Αριθμός 61/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Ν. και 2. Κ. Μ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Σκαλίδη. Της αναιρεσίβλητου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 268/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 631/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Μαρτίου 2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 5 Νοεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 31/27.5.2011 αιτήσεως για αναίρεση της 631/30.12.2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη 31/27-5-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 631/30-12-2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 568/17-12-1997 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση καταβολής ασφαλίσματος των δι' αυτής εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών, απορρέουσα από τη συνδέουσα εκείνες και την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", η οποία συγχωνεύθηκε στη συνέχεια δι' απορροφήσεως της από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 201/1998 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των εναγουσών θέμα αποδείξεως και παράλληλα διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, κατά παραδοχή της, η 286/2006 οριστική αυτού απόφαση και σε δεύτερο βαθμό κατ' αποδοχή της 1367/22-11-2006 εφέσεως της εναγομένης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 631/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης με απορριπτική κατ' ουσίαν επί της αγωγής κρίση, κατά παραδοχή της ερειδόμενης στο άρθρο 195 Εμπ. Ν περί παραγραφής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, την οποία στήριξε στις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Την 21-2-1995 εκδηλώθηκε πυρκαγιά από άγνωστη αιτία που επέφερε υλικές ζημιές σε τριώροφο κτίριο των εναγουσών που είναι επί της οδού ... αρ. 5-7 στην παλαιά πόλη των ..., και συγκεκριμένα πυρκαγιά που ξεκίνησε από τον πρώτο όροφο του κτηρίου και επεκτάθηκε καν στους υπόλοιπους ορόφους που είχε ως συνέπεια την ολοσχερή καταστροφή των δύο πρώτων ορόφων και την πρόκληση σημαντικών ζημιών στο ισόγειο. Η ένδικη αγωγή προς αποζημίωση των εναγουσών, κληρονόμων του ασφαλισμένου με το ασφαλιστήριο της προαναφερομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ασκήθηκε στις 12-2-1998 με την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, γι' αυτό και η ενάγουσα ουδένα ισχυρισμό περί παραγραφής των ενδίκων απαιτήσεων των εναγουσών προέβαλε κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αφού με την άσκηση της είχε διακοπεί η παραγραφή όπως και με τη δημοσίευσης προαναφερομένης 201/1998 μη οριστικής προδικαστικής αποφάσεως του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων). Η νέα δε παραγραφή που άρχισε από την 1-1-1999 διακόπηκε την 21-10-1999 με την όρκιση του διορισθέντος ως πραγματογνώμονας με την αμέσως προαναφερομένη απόφαση. Έκτοτε όμως μέχρι την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης που έγινε στις 26-2-2003 παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον των τριών συναπτών ετών αφού δεν μεσολάβησε άλλη διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής της παραγραφής η οποία άρχισε από την 1-1-2000 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2002, δηλαδή μετά την πάροδο τριών συναπτών ετών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 195 Ε.Ν και 261 ΑΚ". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθείσες εφεσίβλητες - ενάγουσες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεις και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αιτιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: I. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντίθετα δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι ισχυρισμοί που αποτελούν νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ως και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νομό ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι έλαβε υπόψη τον μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό ότι "οσάκις ο διορισθείς πραγματογνώμονας για την διενέργεια- διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης αδρανεί ή αδυνατεί να προβεί εμπροθέσμως στην ολοκλήρωσή της με αίτηση των διαδίκων προβλέπεται δυνατότητα αντικαταστάσεώς του, όπως αναμφισβήτητα είναι η αδυναμία εμπρόθεσμης εκτελέσεως της πραγματογνωμοσύνης". Προφανώς είναι ότι πρόκειται για νομικό επιχείρημα επιβεβαιωτικό της παραδοχής της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η μετά από απόφαση δικαστηρίου όρκιση πραγματογνώμονα δεν μπορεί να εκληφθεί ως ενιαία διαδικαστική πράξη, συνδεόμενη υποχρεωτικά και συνεχομένη αναγκαίως και με την τυχόν κατάθεση από εκείνον της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, ώστε να στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος και ελεγχόμενος ως αβάσιμος λόγος αναιρέσεως. II. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Περαιτέρω με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεως της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εν αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται, κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 195 Εμπ. Ν, ο οποίος κατά τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 2 και 34 του ν.2496/2007, εφαρμόζεται στις ασφαλιστικές συμβάσεις των οποίων η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος του (17-11-2007), κάθε αγωγή η οποία πηγάζει από σύμβαση ασφαλίσεως ζημιών ή ζωής παραγράφεται με την παρέλευση τριετίας, αρχομένη από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση. Εξάλλου, κοντά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, "την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αν η παραγραφή διακόπηκε με την άσκηση της αγωγής, η ίδια παραγραφή, δηλαδή ομοειδής με αυτή που διακόπηκε, αρχίζει σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του είδους της ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από την έγερση της αγωγής, διακόπτεται δε μετά από κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, και αμέσως μετά την επιχείρηση αυτής αρχίζει ισόχρονη με την αρχική παραγραφή, η οποία μπορεί να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή, εφόσον δεν μεσολαβήσει κάποια νέα διαδικαστική ενέργεια ή άλλος λόγος διακοπής πριν από την τελεσίδικη περάτωση της δίκης. Έτσι, εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία, αν οι διάδικοι απρακτούν. Εξάλλου, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (άρθρο 261 ΑΚ ),θεωρείται διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη, διακοπή της παραγραφής, κάθε πράξη των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης. Τέτοια διαδικαστική πράξη αποτελεί η όρκιση του ορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, μετά την διενέργεια της οποίας αρχίζει νέα ισόχρονη παραγραφή μέχρι της καταθέσεως από τον τελευταίο της συνταχθείσης προς τούτο εκθέσεώς του, ως νέας αυτοτελούς διαδικαστικής πράξεως, διακριτής και μη αναγκαίως συνεχόμενης με εκείνη της ορκίσεως του. Επιβεβαιωτικό επιχείρημα υπέρ της ορθότητας της νομικής αυτής παραδοχής αποτελεί το γεγονός ότι είναι δυνατόν για οποιοδήποτε λόγο να μη διενεργηθεί η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη, με επιμήκυνση του χρόνου της παραγραφής, αποτέλεσμα το οποίο αντιστρατεύεται τον επιδιωκόμενο δι' αυτής νομοθετικό σκοπό της εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, ο οποίος εντονότερα εμφανίζεται στις σχετικά βραχυχρόνιες παραγραφές. Προς την άποψη αυτή συμπορεύεται και η καθιέρωση με τις λοιπές διατάξεις όλως εξαιρετικών λόγων αναστολής της παραγραφής πριν από την διακοπή της με την έγερση της αγωγής (ΑΚ 255 επ.), κοινό γνώρισμα των οποίων είναι η αντικειμενική αδυναμία του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ανωτέρας βίας, στο πραγματικό της οποίας προφανώς δεν εμπίπτει η ερευνώμενη περίπτωση, ενόψει της δικονομικής, δυνατότητας αντικαταστάσεως του αδρανούντος πραγματογνώμονα (ΚΠολΔ 370 παρ.2).Παράλληλα η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 261 ΑΚ κινείται, ενόψει του επιδιωκομένου δι' αυτής σκοπού της εκκαθαρίσεως των συναλλαγών, εντός του πλαισίου της καθιερούμενης με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως πραγματικά περιστατικά, και ειδικότερα ότι από της ορκίσεως του πραγματογνώμονα στις 21-10-1999 η μόνη διαδικαστική πράξη η οποία επακολούθησε ήταν εκείνη της καταθέσεως της συνταχθείσης από τον τελευταίο προς τούτο εκθέσεώς του στις 26-2-2003, με την παρέλευση μεταξύ των εν λόγω αυτοτελών διαδικαστικών πράξεων χρονικού διαστήματος πέραν της τριετίας, δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 261 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος απόρριψη της απευθυνόμενης κατά της αναιρεσίβλητης αγωγής των αναιρεσειουσών, κατά παραδοχή της ερειδομένης στο άρθρο 195 Εμπ.Ν περί παραγραφής ενστάσεώς της, την οποία επαναδιατύπωσε με το δικόγραφο της εφέσεως, μετά την απόρριψή της από την πρωτοβάθμια απόφαση, με άμεση δικονομική συνέπεια η διατυπούμενη με τους απομένοντες προς έρευνα πρώτο και τρίτο κατά σειρά λόγους αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμη. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 31/27-5-2011 αίτηση για αναίρεση της 631/30-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης, και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700,00) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ