Αριθμός 586/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 13-1-2023 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...και 25) ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4351/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5366/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, με το άρθρο 6Α παρ. 1 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 46 του Ν. 4305/2014, ορίζεται ότι "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε το διάδικο στην τελευταία συζήτηση που αυτός εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο εν λόγω δικηγόρος δεν έχει νομίμως αντικατασταθεί (ΑΠ 298/2021, ΑΠ 697/2021, ΑΠ 207/2020). Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθ. 1287Γ'/10.11.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, ..., που επικαλείται και προσκομίζει νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι, με επιμέλεια του τελευταίου, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω απ' αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 16.1.2023), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ) στον δικηγόρο Αθηνών Αλκαίο Κλαουδάτο, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους ήδη αναιρεσιβλήτους (ως εφεσίβλητους) κατά τη συζήτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών που εκδίκασε σε δεύτερο βαθμό την ένδικη υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (5366/2020) του ως άνω Δικαστηρίου, με συνέπεια να θεωρείται αντίκλητος των ως άνω διαδίκων κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν προκύπτει ότι αντικαταστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Αντίθετα, είναι αυτός που έδωσε την παραγγελία για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων προς επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως προκύπτει από την σχετική παραγγελία του παρά πόδας του επιδοθέντος στο αναιρεσείον αντιγράφου της απόφασης αυτής. Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144 παρ. 1, 495 παρ. 1 και 2, 496 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και τελειώνει κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 εδ. α του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" (όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006), "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων... ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου... Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών... αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών". Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988), όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της ένδικης αναίρεσης (ίδια και η ρύθμιση του άρθρου 12 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ-Ν. 4938/2022), οι δικαστικές διακοπές (ήδη θερινά τμήματα) αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ενώ, με το άρθρο 18 του Ν. 4684/2020 ορίσθηκε ότι, ειδικά για το δικαστικό έτος 2019-2020, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 16η Ιουλίου 2020 και λήγουν την 31η Αυγούστου 2020. Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 εδ. α του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού, όπως προεκτέθηκε, ρητώς σ' αυτήν ορίζεται ότι δεν ισχύει μόνο υπέρ του Δημοσίου αλλά και υπέρ των ιδιωτών αντιδίκων του (ΑΠ 486/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 25.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 5366/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου), το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20.1.2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 4351/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, κατά την επικουρική βάση της, η από 29.5.2014 πλαγιαστική αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υποχρεώθηκε το τελευταίο (ως πλαγιαστικώς εναγόμενο) να καταβάλει νομιμοτόκως στην εταιρία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΕ" το ποσό των 14.080,08 ευρώ κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσίβλητων, στο αναιρεσείον την 14.7.2020, όπως προκύπτει από την σχετική έγγραφη επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών ... επί του σώματος της εν λόγω απόφασης, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον. Επομένως η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης άρχισε την επομένη (15.7.2020) και, λόγω της αναστολής αυτής κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 16.7.2020 έως 31.8.2020) του συγκεκριμένου δικαστικού έτους, συμπληρώθηκε στις 29.9.2020. Επομένως, η άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), την 29.9.2020 (όπως αυτό προκύπτει από την 69008/118/29.9.2020 έκθεση κατάθεσης αναίρεσης της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών που υπάρχει κάτω από το δικόγραφο της αίτησης) έλαβε χώρα εντός της προαναφερθείσας νόμιμης τριακονθήμερης προθεσμίας. Συνεπώς, αφού η ως άνω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο να πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 7/2006). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία, όμως, δεν ελέγχεται αναιρετικά επί αποφάσεων ειρηνοδικείου, αφού δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 672/2022, ΑΠ 637/2021, ΑΠ 60/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, κατά την οποία "Οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους, εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με το πρόσωπό του", συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις, για την άσκηση πλαγιαστικής αγωγής, είναι: α) ο ενάγων να είναι δανειστής του φορέα του ασκούμενου υπέρ αυτού δικαιώματος, δηλαδή να έχει συγκεκριμένη απαίτηση κατ' αυτού, ο δε τελευταίος (οφειλέτης) να έχει κατά του τρίτου (εναγομένου με την πλαγιαστική αγωγή) κάποιο δικαίωμα, β) το δικαίωμα αυτό να έχει περιουσιακή αξία και να μην είναι προσωποπαγές και γ) η αδράνεια του οφειλέτη, συνιστάμενη στην παράλειψη (αμέλεια και αδιαφορία) αυτού να προβεί στην καταδίωξη του δικού του οφειλέτη, η οποία και δικαιολογεί το έννομο συμφέρον του ενάγοντος δανειστή προς άσκηση της αγωγής του οφειλέτη του κατά του τρίτου, ενώ τα στοιχεία αυτά απαιτούνται και για την πληρότητα του δικογράφου της πλαγιαστικής αγωγής (ΑΠ 678/2021, ΑΠ 623/2017, ΑΠ 1807/2017). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 572/2021, ΑΠ 1330/2021), προκύπτει ότι προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγόμενου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, όταν δηλαδή η περιουσιακή μετακίνηση δεν πραγματοποιείται αμέσως από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, αλλά πραγματοποιείται με την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 279/2013). Παρέπεται, ότι κρίσιμο κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαιούχου της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι το ουσιαστικό κριτήριο της ζημίας, το οποίο επιβάλλει το αδικαιολόγητο όφελος να αποδοθεί σ` αυτόν που πράγματι έχει πληγεί (ΑΠ 849/2019). Στοιχείο του πραγματικού της απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποίαν έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 624/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης πλαγιαστικής αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) εκθέτουν σ' αυτήν: α) ότι είναι δανειστές της πρώην εργοδότριας τους εταιρίας "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΕ", αφού έχουν κατ' αυτής τις αναφερόμενες χρηματικές αξιώσεις, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποζημιώσεις απόλυσης από την εργασία τους, ως διοικητικοί υπάλληλοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, εκδόσεως της εν λόγω εταιρίας, συνολικού ποσού 2.714.334,40 ευρώ (όπως το ύψος αυτού διορθώθηκε με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις οποίες έγινε και αναφορά επακριβώς του ύψους της απαίτησης εκάστου αυτών) οι οποίες (αξιώσεις) ήδη τους έχουν επιδικασθεί με τις αναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, β) ότι η ανωτέρω εταιρία έχει απαίτηση, περιουσιακής αξίας, κατά του πλαγιαστικώς εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) και συγκεκριμένα απαίτηση ύψους 14.080,08 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αμοιβή της για την εκτέλεση της αναφερόμενης σύμβασης έργου, που της ανατέθηκε το έτος 2008 από το αναιρεσείον δια του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Δικτύων, με απευθείας ανάθεση, ήτοι της δημοσίευσης στην ως άνω εφημερίδα, εκδόσεως της, ολοσέλιδου ενημερωτικού κειμένου σχετικά με την ανάγκη αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής Αεροπορίας, για το οποίο έργο εκδόθηκαν από την εταιρία αυτή τα αναφερόμενα δύο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών εκ ποσού 7.040,40 ευρώ έκαστο και γ) ότι η εταιρία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΕ" αδρανεί στη δικαστική καταδίωξη του Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή της εν λόγω απαίτησης, από την οποία υπάρχει δυνατότητα μερικής ικανοποίησης της κατά πολύ μεγαλύτερης δικής τους αξίωσης. Με βάση τα περιστατικά αυτά οι πλαγιαστικώς ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το πλαγιαστικώς εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει νομιμοτόκως στην εταιρία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΕ" το ανωτέρω ποσό των 14.080,08 ευρώ κυρίως από την σύμβαση έργου και επικουρικώς, για την περίπτωση που κριθεί ότι η ένδικη σύμβαση δεν καταρτίσθηκε νομίμως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της εν λόγω εταιρίας, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιαδήποτε άλλη εταιρία-εκδότρια εφημερίδας, η οποία θα εκτελούσε το ανωτέρω έργο της δημοσίευσης. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη πλαγιαστική αγωγή κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητη πλουτισμό βάση της, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από το νόμο και δη από τα άρθρα 904 ΑΚ και 72 ΚΠολΔ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται: α) ότι οι πλαγιαστικώς ενάγοντες είναι δανειστές της εταιρίας "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΕ", δηλαδή της φορέως του ασκούμενου πλαγιαστικώς υπέρ αυτής δικαιώματος, αφού έχουν συγκεκριμένη απαίτηση κατ' αυτής και μάλιστα επιδικασθείσα δικαστικώς και β) ότι το πλαγιαστικώς εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία κατά το ποσό των 14.080,08 ευρώ σε βάρος της περιουσίας της εν λόγω εταιρίας, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλε σε οποιαδήποτε άλλη εταιρία-εκδότρια εφημερίδας, η οποία θα εκτελούσε το έργο της δημοσίευσης. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η πλαγιαστική αγωγή ήταν ορισμένη, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον με σχετικό λόγο της έφεσής του (με τον οποίο επανέφερε τον περί αοριστίας της αγωγής αυτής πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του), δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για τη θεμελίωση της πλαγιαστικώς ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης, και, συνεπώς, οι από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι. ΙV. Με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αναίρεσης (μετά την 1.1.2016), ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, επομένως, προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι, κατά λέξη, ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Oι πλαγιαστικώς ενάγοντες απασχολούνταν ως διοικητικοί υπάλληλοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στην εφημερίδα "ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ", εκδόσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε.", αμειβόμενοι σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ μεταξύ της "ΕΝΩΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ" (ΕΣΗΕΑ) και της "ΕΝΩΣΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ" (ΕΙΗΕΑ). Από τον Ιούλιο του έτους 2010 και εφεξής, η ως άνω εργοδότριά τους καθυστερούσε την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών τους και για τον λόγο αυτό οι ενάγοντες κατήγγειλαν τις εργασιακές τους συμβάσεις και στη συνέχεια διεκδίκησαν δικαστικώς τις δεδουλευμένες αποδοχές τους και τις αποζημιώσεις απολύσεώς τους, συνολικού ύψους 2.714.334,40 Ευρώ (όπως παραδεκτά διορθώθηκε το εσφαλμένως αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των 1.527.829,51 Ευρώ), όπως τα επιμέρους ποσά που αντιστοιχούν στις αξιώσεις καθενός από τους πλαγιαστικά ενάγοντες αναφέρονται αναλυτικά στις έγγραφες προτάσεις τους και δεν αμφισβητούνται ειδικώς από το εναγόμενο, προκύπτουν δε και από τις προσκομιζόμενες δικαστικές αποφάσεις. Από το εν λόγω ποσό οι ενάγοντες έλαβαν μέσω κατασχέσεων εις χείρας τρίτου σε εταιρείες και τράπεζες που συνδέονταν με την "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε." το ποσό των 69.596,87 Ευρώ και συνεπώς παραμένει οφειλή ποσού 2.644.733,60 Ευρώ. Με το από 25-09-2008 έγγραφο του?Γραφείου του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών προς τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του ίδιου Υπουργείου, ζητήθηκε από την τελευταία, να εκδοθεί απόφαση, λόγω του κατεπείγοντος και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2286/1995, ώστε να ανατεθεί άμεσα σε όλες τις εφημερίδες που περιγράφονται στον επισυναπτόμενο στο εν λόγω έγγραφο πίνακα, μεταξύ των οποίων και η ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, καταχώρηση σχετικά με το σχέδιο εξυγίανσης της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 1174/19/26-09-2008 απόφαση του. Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, αποφασίστηκε η απευθείας ανάθεση της καταχώρησης ολοσέλιδου ενημερωτικού κειμένου σχετικά με την ανάγκη αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής, στα αναφερόμενα στην ως άνω απόφαση έντυπα (Πανελλήνιες και Περιφερειακές εφημερίδες μεταξύ των οποίων και η ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ), συνολικού κόστους 1.183.289,24 Ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, ενώ το κόστος για την καταχώρηση στην ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ανερχόταν σε 11.832 Ευρώ. Με την ίδια απόφαση ορίστηκε ότι για όσες εταιρείες η τελική δαπάνη υπερβαίνει το ποσό των 2.600 Ευρώ, αυτές υποχρεούνται να προσέλθουν άμεσα, διά των νομίμων εκπροσώπων τους, στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου, για την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων, προσκομίζοντας το ΦΕΚ με το ισχύον καταστατικό ή πρακτικό του Δ.Σ. από τα οποία να προκύπτει η νόμιμη εκπροσώπηση της εταιρείας. Η εταιρεία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε.", προέβη στην ανωτέρω καταχώρηση... και εξέδωσε τα υπ' αριθ. 004615/30-09-2008 και 004892/20-10-2008 τιμολόγια, ποσού 7.040,04 Ευρώ έκαστο, ήτοι συνολικού ποσού 14.080,08 Ευρώ, τα οποία διαβιβάστηκαν στην αρμόδια Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου του Υπουργείου Μεταφορών, η οποία εξέδωσε τα σχετικά εντάλματα πληρωμής και τα διαβίβασε για θεώρηση στον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Υπουργείου, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να τα θεωρήσει, λόγω του ότι η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης που ακολούθησε το συγκεκριμένο Υπουργείο δεν ήταν νόμιμη. Ακολούθως, το ΥΠΟΜΕΔΙ υπέβαλε εκ νέου προς θεώρηση τα ανωτέρω εντάλματα με το υπ' αριθ.57383/12285/02-12-2009 έγγραφο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών. Κατόπιν αυτού, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 0043/09-03-2010 Πράξη του IV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου με την οποία τα σχετικά εντάλματα κρίθηκαν μη νόμιμα και απορρίφθηκε το αίτημα για θεώρησή τους, με την αιτιολογία ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο της καταχώρησης, αυτή απέβλεπε στην προώθηση των πολιτικών θέσεων της Κυβέρνησης των σχετικών με την αναγκαιότητα αποκρατικοποίησης της Ολυμπιακής και δεν συνιστά διαφήμιση για αγαθά ή υπηρεσίες που παρέχει το Υπουργείο στους πολίτες ή για την προβολή συναφούς δραστηριότητάς του, κατά την έννοια του άρθρου 2 του Π.Δ. 261/1997. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι η ένδικη καταχώρηση δεν εμπίπτει ούτε στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 5 του Ν 2362/1995 καθώς δεν αφορά τις ειδικές υπηρεσιακές ανάγκες που αναφέρονται στη διάταξη αυτή... Περαιτέρω, στο από 25-09-2008 έγγραφο του Γραφείου του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών με το οποίο ζητήθηκε από την Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του ίδιου Υπουργείου η έκδοση απόφασης για την απευθείας ανάθεση σε όλες τις εφημερίδες της χώρας της επίδικης καταχώρησης, γίνεται επίκληση λόγων κατεπείγοντος (για να δικαιολογηθεί η απευθείας ανάθεση) βάσει των διατάξεων του Ν. 2286/1995. Όμως, στο άρθρο 2 του εν λόγω νόμου, ο οποίος ρυθμίζει τα σχετικά με τις προμήθειες του δημοσίου τομέα και συναφή θέματα, ορίζεται ότι η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι όταν η διεξαγωγή διαγωνισμού καθίσταται ανέφικτη εξαιτίας κατεπείγουσας ανάγκης που οφείλεται σε απρόβλεπτες περιστάσεις που σχετίζονται με έκτακτα και ασυνήθιστα γεγονότα τα οποία, αντικειμενικά, δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν και δεν ανάγονται στη σφαίρα ευθύνης των αρμοδίων οργάνων. Κατά συνέπεια, η διαδικασία της διαπραγμάτευσης που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί στις οικείες διατάξεις του Ν. 2286/1995, αφού δεν αποδεικνύεται ότι συνέτρεχαν οι αναφερόμενες σε αυτές εξαιρετικές περιπτώσεις που θα δικαιολογούσαν την εφαρμογή της διαδικασίας της απευθείας ανάθεσης... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προαναφερόμενη συναφθείσα μεταξύ της εταιρείας "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε." και του ΥΠΟΜΕΔΙ σύμβαση, καταρτίστηκε μη νόμιμα, ήτοι αφενός με απευθείας ανάθεση χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις που ορίζει ο νόμος για το επιτρεπτό της και αφετέρου χωρίς να τηρηθεί ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, με συνέπεια την ακυρότητά της. Όμως, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο από τις πραγματοποιηθείσες δημοσιεύσεις, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος του εργοδότη των πλαγιαστικώς εναγόντων, αφού το ποσό αυτό θα το κατέβαλε σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, εκδότη που θα εκτελούσε τις ανωτέρω δημοσιεύσεις... απορριπτομένων των ισχυρισμών του εκκαλούντος. Επιπρόσθετα τούτων, αποδείχθηκε ότι οι συγκεκριμένες καταχωρήσεις εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον, αφού αναφέρονταν ότι η Ολυμπιακή λειτουργούσε σε βάρος των Ελλήνων φορολογουμένων λόγω των συσσωρευμένων ζημιών της ύψους άνω των 2,6 δις ευρώ, ποσό με το οποίο θα μπορούσαν να κατασκευαστούν 2.000 εξαθέσια σχολεία ή 50 μεγάλα νομαρχιακά νοσοκομεία, ενώ η Ολυμπιακή παράγει έλλειμμα 1 εκατ. Ευρώ την ημέρα και ανέλυε το σχέδιο αποκρατικοποίησής της και από το 1994 έως εκείνη την χρονική περίοδο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εκδώσει τέσσερις αποφάσεις εναντίον της Ολυμπιακής, ζητώντας της να της επιστρέψει σχεδόν 2 δις ευρώ. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι οι επίμαχες δημοσιεύσεις εξυπηρετούσαν μόνο τις πολιτικές θέσεις της τότε κυβέρνησης σχετικά με την αποκρατικοποίηση της Ολυμπιακής και να απορριφθεί ο συναφής λόγος έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το (δικάσαν σε δεύτερο βαθμό) Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η πλαγιαστική αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να καταβάλει στην εταιρία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΑΕ" το ποσό των 14.080,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι η συναφθείσα μεταξύ της εταιρίας "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε." και του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών σύμβαση, καταρτίστηκε μη νόμιμα, ήτοι αφενός με απευθείας ανάθεση χωρίς να συντρέχουν οι εξαιρετικές εκείνες περιστάσεις που ορίζει ο νόμος για το επιτρεπτό της και αφετέρου χωρίς να τηρηθεί ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, με συνέπεια την ακυρότητά της και β) ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο από τις πραγματοποιηθείσες δημοσιεύσεις του ενημερωτικού κειμένου στην εφημερίδα ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ, χωρίς νόμιμη αιτία, σε βάρος του εργοδότη των πλαγιαστικώς εναγόντων (ήτοι της εταιρίας "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε."), αφού το ποσό αυτό θα το κατέβαλε σε οποιαδήποτε άλλη εταιρία, εκδότη που θα εκτελούσε τις ανωτέρω δημοσιεύσεις, οι οποίες εξυπηρετούσαν το δημόσιο συμφέρον, γιατί στο ενημερωτικό κείμενο, που δημοσιεύθηκε, αναφερόταν ότι η Ολυμπιακή λειτουργούσε σε βάρος των Ελλήνων φορολογουμένων λόγω των συσσωρευμένων ζημιών της ύψους 2,6 δις ευρώ. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Συνεπώς, ο από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. V. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον το αναιρεσείον Δημόσιο απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 19 παρ. 1 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"), ενώ, τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος των αναιρεσίβλητων που ερημοδίκησαν (άρθρα 106 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 25.9.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 5366/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάσαντος ως Εφετείου). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ