Αριθμός 411/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Γ. Γ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Γιαννούλα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ", που εποπτεύεται από το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. και 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γαλλιού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κυμιωνή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία δήλωσε ότι ο ΟΑΕΔ έχει μετονομαστεί σε "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (Δ.ΥΠ.Α.) και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν.765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρ. 180, 184 ΑΚ). Εφόσον η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής. Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα και ο εργαζόμενος να παράσχει κατ` αυτό στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί άκυρης σύμβασης εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο. Πλουτισμό, δηλαδή, του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ` εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα. Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ` αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις. Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας, ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ` εαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελός του εργασία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977). Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν.2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α` και β` και 15 εδ. α` και β` Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου". Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα` Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών. Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ` εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α` και 908 εδ. α` ΑΚ, στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (Ολ ΑΠ 4/2021, ΑΠ 519/2022). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 14/2015, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 59/2022). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 24.3.2011 αγωγή του εξέθετε ότι δυνάμει συμφωνητικού συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής Εμπειρίας, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου (ΟΑΕΔ) ως υπεύθυνου φορέα προγράμματος και του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου (Επιμελητήριο Λάρισας) ως φορέα υλοποίησης, το τελευταίο τον απασχόλησε, τοποθετώντας τον στην αναφερόμενη στην αγωγή θέση εργασίας με τα περιγραφόμενα αντικείμενα εργασίας, αρχικώς για το χρονικό διάστημα 18 μηνών αρχόμενο από 21.4.2008 που παρατάθηκε με απόφαση του Δ.Σ του δεύτερου εναγομένου για άλλους 12 μήνες, μέχρι στις 30.12.2010. Ότι το αντικείμενο της εργασίας που παρείχε στο πρώτο εναγόμενο, βοηθός εκπλήρωσης του οποίου ήταν το δεύτερο εναγόμενο, καθ' όλη τη διάρκεια των παραπάνω συμβάσεων, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου και επιπρόσθετα παρείχε την εργασία του όπως και το νόμιμο προσωπικό του πρώτου εναγομένου, ενώ τελούσε υπό συνθήκες εξάρτησης, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του τελευταίου, ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, ώστε δεν πρόκειται για σύμβαση μαθητείας, όπως κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκε από τους εναγομένους, αλλά για μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι, μετά τις 30.12.2010, το πρώτο εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καταγγέλλοντας έτσι τη σύμβαση εργασίας του, η οποία όμως (καταγγελία) είναι άκυρη, λόγω μη τήρησης του νόμιμου τύπου και μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, με συνέπεια οι εναγόμενοι να περιέλθουν σε υπερημερία εργοδότη Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.3 ν.2112/1920, των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ σε συνδυασμό με τους ν.3205/2003, 3554/2007 και 3670/2008, επικουρικά τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και όλως επικουρικά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 π.δ.164/2004, ζητεί α) κυρίως μεν να αναγνωριστεί ότι από την πρώτη ημέρα της πρόσληψής του συνδέεται με το πρώτο εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης του, να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στο μέλλον υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την απαγγελία χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών κυρίως με τις διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας και επικουρικά με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού συνολικά το ποσό των 33.212 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής, να υποχρεωθούν επίσης οι εναγόμενοι να του καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας, ως μισθούς υπερημερίας συνολικά το ποσό των 22.117 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της ημερομηνίας καταγγελίας της σύμβασης, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ από την ημερομηνία πρόσληψής του, β) επικουρικά δε σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι παρείχε την εργασία του με άκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.164/2004, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι σε ολόκληρον ο καθένας να του καταβάλουν το ποσό των 3.035,66 ευρώ ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και γ) άλλως και όλως επικουρικώς να αναγνωρισθεί ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στο πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 253/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. Κατά της πιο πάνω απόφασης ασκήθηκε η από 3.7.2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η 345/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη 253/2012 απόφαση, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κρίνοντας αυτήν νόμιμη και, ακολούθως, απέρριψε και την επικουρική αυτή βάση της αγωγής κατ' ουσία. Ειδικότερα, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "...Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2639/1998 εκδόθηκε, μεταξύ άλλων και η υπ' αριθμ. Υ.Α 31224/9-8-2007 (ΦΕΚ Β' 1468/14-8-2007) για το Πρόγραμμα Απόκτησης Εργασιακής Εμπειρίας (SΤΑGΕ) στα Επιμελητήρια Ελλάδος, καθώς και η μεταγενέστερη υπ' αριθμ. ΥΑ 4760/48/04.11.2008 (ΦΕΚ Β'2316/13.11.2008 παράτασης και συμπλήρωσης του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (SΤΑGΕ) στα Επιμελητήρια της Ελλάδος. Σκοπός του προγράμματος ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, εγγεγραμμένων στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, η προσαρμογή των επαγγελματικών προσόντων τους στην εξέλιξη και τις ανάγκες της αγοράς εργασίας στο τομέα της ειδίκευσής τους, ανέργων πτυχιούχων Α.Ε.Ι ή Τ.Ε.Ι, διπλωματούχων Ι.Ε.Κ, αποφοίτων Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης, Τ.Ε.Λ, Ε.Π.Λ, Τ.Ε.Ε Β' κύκλου. Επωφελούμενοι του προγράμματος θα ήταν 600 άνεργοι, εκ των οποίων 200 απόφοιτοι Α.Ε.Ι ή Τ.Ε.Ι, ή ισότιμων τίτλων σπουδών ημεδαπής και αλλοδαπής. Η διάρκεια του προγράμματος ορίσθηκε στους 18 μήνες, υπεύθυνος φορέας για την υλοποίηση, διαχείριση, παρακολούθηση, αξιολόγηση και έλεγχο του προγράμματος ορίσθηκε ο ΟΑΕΔ, δικαιούχοι δε φορείς υλοποίησης ορίσθηκαν τα Επιμελητήρια της Ελλάδος και άλλοι φορείς του Δημοσίου. Στα πλαίσια της εν λόγω ΚΥΑ καταρτίστηκε μεταξύ του ΟΑΕΔ και του πρώτου εναγόμενου- Επιμελητήριο Λάρισας αφενός και του ενάγοντος αφετέρου, που είναι πτυχιούχος του τμήματος Οργάνωσης Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, συμφωνητικό συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο Επιμελητήριο Λάρισας με ισχύ από 21.04.2008 έως 20.10.2009. Κατά το συμφωνητικό δε αυτό, το μεν εναγόμενο Επιμελητήριο (φορέας υλοποίησης) ανέλαβε την υποχρέωση να τοποθετήσει τον ενάγοντα σε συγκεκριμένη θέση εργασιακής εμπειρίας, για χρονικό διάστημα 18 μηνών, ο δε ενάγων αποδέχθηκε την τοποθέτηση αυτή και ανέλαβε την υποχρέωση να εξασκηθεί με συνέπεια και να επιδείξει επιμέλεια, απασχολούμενος στη θέση αυτή εργασιακής εμπειρίας επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως και Παρασκευή) και όχι για περισσότερες από 7 ώρες ημερησίως, ο δε ΟΑΕΔ, ως "υπεύθυνος φορέας" ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα για κάθε ημέρα απασχόλησής του και όχι πλέον των 22 ημερών το μήνα το ποσό των 30 ευρώ. Με τη λήξη δε του άνω συμφώνου συνεργασίας η σύμβαση παρατάθηκε για ακόμη ένα έτος και έληξε στις 20.10.2010. Καθ' όλο το χρόνο ισχύος του συμφώνου συνεργασίας (αρχική σύμβαση και παράταση αυτής) ο ενάγων, καθ' υπόδειξη του φορέα υλοποίησης, τοποθετήθηκε στις διοικητικές- οικονομικές υπηρεσίες του Επιμελητηρίου και δη στο ταμείο και στο λογιστήριο του Επιμελητηρίου Λάρισας, προκειμένου να καταρτισθεί πρακτικά και να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, συνδράμοντας τον αρμόδιο εκάστοτε υπάλληλο στην καταχώρηση τιμολογίων, ενταλματοποίηση αυτών, επεξεργασία προϋπολογισμού, απολογισμού, ταμειακές καταστάσεις, συναλλαγές με Τράπεζες και άλλες εσωτερικές και εξωτερικές βοηθητικές εργασίες, πάντοτε υπό την εποπτεία και τις οδηγίες των τακτικών υπαλλήλων των αρμοδίων τμημάτων του Επιμελητηρίου. Μετά δε τη λήξη του χρόνου των προαναφερομένων συμφωνητικών το πρώτο εναγόμενο έπαψε να δέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντας. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι εκτελούσε ο ίδιος τις πιο πάνω εργασίες και ότι έτσι το Επιμελητήριο κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και ότι συνεπώς, συνδέεται μαζί του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου, άλλως ορισμένου χρόνου ή σε κάθε περίπτωση, με σχέση εργασίας. Όμως, ο ισχυρισμός του αυτός, δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι τις πιο πάνω εργασίες δεν τις εκτελούσε αποκλειστικά ο ενάγων, ούτε είχαν ανατεθεί σ' αυτόν, αλλά ο εκάστοτε αρμόδιος υπάλληλος του Επιμελητηρίου, τον οποίο αυτός παρακολουθούσε και συνέδραμε προς τον σκοπό πρακτικής εξάσκησης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και υπό τις οδηγίες του Ε. Μ., διευθυντή του Επιμελητηρίου, που είχε οριστεί για την παρακολούθησή του. Άλλωστε, ο ενάγων δεν είχε τη δυνατότητα να εκτελέσει μόνος του οιαδήποτε εργασία, αφού ούτε δικαίωμα υπογραφής είχε οιουδήποτε διοικητικού εγγράφου. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι σκοπός των ενδίκων συμβάσεων δεν ήταν η παροχή εργασίας, έστω επιβοηθητικής εκ μέρους του ενάγοντας στο πρώτο εναγόμενο για εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά μόνο για τις ανάγκες της εκπαίδευσής του και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος του, ώστε με την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, να ωφεληθεί αυτός στον τομέα της προϋπηρεσίας, προκειμένου να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας, ενόψει και του ότι το άρθρο 4 του ν.3812/2009 που κατήργησε την προσαύξηση στη μοριοδότηση, λόγω εμπειρίας και συνεπώς, και το σκοπό αυτό των επίμαχων συμβάσεων, άρχισε να ισχύει, μετά την κατάρτιση και την εκτέλεση της πρώτης επίμαχης σύμβασης, μετά δε και την κατάρτιση της δεύτερης εξ αυτών (παράτασης) και συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν.3812/2009, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ στις 28.12.2009 (ΦΕΚ 234/28.12.2009), με αποτέλεσμα τόσο κατά την κατάρτιση, όσο και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της πρώτης και στην αρχή της παράτασής της να ισχύει ο πιο πάνω σκοπός. Εξάλλου η παρεχόμενη συνδρομή του ενάγοντος στους τακτικούς υπαλλήλους του Επιμελητηρίου, στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος, ήταν σύμφυτη με την πρακτική του άσκηση, διαφορετικά η τελευταία θα ήταν αδιανόητη, ενώ για τις εν λόγω βοηθητικές υπηρεσίες του ενάγοντος στα πλαίσια της εκπαίδευσής του, η οποία (εκπαίδευση) ήταν και ο μοναδικός σκοπός των συμβαλλομένων μερών, ώστε να αποκτήσει αυτός (ενάγων) εργασιακή εμπειρία, συμφωνήθηκε η αμοιβή του ημερησίως σε 30 ευρώ για 22 ημέρες του μήνα για 7ωρη απασχόληση από Δευτέρα- Παρασκευή. Εξάλλου, ο ενάγων δεν ευθύνονταν για τυχόν λάθη ή παραλείψεις του, για τα οποία την ευθύνη έφερε ακέραια ο τακτικός διοικητικός υπάλληλος που είχε ορισθεί ως αρμόδιος για την παρακολούθηση της εξέλιξης της κατάρτισής του, ούτε υπόκειτο σε πειθαρχικό έλεγχο για πράξεις ή παραλείψεις κατά τη διάρκεια της άσκησής του, είχε δε το δικαίωμα, κατ' απόκλιση από τα ισχύοντα για τους μόνιμους διοικητικούς υπαλλήλους, να απουσιάζει για 40 ημέρες κατά τη διάρκεια του προγράμματος δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα (χωρίς την καταβολή αποζημίωσης και χωρίς υποχρέωση παράτασης του προγράμματος) και επιπλέον να λάβει άδεια διακοπών έως 20 εργάσιμες ημέρες κατ' έτος με αντίστοιχη παράταση του προγράμματος. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που όντας ο ίδιος έμπορος και επισκεπτόμενος το Επιμελητήριο μία φορά στο δίμηνο περίπου δεν μπορούσε να γνωρίζει την επακριβή φύση της εργασίας του ενάγοντος. Είναι δε αδιάφορη για την απόδειξη του κρίσιμου ζητήματος η κρίση του άνω μάρτυρα, ο οποίος δεν είναι άλλωστε αρμόδιος προς τέτοια κρίση, ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας. Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι αμφότερες οι συμβάσεις του ενάγοντος (αρχική και παράταση αυτής) διάρκειας 18 μηνών η πρώτη και 1 έτους η δεύτερη αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες κατέστησαν απολύτως αναγκαίες για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας από τον ενάγοντα, ο οποίος ως πτυχιούχος ΑΕΙ (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας) στερούνταν παντελώς θεωρητικών και πρακτικών γνώσεων στο ιδιαίτερα χρήσιμο, υπεύθυνο και σύνθετο, συνάμα δε και δυσχερές, λόγω της επικοινωνίας με το κοινό, αντικείμενο των διοικητικών υπηρεσιών του φορέα υλοποίησης του προγράμματος- Επιμελητηρίου, όπου είχε τοποθετηθεί και για τις οποίες (ένδικες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας) δεν ισχύουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά εκείνες του ΑΚ και έληξαν αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου λήξης τους. Αποδείχθηκε, δηλαδή ότι ο ενάγων δεν παρείχε την εργασία του στο Επιμελητήριο με την έννοια της εκτέλεσης παραγωγικού έργου, ώστε να προκύψει πλουτισμός του τελευταίου από την παροχή αυτή και να δικαιούται ο ενάγων σε απόδοσή του, καθώς και σε αποζημίωση λόγω απόλυσής του από το Επιμελητήριο, αλλά αντίθετα, για τις υπηρεσίες, τις οποίες αναπόφευκτα παρείχε σ' αυτό στα πλαίσια της γνήσιας σύμβασης μαθητείας του, προκειμένου να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, οι οποίες {βοηθητικές υπηρεσίες} προβλέπονταν στις άνω ΚΥΑ, αμείφθηκε με το συμφωνημένο ποσό των 30 ευρώ ημερησίως, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για πλουτισμό του πρώτου εναγομένου, ώστε να οφείλει αυτό τις αιτούμενες αποδοχές ή την αιτούμενη αποζημίωση απόλυσης. Συνεπώς, η αγωγή, κατά την επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, στην οποία στηρίζονται τα σχετικά αγωγικά κονδύλια για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και επιδόματα αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010, καθώς και το κονδύλια αποζημίωσης, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο έκρινε ως μη νόμιμη και την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχτηκε κατ' ουσία την έφεση και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά το μέρος που έκρινε ως μη νόμιμη και την ανωτέρω επικουρική βάση της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, 648 επ. ΑΚ, 6 του ν.765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και δεν προσέδωσε σ' αυτές, σύμφωνα με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, έννοια διαφορετική από την αληθινή, όπως η έννοια αυτή αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον, ειδικότερα, δικαιολογούσαν την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής του αναιρεσείοντος περί ευθύνης των αναιρεσίβλητων κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και των συσχετιζόμενων αγωγικών κονδυλίων για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2008, 2009 και 2010 και αποζημίωσης, αφού οι συμβάσεις (αρχική και παραταθείσα) που καταρτίστηκαν, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, μεταξύ του ιδίου (αναιρεσείοντος), του δεύτερου αναιρεσίβλητου (ΟΑΕΔ) ως υπεύθυνου φορέα του προγράμματος και του πρώτου αναιρεσίβλητου (Επιμελητήριο Λάρισας) ως φορέα υλοποίησης, αποτελούσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, επί των οποίων δεν ισχύουν οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας, αλλά εκείνες του ΑΚ και οι οποίες έληξαν αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου λήξης των, σύμφωνα με τις παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και δη ότι α) ο αναιρεσείων, πτυχιούχος του τμήματος Οργάνωσης Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, που απασχολήθηκε στο ταμείο και στο λογιστήριο του πρώτου αναιρεσίβλητου, συνδράμοντας τον εκάστοτε υπάλληλο στην καταχώρηση τιμολογίων, ενταλματοποίηση αυτών, επεξεργασία προϋπολογισμού, απολογισμού, ταμειακών καταστάσεων, συναλλαγών με την τράπεζα και άλλων εσωτερικών και εξωτερικών βοηθητικών εργασιών, δεν εκτελούσε αποκλειστικά τις παραπάνω εργασίες ούτε είχαν ανατεθεί σ' αυτόν, αλλά στον εκάστοτε αρμόδιο υπάλληλο του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος τον παρακολουθούσε και συνέδραμε προς τον σκοπό πρακτικής εξάσκησης και απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (αναιρεσείοντος), β) η παρεχόμενη συνδρομή του τελευταίου στους τακτικούς υπαλλήλους του πρώτου αναιρεσίβλητου, στο πλαίσιο του προγράμματος , ήταν σύμφυτη με την πρακτική του άσκηση, ενώ για τις ανωτέρω βοηθητικές υπηρεσίες, στο πλαίσιο της εκπαίδευσής του, συμφωνήθηκε η αμοιβή ημερησίως 30 ευρώ για 22 ημέρες του μήνα και απασχόληση από Δευτέρα έως Παρασκευή, γ) ο αναιρεσείων δεν ευθυνόταν για τυχόν λάθη ή παραλείψεις του, για τα οποία την ευθύνη έφερε ακέραια ο τακτικός διοικητικός υπάλληλος που είχε ορισθεί ως αρμόδιος για την παρακολούθηση της κατάρτισής του, ούτε υπόκειτο σε πειθαρχικό έλεγχο για πράξεις ή παραλείψεις κατά τη διάρκεια της άσκησής του, είχε δικαίωμα, κατ' απόκλιση από τα ισχύοντα για τους μόνιμους διοικητικούς υπάλληλους να απουσιάζει για 40 ημέρες κατά τη διάρκεια του προγράμματος δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα και επιπλέον να λάβει άδεια διακοπών έως 20 εργάσιμες ημέρες κατ' έτος με αντίστοιχη παράταση του προγράμματος και δ) σκοπός των ενδίκων συμβάσεων δεν ήταν η παροχή εργασίας, έστω επιβοηθητικής εκ μέρους αναιρεσείοντος στο πρώτο αναιρεσίβλητο για εκτέλεση παραγωγικού έργου, αλλά μόνο για τις ανάγκες της εκπαίδευσής του και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματός του, ώστε με την απόκτηση της εργασιακής εμπειρίας να ωφεληθεί αυτός στον τομέα της προϋπηρεσίας. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους, κατά την νοηματική τους εκτίμηση, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ανωτέρω αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις γνήσιας μαθητείας και όχι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τον αρ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γένεση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι επί του αγωγικού ισχυρισμού, ότι οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν σε βάρος του πλουτισμό, που συνίσταται στην παράνομη ωφέλεια που αποκόμισαν από την αποδοχή και την αξιοποίηση της εργασίας του, τη μη καταβολή της αντίστοιχης μισθολογικής παροχής, αλλά και τη μη πρόσληψη άλλου μισθωτού που θα εκτελούσε την εργασία του, λόγω καταχρηστικής άσκησης του εργοδοτικού δικαιώματος και παράνομης εκμετάλλευσης της εργασίας του, εσφαλμένα το Εφετείο δέχτηκε ότι το έργο που παρείχε δεν ήταν παραγωγικό, ισχυρισμός που δεν προτάθηκε ούτε από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι, αντίθετα, παραδέχονται ουσιαστικά με τη σιωπή τους επί του αντίστοιχου ισχυρισμού του, πως ήταν απόλυτα συνεπής στις προβλεπόμενες στη σύμβαση υποχρεώσεις του. Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός, ότι, δηλαδή, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η παροχή εργασίας δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, δεν αποτελεί πράγμα, αλλά είναι ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής, με την οποία ισχυρίζεται ο αναιρεσείων- ενάγων, ότι η ένδικη σύμβαση αποτελούσε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου και συνεπώς δεν ιδρύεται ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007). Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, αναιρετικός λόγος, κατά την αιτίασή του, με την οποίαν αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς απόδειξη, το γεγονός ότι η παροχή εργασίας που παρείχε ο αναιρεσείων δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης του είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, εκτός του γεγονότος ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί πράγμα, κατά τα ανωτέρω στον αμέσως προηγούμενο λόγο αναίρεσης αναφερόμενα, από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της (προσβαλλομένης), προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις νόμιμα προσκομισθείσες, από τους διαδίκους, αποδείξεις, που προαναφέρθηκαν. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, αφού με πρόσχημα την επικαλούμενη πλημμέλεια, πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, εκτίμηση των αποδείξεων, από το Εφετείο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 22.7.2020 αίτηση του αναιρεσείοντος Γ. Γ. για αναίρεση της 345/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ