Αριθμός 1375/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Α. (πρώην συζ. Γ. Σ.), κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανάργυρο Δήμιζα. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3050/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 753/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18 Ιουνίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 52/20-6-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 753/29-10-2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη 52/20-6-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 753/29-10-2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 10192/22-12-2004 αγωγή του δι'αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξιώσεις του κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, απορρέουσες από τις συνομολογηθείσες μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις δανείου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 3050/2009 απόφαση του Μονομελούς Πειραιώς και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 1218/26-10-2009 έφεση της εναγομένης, η 753/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής κατ'ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 2-3-2007, την υπ' αριθμ. .../3-4-2006 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Γ. Κ., ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών, που επικαλείται και προσκομίζει ο εφεσίβλητος, την υπ' αριθμ. .../28-2-2007 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Γ. Ν. και Ν. Μ., ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα και οι οποίες δόθηκαν μετά από προηγουμένη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων τους και από όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, -αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων γνωρίστηκε με την εναγομένη τον Ιανουάριο του έτους 2003 στον ..., μέσω του πατέρα του, ο οποίος ήδη την γνώριζε. Ο ενάγων είναι υπάλληλος της Πολεμικής Αεροπορίας και η εναγομένη εκείνη την εποχή διατηρούσε κατάστημα με "γρήγορο φαγητό τυροπιτάδικο" επί της οδού ... αρ… στον .... Συνδέθηκαν ερωτικά και συγκατοίκησαν, είχαν δε πρόθεση να επισημοποιήσουν τη σχέση τους με την πάροδο του χρόνου. Τον Φεβρουάριο του 2003 η εναγομένη, επικαλούμενη Α) οικονομική αδυναμία να καταβάλει άμεσα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των -6.000- ευρώ, που χρωστούσε, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να χάσει στον πλειστηριασμό μία διώροφη οικία της αποκλειστικής κυριότητας της, που βρίσκεται στις ... και στην περιοχή ..., η οποία βαρυνόταν με προσημείωση της πιο πάνω Τράπεζας μέχρι του ποσού των -12.000- ευρώ και Β) αδυναμία της να λάβει οιοδήποτε ποσό δανείου από Τράπεζα, ζήτησε από τον ενάγοντα να της χορηγήσει ισόποσο δάνειο. Ο πατέρας του ενάγοντος, θέλοντας να βοηθήσει τον υιό του, προσφέρθηκε να δώσει τα χρήματα στην εναγομένη. Για το λόγο αυτό έλαβε από την Τράπεζα Πειραιώς, ως προσωπικό του δάνειο, το ποσό των 2.927,41 ευρώ το οποίο και της κατέβαλε. Τα μέρη υπέγραψαν το από 25-2-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής δανείου, στο οποίο καθορίστηκαν οι όροι με τους οποίους η εναγομένη θα επέστρεφε στον πατέρα του ενάγοντος το πιο πάνω ποσό. Στη συνέχεια η εναγομένη, ισχυριζόμενη ότι η οικονομική της δυσχέρεια συνεχιζόταν και ότι βρισκόταν σε επείγουσα ανάγκη λήψης μετρητών, έλαβε από τον πατέρα του ενάγοντος το ποσό των -2.954,85-ευρώ, το οποίο ο τελευταίος δανείστηκε από την Τράπεζα Εurobank, προκειμένου να της το καταβάλει. Τα μέρη υπέγραψαν σχετικά το από 17-3-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής δανείου, στο οποίο καθορίστηκαν οι όροι με τους οποίους η εναγομένη θα επέστρεφε στον πατέρα του ενάγοντος το πιο πάνω ποσό. Παρά τη λήψη των παραπάνω δύο (2) δανείων, η εναγομένη εξακολούθησε να παραπονείται στον ενάγοντα για την οικονομική της αδυναμία και ζητούσε τη βοήθεια του για την αποπληρωμή των χρεών της, μεταξύ των οποίων και ένα ανοικτό δάνειο ποσού -3.000- ευρώ που είχε λάβει από την Εurobank, για το οποίο δεν είχε πληρώσει τις δόσεις αρκετό καιρό, με αποτέλεσμα λόγω των τόκων (δικαιοπραξίας και υπερημερίας) το ποσό να έχει αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Ο ενάγων υπέκυψε στις παρακλήσεις της και δέχθηκε να τη βοηθήσει με δάνειο, το οποίο η εναγομένη θα του επέστρεφε το μήνα Σεπτέμβριο του 2003, από το τίμημα ποσού -200.000-ευρώ που θα εισέπραττε από την πώληση οικοπέδων της στις ..., για την αγορά των οποίων ενδιαφέρονταν Γερμανοί επιχειρηματίες, κατά τις διαβεβαιώσεις της. Έτσι ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη τα ακόλουθα ποσά: α) τον Μάρτιο 2003 ποσό -2.400- ευρώ, το οποίο ο ενάγων έλαβε από την Τράπεζα Νοva Βαnk με προσωπικό του δάνειο, β) τον Μάϊο του 2003 ποσό 3.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων έλαβε από την Τράπεζα Πειραιώς με προσωπικό του δάνειο, γ) τον Μάϊο του 2003 ποσό 3.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων έλαβε με προσωπικό του δάνειο από την Τράπεζα Citibank, δ) τον Ιούνιο του 2003 ποσό 3.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων έλαβε από την Γενική Τράπεζα με προσωπικό του δάνειο, ε) τον Ιούνιο του 2003 ποσό 3.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων έλαβε από την Τράπεζα Αττικής με προσωπικό του δάνειο, και στ) τον Ιούλιο του 2003 ποσό 3.000 ευρώ, το οποίο ο ενάγων έλαβε από την Τράπεζα Εurobank με προσωπικό του δάνειο. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη δανείστηκε και έλαβε από τον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.400 ευρώ (2.400 + 3.000 + 3.000 + 3.000 + 3.000 + 3.000). Για τη δανειοδότηση αυτή η εναγομένη επεκαλείτο προς τον ενάγοντα τις οφειλές της προς διάφορες υπηρεσίες, Ταμεία, Τράπεζες και προμηθευτές, ύψους πολλών χιλιάδων ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δάνεισε επιπλέον στην εναγομένη τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, κατόπιν αιτήματος της, έχοντας τη συνεχή διαβεβαίωση της τελευταίας ότι θα του επιστρέψει τα χρήματα τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, όταν θα είχε πωλήσει τα οικόπεδα της στις ... και θα είχε εισπράξει το τίμημα: 1) στις 21-3-2003 το ποσό των 800 ευρώ, ποσό που προερχόταν από υπερανάληψη μετρητών από την Νοva Βank, 2) τον Μάϊο του 2003 το ποσό των 1.693,31 ευρώ, το οποίο ο ενάγων ανέλαβε από την πιστωτική του κάρτα ΝOVA ΒΑΝΚ VISΑ CLASSIC που εξέδωκε τον Απρίλιο του 2003, 3) τον Ιούνιο του 2003, το ποσό των 1.134,27 ευρώ, το οποίο προερχόταν από αναλήψεις μετρητών από την πιστωτική κάρτα ΓΕΝΙΚΗ VISΑ που εξέδωκε ο ενάγων τον παραπάνω χρόνο, 4) τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2003, το ποσό των 1.460 ευρώ, το οποίο προερχόταν από αναλήψεις μετρητών από την πιστωτική κάρτα Εurobank Visa WWF που εξέδωκε ο ενάγων τον Μάϊο του 2003, 5) τον Φεβρουάριο, Μάϊο και Αύγουστο του 2003, το ποσό των 350 ευρώ, το οποίο προερχόταν από αναλήψεις μετρητών από την πιστωτική κάρτα Eurobank Mastercard που ο ενάγων είχε ήδη στη κατοχή του, 6) τον Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάϊο και Αύγουστο του 2003 το ποσό των 1.030 ευρώ, το οποίο προερχόταν από αναλήψεις μετρητών από την πιστωτική κάρτα Εurobank Euroline, που ο ενάγων είχε ήδη στη κατοχή του και 7) τον Απρίλιο του 2003 το ποσό των 880,32 ευρώ, το οποίο προερχόταν από υπερανάληψη μετρητών από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Τα παραπάνω ποσά δαπανήθηκαν από την εναγομένη για την κάλυψη προσωπικών της εξόδων και καθημερινών αναγκών της. Επίσης η εναγομένη έλαβε στη κατοχή της ένα πλυντήριο ρούχων Βrandt αξίας 524,88 ευρώ και ένα κλιματιστικό μηχάνημα Sunair αξίας 584 ευρώ τα οποία αγοράσθηκαν με τη πιστωτική κάρτα του ενάγοντος από τα καταστήματα ΕLEPHANT και ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ, αντίστοιχα. Δηλαδή, συνολικά, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που ο ενάγων και η εναγομένη διατηρούσαν σχέση, ο πρώτος δάνεισε, τη δεύτερη, σε μετρητά και με την παροχή των πιο πάνω ειδών το συνολικό ποσό των 25.856,78 ευρώ (17.400 + 800 + 1.693,31 + 1.134,27 + 1.460 + 350 + 1.030 +,880,32 + 524,88 + 584). Για τις παραπάνω καταβολές, λόγω της σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους και της εμπιστοσύνης που ο ενάγων είχε προς την εναγομένη, δεν συντάχθηκε έγγραφο. Περί τα τέλη του μηνός Αυγούστου του 2003 η εναγομένη είπε στον ενάγοντα ότι οι Γερμανοί επιχειρηματίες δεν ενδιαφέρονται να αγοράσουν τα οικόπεδα της και ότι θα έπρεπε να αναμένει επ' αόριστον την επιστροφή του δανείου. Ο ενάγων, ο οποίος είχε ήδη περιέλθει σε δυσχερή oικονομική θέση, αφού ως μισθωτός, είχε περιορισμένα έσοδα και δυσκολευόταν να αποπληρώσει τις δόσεις των δανείων και των πιστωτικών καρτών που είχε λάβει και εκδώσει, αντίστοιχα, ζήτησε επίμονα την επιστροφή του δανείου, το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου του 2003. Στις 8-9-2003 σε επεισόδιο που έγινε μεταξύ των διαδίκων, μέσα στο κατάστημα της εναγομένης, η τελευταία αρνήθηκε οποιαδήποτε οφειλή της προς τον ενάγοντα και επικαλέστηκε ότι κανένα έγγραφο δεν είχε ο ενάγων στα χέρια του που να αποδεικνύει τη καταβολή του παραπάνω ποσού. Στο διαπληκτισμό των διαδίκων παρενέβη ο Δ. Δ., φίλος της εναγομένης, ο οποίος εξύβρισε, απείλησε, χτύπησε τον ενάγοντα και τον εκδίωξε από το κατάστημα της εναγομένης. Επί μηνύσεως του ενάγοντος κατά του Δ. Δ., ο τελευταίος, δυνάμει της 429/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών μηνών για τη σωματική βλάβη του ενάγοντος, ενώ για την εξύβριση και την απειλή έπαυσε υφ' όρου η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 31 Ν. 3346/2005. Μετά το επεισόδιο αυτό, ο ενάγων διέκοψε το δεσμό του με την εναγομένη, πλήρως απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων και με την από 10-6-2004 εξώδικη δήλωση του προς αυτήν, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη την 11-6-2004 κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση δανείου και συνεπώς το δάνειο κατέστη αποδοτέο στον ενάγοντα μετά την πάροδο μηνός από καταγγελία, ήτοι από 12-7-2004 και εφεξής. Η εναγομένη ισχυρίσθηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναλαμβάνει με την έφεση της, ότι ο δεσμός της με τον ενάγοντα κράτησε μέχρι το Πάσχα του 2003 (27-4-2003) ότε του ζήτησε η ίδια να χωρίσουν, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα διέθετε οικονομική αυτοτέλεια και φερεγγυότητα και τα αναφερόμενα στην αγωγή περί δανείου δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, ότι στις συμβάσεις παροχής δανείου με τον πατέρα του ενάγοντος αναφέρεται εικονικά ότι το ακίνητο της στις ... βαρύνεται με προσημείωση και ότι η ίδια βρισκόταν σε αδυναμία να δανειοδοτηθεί από Τράπεζα. Ακόμη, ισχυρίζεται ότι το ποσό, που αναφέρεται στην αγωγή ως δάνειο του ενάγοντος προς αυτή, ο τελευταίος το διέθεσε για την κάλυψη των αναγκών της οικογενείας του (οικονομική συνδρομή στην αδελφή του για να αποπληρώσει το τίμημα της κατοικίας που είχε αγοράσει η τελευταία το 2002, κάλυψη δαπάνης δύο εξωσωματικών γονιμοποιήσεων της αδελφής του, ανακαίνιση των κατοικιών της μητέρας και αδελφής του, αγορά νέων ηλεκτρικών συσκευών για τις κατοικίες τους, πληρωμή δαπάνης θερινών διακοπών της αδελφής του στις ..., επιστροφή βοηθήματος ανατροφής τέκνου στο ΙΚΑ που βάρυνε την αδελφή του). Από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν δεν επιβεβαιώθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί. Η κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως Α. Κ., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και της μάρτυρος Γ. Ν. στην υπ' αριθμ. .../2007 ένορκη βεβαίωση, δεν κρίνονται πειστικές λόγω της σφοδρής αντιδικίας που υπάρχει μεταξύ αυτών και της οικογένειας του ενάγοντος από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 και εφεξής, όπως αυτή αποτυπώνεται σε σωρεία μηνύσεων που έχουν κατατεθεί σε βάρος τους. Με την υπ' αριθμ. 2954/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), οι πιο πάνω μάρτυρες, μεταξύ και άλλων προσώπων, υποχρεώθηκαν να παραλείπουν στο μέλλον κάθε εξυβριστική, απειλητική και προσβλητική για την τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητα του ενάγοντος και των γονέων του συμπεριφορά, με εξυβριστικές φράσεις ή χαρακτηρισμούς ή ενέργειες, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της από 7-10-2004 αγωγής για προσβολή της προσωπικότητας τους. Την ως άνω κρίση δεν αναιρεί η υπ' αριθμ. 1062/2006 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς για την μάρτυρα ανταποδείξεως. Περαιτέρω, η κατάθεση του μάρτυρος Ν. Μ. στην υπ' αριθμ. .../2007 ένορκη βεβαίωση δεν είναι στοιχείο επαρκές και ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο τούτο σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητας των παραπάνω ισχυρισμών της εναγομένης, ενόψει της σαφούς και μετά λόγου γνώσεως κατάθεσης της μάρτυρος αποδείξεως Α. Κ. και του μάρτυρος Γ. Κ., που περιέχεται στην υπ'αριθμ. .../2006 ένορκη βεβαίωση, από τις συνδυασμένες καταθέσεις των οποίων συνάγεται η σύναψη του επίδικου δανείου. Η αμέσως προηγούμενη κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο αλλεπάλληλος δανεισμός του ενάγοντος από Τράπεζες, ο οποίος έπεται χρονικά του δανεισμού της εναγομένης από τον πατέρα του, καταδεικνύει ότι ο ενάγων βρέθηκε σε έκτακτη και επιτακτική ανάγκη εξεύρεσης μετρητών σε χρονικό διάστημα έξι (6) μόλις μηνών, τέτοια δε ανάγκη δεν μπορεί να θεωρηθεί η κάλυψη των αναγκών της μητέρας και της αδελφής του, που προαναφέρθηκαν. Πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη υπήρξε ιδιαίτερα πιεστική προς τον ενάγοντα προκειμένου να της δώσει τα χρήματα και, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία που έτρεφε ο τελευταίος στο πρόσωπο της, δεν δίστασε να μετέλθει και απειλές περί χωρισμού τους, προκειμένου να κάμψει την διστακτικότητα του ενάγοντος. Εξάλλου, τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα-εναγομένη: δηλαδή α) το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για το οικονομικό έτος 2004, ήτοι για τη χρήση του έτους 2003, β) το με ημερομηνία 26-2-2003 αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο, ισχύος έξι μηνών, από το οποίο προκύπτει ότι η εναγομένη ήταν ενήμερη για χρέη της προς το Δημόσιο κατά τον παραπάνω χρόνο, γ) η από 23-6-2004 βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας που εξέδωσε το ΙΚΑ, ισχύος έξι μηνών, από την οποία προκύπτει ότι η εναγομένη δεν όφειλε προς αυτό ληξιπρόθεσμες οφειλές για το έτος 2004, δ)το υπ'αριθμ.πρωτ..../13-10-2009 έγγραφο του ΤΕΒΕ, σύμφωνα με το οποίο η εναγομένη έχει καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές και ε)το με ημερομηνία 13-7-2004 πρόσθετο σύμφωνο στεγαστικού δανείου ποσού 125.000 ευρώ που έλαβε από την Εμπορική Τράπεζα στις 13-7-2004, δεν αναιρούν την πιο πάνω εκτίμηση των αποδείξεων και δεν ανατρέπουν αυτά που η ίδια η εναγομένη συνομολόγησε στα από 25-2-2003 και από 17-3-2003 ιδιωτικά συμφωνητικά παροχής δανείου για την οικονομική της κατάσταση. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, η εναγόμενη παραπονείται για την καταδίκη της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ποσού χιλίων (1.000) ευρώ, άλλως ότι το ποσό των δικαστικών εξόδων είναι υπερβολικό. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με βάση την αρχή της ήττας που διέπει το δικονομικό δίκαιο, ο διάδικος που εν μέρει νικήθηκε καταδικάζεται στη πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων (αρθρ. 178 § 1, 183 ΚΠολΔ), το δε ύψος των δικαστικών εξόδων είναι ανάλογο με την έκταση της ήττας της εναγομένης και στη προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι'αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.11γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (βλ.Ολ.ΑΠ 2/2008). Μη λήψη πάντως δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύεται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τους δύο πρώτους κατά σειρά λόγους προβάλλονται οι αναιρερικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 και 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη και αξιολόγησε (α) τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας (αα) ότι ο ερωτικός δεσμός των διαδίκων διήρκεσε μέχρι 27-4-2003 και (ββ) ότι τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής χρηματικά ποσά ως δάνειο προς εκείνη διέθεσε ο αναιρεσίβλητος για την κάλυψη των αναγκών της οικογενείας του. Προφανές είναι ότι πρόκειται για πραγματικά επιχειρήματα προς επιβεβαίωση από ουσιαστική άποψή της αρνήσεως της αναιρεσείουσας της ιστορικής βάσεως της αγωγής περί καταρτίσεως μετ' αυτής των θεμελιωτικών των αξιώσεων του αναιρεσίβλητου συμβάσεων δανείου και επομένως δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ώστε να στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγο αναιρέσεως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά το ίδιο το αναιρετήριο λήφθηκαν υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας με την σχηματισθείσα αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του και (β) κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος (αα) το εκκαθαριστικό σημείωμα για το οικονομικό έτος 2004, (ββ) το από 26-2-2003 ενημερωτικό σημείωμα για χρέη προς το Δημόσιο, (γγ) την από 26-3-2004 βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας του ΙΚΑ, (δδ) το από 13-7-2004 πρόσθετο σύμφωνο λήψεως στεγαστικού δανείου από την Εμπορική Τράπεζα, ποσού 125.000,00 ευρώ και (εε) την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσείουσας Α. Κ. και την με επιμέλεια αυτής δοθείσα στον Ειρηνοδίκη Πειραιώς .../28-2-2007 ένορκη βεβαίωση των Γ. Ν. και Ν. Μ.. Από την βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, τα με στοιχ. (β) αποδεικτικά μέσα και όλα τα ανεξαιρέτως προσκομιζόμενα, μετ' επικλήσεως, από τους διαδίκους έγγραφα, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ'αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν τα εν λόγω με στοιχ. (β) αποδεικτικά μέσα, με ειδική αναφορά και αξιολόγησή τους. Επομένως οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, με τους οποίους παράλληλα ανεπιτρέπτως πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ελέγχονται ως αβάσιμοι. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο απομένων προς έρευνα τρίτος και τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, με γενική αναφορά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, εναντιώνεται στο αναιρετικώς ανέλεγκτο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αναφέρεται στα επιβληθέντα σε βάρος της αναιρεσείουσας δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Σημειώνεται ότι δεν διαλαμβάνεται στην παρούσα διάταξη περί δικαστικών εξόδων λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος από τον νικώντα αναιρεσίβλητο, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο του Γεώργιο Λιάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς παράλληλα να καταθέσει προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 52/20-6-2011 αίτηση για αναίρεση της 753/29-10-2010 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ