέτοια διάθεση χρηματικού ποσού απαιτείται απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, γ) από την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου ο οποίος ομολόγησε ότι: η έγκριση των ποσών γινόταν πάντα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, από την απολογία του τρίτου κατηγορουμένου που αναφέρει ότι η εισφορά για την τριτοβάθμια γίνεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αλλά και από τους ισχυρισμούς όλων των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, που ανέπτυξαν προφορικά και κατέθεσαν εγγράφως στους οποίους εκθέτουν ότι: Σύμφωνα με το άρθρ.12 παρ. 5α του καταστατικού το διοικητικό συμβούλιο του οποίου άπαντες οι κατηγορούμενοι είμαστε μέλη διαχειρίζεται την περιουσία του συλλόγου και εγκρίνει τις κάθε είδους δαπάνες, αποφασίζει δηλαδή συλλογικά για την καταβολή της δαπάνης. Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο που ιδρύεται από τη διάταξη του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Η ειδικότερη επ' αυτού, αιτίαση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, ότι η απόφαση στερείται της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι υπάρχει αμφιβολία για το ποιό είναι το έγγραφο αυτό, πρέπει να απορριφθεί μετά ταύτα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης, για έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες έκαστος στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 4372/12-6-2013 από 11-6-2013 αίτηση- δήλωση των αναιρεσειόντων α) Λ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οδός … αρ. …, β) Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., οδός … αρ. …, γ) Χ. Δ. του Γ., κατοίκου ... οδός ... αρ.., για αναίρεση της υπ' αρ. 3425/2013, αποφάσεως του Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ