ΑΡΙΘΜΟΣ 295/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 6477/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αθανάσιο Τσιοκάνη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1578/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής. α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών ( άρθρο 18), και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Και τα τρία αυτά αδικήματα φοροδιαφυγής τα διαπλάσσει σε βαθμό πλημμελήματος και κακουργήματος, αναλόγως με το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε, παρακρατήθηκε ή της αξίας των φορολογικών στοιχείων. Ειδικότερα το άρθρο 17 παρ.1,2,α του πιο πάνω νόμου, ορίζει ότι " 1. Αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος διαπράττει, όποιος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος παραλείπει να υποβάλει δήλωση, ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος... 2 Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται . α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους , εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πέντε εκατομμυρίων ( 5.000.000) δραχμών και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών. Ο σκοπός του δράστη στην αξιόποινη φοροδιαφυγή κατατείνει στην μείωση ή αποφυγή της φορολογικής του επιβαρύνσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του ίδιου νόμου, προκύπτει ότι επί των προβλεπομένων από τα άρθρα 17 και 18 αδικημάτων της φοροδιαφυγής διά παραλείψεως υποβολής ή διά υποβολής ανακριβούς δηλώσεως στην φορολογία εισοδήματος και της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών αντιστοίχως, η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 εδ. α' του Ν. 2238/1994, το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία και στοιχεία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, καθώς και των επιχειρήσεων που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία ή τηρούν βιβλία και στοιχεία κατηγορίας κατώτερης της προσήκουσας ή τηρούν ανακριβή ή ανεπαρκή βιβλία και η ανεπάρκεια αυτή καθιστά αδύνατη την διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων, προσδιορίζεται εξωλογιστικώς, κατά τον τρόπο που καθορίζεται στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλόμενη 6477/2006 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης επιχείρησης με αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή - κατασκευή - εμπορία ηλεκτρονικών παιχνιδιών και την εκμετάλλευση αναψυκτηρίου και καφενείου με τεχνικά και μηχανικά παίγνια. Με τη με αριθμό 8/10-11-2003 εντολή του Προϊσταμένου του 23ου ΤΕΚ Θεσ/κης, έγινε τακτικός φορολογικός έλεγχος στα βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης για τον προσδιορισμό των φορολογικών υποχρεώσεων στη φορολογία εισοδήματος, αφού επιδόθηκε σ' αυτόν ειδικό σημείωμα περαίωσης στο οποίο υπάγονται οι ανέλεγκτες υποθέσεις επιτηδευματιών με βιβλία Β ή Γ κατηγορίας και μάλιστα δόθηκε σ' αυτόν προθεσμία πέντε ημερών, η οποία παρήλθε άπρακτη, διότι ο κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε το ειδικό σημείωμα περαίωσης για τις χρήσεις 1995 έως και 2001. Από τον έλεγχο προέκυψε ότι: α) στις 5-4-99 υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσ/νίκης την υπ' αρ. .... ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 1.1.98 έως 31.12.98, με εμφαινόμενη ζημία 11.353.876 δρχ. με αποτέλεσμα τον υπολογισμό του φόρου στο ποσό των 690.752 δραχμών, ενώ με βάση τους υπολογισμούς για το πραγματικό ετήσιο φορολογητέο εισόδημα του (καθαρά κέρδη 93.504.600 δρχ.), ο φόρος ανέρχεται στο ποσό των 40.408.296 δρχ. συνεπώς προκύπτει διαφορά οφειλόμενου φόρου 39.717.544 δραχμών, σύμφωνα με τον έλεγχο που διενεργήθηκε αρμοδίως και για τον οποίον εκδόθηκε το .... φύλλο ελέγχου του 23ου ΤΕΚ Θεσ/κης β) στις 10-5-00 υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσ/νίκης την υπ' αρ. .... ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 1.1.99 έως 31.12.99, με εμφαινόμενη ζημία 64.271.324 δρχ. και με αποτέλεσμα την επιστροφή φόρου ποσού 758.177 δραχμών, ενώ με βάση τους υπολογισμούς για το πραγματικό ετήσιο φορολογητέο εισόδημά του [καθαρά κέρδη 67.424.040 δρχ], ο φόρος ανέρχεται στο ποσό των 26.782.177 δραχμών σύμφωνα με τον έλεγχο που διενεργήθηκε αρμοδίως και για τον οποίον εκδόθηκε το .... φύλλο ελέγχου του 23ου ΤΕΚ Θεσ/νίκης γ) στις 2-5-01 υπέβαλε προς τη Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. .... ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 1.1.00 έως 31.12.00, με εμφαινόμενη ζημία 106.191.459 δρχ. και αποτέλεσμα την επιστροφή φόρου ποσού 127.565 δραχμών, ενώ με βάση τους υπολογισμούς για το πραγματικό ετήσιο φορολογητέο εισόδημά του [καθαρά κέρδη 55.263.600 δρχ.], ο φόρος ανέρχεται στο ποσό των 22.146.348 δρχ., συνεπώς προκύπτει διαφορά οφειλόμενου φόρου 22.271.913 δραχμών σύμφωνα με τον έλεγχο που διενεργήθηκε αρμοδίως και για τον οποίον εκδόθηκε το .... φύλλο ελέγχου του 23ου ΤΕΚ Θεσ/νίκης και δ] στις 20-4-02 υπέβαλε προς την Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσ/νίκης την υπ' αριθ. .... ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο 1.1.01 έως 31.12.01, με εμφαινόμενη ζημία 42.024.618 δρχ. και αποτέλεσμα την επιστροφή φόρου ποσού 477.314 δραχμών, ενώ με βάση τους υπολογισμούς για το πραγματικό ετήσιο φορολογητέο εισόδημά του [καθαρά κέρδη 43.254.640 δρχ.], ο φόρος ανέρχεται στο ποσό των 15.387.204 δρχ., συνεπώς προκύπτει διαφορά οφειλόμενου φόρου 15.858.043 δραχμών σύμφωνα με τον έλεγχο που διενεργήθηκε αρμοδίως και για τον οποίον εκδόθηκε το .... φύλλο ελέγχου του 23ου ΤΕΚ Θεσ/νίκης. Για την πραγματοποίηση του ελέγχου αυτού οι διενεργούντες τον έλεγχο αρμόδιοι υπάλληλοι ζήτησαν από τον κατηγορούμενο τα τηρούμενα βιβλία των στοιχείων των χρήσεων από το έτος 1995 έως και 2001, πλην όμως ο τελευταίος δεν τα προσκόμισε, οπότε εξ αντικειμένου και λόγω του ότι καθίσταται στην περίπτωση αυτή αδύνατος ο φορολογικός έλεγχος και ο λογιστικός προσδιορισμός των καθαρών κερδών από τα βιβλία, έγινε εξωλογιστικός προσδιορισμός των καθαρών κερδών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ. 1. ν. 2238/1994, οπότε διαπιστώθηκαν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα παραπάνω αναφερόμενα περί της υποβολής ανακριβών δηλώσεων απόδοσης του φόρου και υποβλήθηκε εναντίον του η ένδικη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου του 23ου Τ.Ε.Κ. Θεσσαλονίκης. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι η μη επίδειξη των βιβλίων και στοιχείων του κατά τον έλεγχο δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα αλλά στη βίαιη αποβολή του από το μίσθιο μετά από αναγκαστική εκτέλεση της με αριθμό 14125/2003 διαταγής απόδοσης μισθίου από την έδρα της παραπάνω επιχείρησής του, οπότε και παραδώθηκαν στον ιδιοκτήτη του καταστήματος ως μεσεγγυούχο όλα τα κινητά μεταξύ των οποίων και τα βιβλία της επιχείρησής του με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε αδυναμία επίδειξης αυτών όταν του ζητήθηκαν κατά τη διάρκεια του ελέγχου και ότι έτσι επί εσφαλμένου τεκμηρίου στηρίχθηκε ο εξωλογιστικός προσδιορισμός του εισοδήματός του. Ο παραπάνω ισχυρισμός και αληθής υποτιθέμενος δεν αίρει την ποινική του ευθύνη, καθώς με βάση την υπάρχουσα νομοθεσία είναι υποχρεωμένος να διαφυλάττει τα εν λόγω στοιχεία της επιχείρησής του ώστε να είναι στη διάθεση των υπαλλήλων σε κάθε περίπτωση πραγματοποίησης του ελέγχου και σε κάθε περίπτωση και εάν ακόμη ο ιδιοκτήτης του καταστήματος παρά το εξώδικο που του απέστειλε αρνήθηκε να του παραδώσει τα κινητά που παραδόθηκαν σ' αυτόν υπό μεσεγγύηση, είχε δικαίωμα επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση να ζητήσει την απόδοση αυτών από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος προσφεύγοντας στο αρμόδιο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενέργειες στις οποίες ουδόλως προέβη ο κατηγορούμενος και συνεπώς τα όσα παραπάνω ισχυρίζεται είναι κατά την κρίση του δικαστηρίου απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξ άλλου, είναι απορριπτέο και το αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 18-10-2005 προσφυγής του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν κρίνεται σκόπιμη και αναγκαία για την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης υπόθεσης, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στην κατάθεση αυτής (προσφυγής) της οποίας σημειωτέο ότι δεν έχει προσδιοριστεί ακόμη δικάσιμος, προέβη ο κατηγορούμενος λίγους μήνες πριν την εισαγωγή της υπόθεσης αυτής στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο και μάλιστα ενώ ο χρόνος τελέσεως των πράξεων του είναι τα έτη 1999, 2000, 2001 και 2002 και συνεπώς υφίσταται κίνδυνος παραγραφής του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται. Κατ' ακολουθίαν του αιτιολογικού αυτού το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ, για υποβολή ανακριβούς δηλώσεως φόρου, κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα για το ότι στη Θεσσαλονίκη, στις 5/4/1999, 10/5/00, 2/5/01 και 20/4/02, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, υπέβαλε ανακριβείς δηλώσεις απόδοσης φόρου εισοδήματος, κατά τις διαχειριστικές περιόδους 1998-2001, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα για τα οποία ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει για κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως, κατά τα λοιπά, οι επί μέρους αυτές πράξεις λεπτομερώς περιγράφονται στο διατακτικό. Για τις πράξεις δε αυτές το πιο πάνω Δικαστήριο επέβαλε στον ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλακίσεως οκτώ μηνών, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ, ημερησίως. Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από τα μνημονευθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της φοροδιαφυγής δια υποβολής ανακριβούς δηλώσεως φόρου, κατ' εξακολούθηση για την οποία καταδικάστηκε (17 παρ.1, 2α, Ν. 2523/97, 98 ΠΚ), τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα ο αναιρεσείων προβάλει τις αιτιάσεις, ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η φορολογική αρχή βεβαίωσε σε βάρος του φόρους διαφορετικούς από εκείνους που αναλογούν στις δηλώσεις του φόρου εισοδήματός του, όχι εξαιτίας κάποιας συγκεκριμένης ανακρίβειας, αλλά ως συνέπεια της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στην υποχρέωση προσκόμισης των φορολογικών του βιβλίων , κατά τη διαδικασία του φορολογικού ελέγχου με αποτέλεσμα να γίνει εξωλογιστικός προσδιορισμός του φόρου, κατά το άρθρο 32 παρ.2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, δηλαδή με αυξημένους συντελεστές και χωρίς συνυπολογισμό των στοιχείων που μειώνουν τη φορολογητέα ύλη που θα προέκυπτε από τα φορολογικά βιβλία του αν τα είχε προσκομίσει. Επομένως, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, εσφαλμένα καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για φοροδιαφυγή, αφού δεν του καταλογίζεται ούτε οποιαδήποτε ανακρίβεια και απόκρυψη εισοδήματος στις δηλώσεις του, ούτε πρόθεση αποφυγής πληρωμής φόρου. Το Δικαστήριο δε της ουσίας, με τις πιο πάνω παραδοχές του, κατά τον αναιρεσείοντα, προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή, άλλως εσφαλμένη ερμηνεία, της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 17 παρ.1 εδ.α του Ν. 2523/1997, αφού το προβλεπόμενο με τη διάταξη αυτή αδίκημα δεν διαπράττεται, αν το πρόσθετο φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο, δεν έχει ως αιτία την ανακριβή δήλωση. Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες. Το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του, απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί αδυναμίας του να προσκομίσει τα φορολογικά του βιβλία, όπως αυτός είχε υποχρέωση , κατά τον γενόμενο φορολογικό έλεγχο. Κατόπιν αυτού ο προσδιορισμός του φόρου έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος (Ν. 2238/1994). Αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού ήταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές προκύπτουν από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, ο προσδιορισμός του οφειλόμενου από τον αναιρεσείοντα φόρου καθώς και η διαφορά που προέκυπτε από τις ανακριβείς φορολογικές δηλώσεις που είχε υποβάλει, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος. Ο προσδιορισμός δε του εισοδήματος της επιχειρήσεως του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 32 του Ν. 2238/94, δεν αποτελεί "κύρωση" ή επιβολή φόρου για πρόσθετο φορολογητέο εισόδημα, αλλά νόμιμο τρόπο προσδιορισμού του εισοδήματος των επιχειρήσεων, όταν είναι αδύνατος ο έλεγχος των φορολογικών βιβλίων, διότι αυτά δεν προσκομίζονται. Στην προκειμένη δε περίπτωση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της φοροδιαφυγής, και συγκεκριμένα το ανακριβές της φορολογικής δηλώσεως του αναιρεσείοντος με την απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων, προκειμένου αυτός να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Ε ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής διατάξεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ΙΙ. Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, επικαλούμενος τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 60 παρ.1 του ΚΠΔ, ισχυρίζεται ότι "σε περίπτωση που η ποινική δίωξη ασκηθεί μετά την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, λόγω μη άσκησης προσφυγής, το ποινικό δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει κάθε ισχυρισμό του κατηγορουμένου, με τον οποίο αμφισβητείται η αποδιδόμενη από τη φορολογική αρχή απόκρυψη εισοδημάτων". Συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού αυτός αρνήθηκε την οφειλή των φόρων που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, έπρεπε το Δικαστήριο να προσδιορίσει το ύψος αυτών, προκειμένου να διαπιστωθεί η ανυπαρξία της οφειλής του και να δεχθεί το σχετικό αίτημά, του και όχι να παραλείψει να απαντήσει. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του Ν. 2532/1997, η ποινική δίωξη για το αδίκημα του άρθρου 17 του νόμου αυτού δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε, ή, σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής, ακριβώς για να έχει προσδιορισθεί τελεσιδίκως το ύψος του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, αμφισβητώντας το ύψος του οφειλόμενου φόρου που προέκυψε από τον γενόμενο φορολογικό έλεγχο και την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση της προβλεπόμενης προσφυγής και την επελθούσα μετά από αυτό οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής, απλώς αρνείται την κατ' αυτού κατηγορία και ουδένα αυτοτελή ισχυρισμό προβάλλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει υποχρέωση να απαντήσει. Ούτε βεβαίως είχε την υποχρέωση να ερευνήσει εκ νέου το ύψος του προσδιορισμένου κατά το νόμο (άρθρο 32 Ν. 2238/94) οφειλόμενου φόρου, λόγω της αμφισβητήσεως αυτού από τον αναιρεσείοντα, αποδεχόμενο τον πιο πάνω όλως αόριστο ισχυρισμό αυτού (χωρίς μάλιστα να εκθέτει στοιχεία ή περιστατικά, που να στηρίζουν τον ισχυρισμό του αυτό, πλέον των όσων πιο πάνω αβασίμων ανέφερε). Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β και Δ ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, για σχετική ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο (170 παρ.2 ΚΠΔ) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως, έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την ποινική δίκη , έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Η αναβολή ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως, πρέπει, κατ' άρθρα 139 παρ. 2 να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, άλλως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ του αυτού Κώδικα. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων είχε ζητήσει την αναβολή της δίκης κατά το άρθρο 61 του ΚΠΔ μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 18-5-2005 προσφυγής του κατά της αρνήσεως του Υπουργού Οικονομικών στο αίτημά του για επανέλεγχο της επιχειρήσεως του. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που διαλαμβάνεται στο πιο πάνω αναφερόμενο σκεπτικό του, απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος. Η ειδικότερη αιτίαση ότι η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ο επανέλεγχος δεν επηρεάζει την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως ήταν εσφαλμένη, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου. Επίσης η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε το Δικαστήριο ότι υφίσταται κίνδυνος παραγραφής, διότι αυτή δεν αρχίζει από το χρόνο τελέσεως του αδικήματος (1999-2002), αλλά από της οριστικοποιήσεως της σχετικής εγγραφής που επήλθε στις 24/2/2004, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε, αφού, για τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους, δεν κρίθηκε σκόπιμη και αναγκαία για την ουσιαστική διερεύνηση της υποθέσεως η αναβολή της δίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της πιο πάνω από 18-10-2005 προσφυγής του αναιρεσείοντος. Η αναφορά δε του κινδύνου παραγραφής, έγινε εκ περισσού και δεν στηρίζει την απορριπτική επί του αιτήματος της αναβολής κρίση του Δικαστηρίου. Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής του πιο πάνω αιτήματος αποφάσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙV. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα και η δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου ( άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-9-2006 αίτηση ( δήλωση με αριθμό πρωτ. 8345/15-9-2006) ) αναιρέσεως του .... , κατά της 6477/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Δημοσίου την οποία προσδιορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα (290) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ