Αριθμός 2117/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα- Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαϊρη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Νοεμβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: Χ1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Πατρών, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 155-156/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Απριλίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 975/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού, με αριθμό 265/27-6-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω την με αριθμ. 32/24-4-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1 και ήδη κρατουμένου στις φυλακές Πατρών κατά ης με αριθμ. 155-156/19-4-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για καλλιέργεια ινδικής κάνναβης ως τοξικομανής με σκοπό την εμπορία και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 474§2 και 476§1 ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη ΄΄&2 Στην έκθεση πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται το ένδικο μέσο κατά δε την δεύτερη. Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από τον νόμο για την άσκηση του , καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο και σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος προβλέπει ρητά ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο προκύπτει ότι στην έκθεση αναίρεσης στην οποία περιέχεται η δήλωση του αναιρεσείοντα περί του ότι ασκεί αναίρεση κατά συγκεκριμένου βουλεύματος ή απόφασης πρέπει να περιλαμβάνεται κατά ρητή διάταξη του ΚΠΔ τουλάχιστον ένας βάσιμος και παραδεκτός λόγος άσκησης αναίρεσης άλλως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη. Η έλλειψη δε αυτή δεν συμπληρώνεται από άλλα εκτός της έκθεσης έγγραφα (ΑΠ 728/2004 ΠΧ ΝΕ 256ΑΠ 775/2004 ΠΧ ΝΕ 260). Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης πρέπει στην έκθεση να περιλαμβάνονται λόγοι που να είναι σαφείς. Και σαφείς και ορισμένοι λόγοι αναίρεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχουν όταν στην έκθεση εκτίθενται περιστατικά από τα οποία προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο πλημμέλειες στις οποίες κατά τον αναιρεσείοντα υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση Περαιτέρω ανύπαρκτοι, ασαφείς, αόριστοι λόγοι, και μη δεκτικοί δικαστικής εκτίμησης δεν είναι δυνατό ν' αποτελέσουν λόγους άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ. 295/ 2001 Π.Χ ΝΑ 975, ΑΠ 2397/2004 ΠΧ ΝΕ 822). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του περιεχομένου της έκθεσης αναίρεσης δεν προκύπτει έκθεση συγκεκριμένου λόγου τον οποίο να εκθέτει και να επικαλείται ο κατηγορούμενος και ο οποίος πλέον της αναφοράς του ότι ζητά την αναίρεση της με αριθμ. 155-156/19-4-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του , αναφέροντας μόνο την διάταξη του νόμου, δεν εκθέτει ειδικά περιστατικά τα οποία να συνιστούν ελλείψεις ή πλημμέλειες περί την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης βάσει των οποίων να είναι δυνατό να συναχθεί συγκεκριμένη έλλειψη ή πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης και για τον λόγο αυτό η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει ν΄ απορριφθεί εκ του λόγου αυτού. Δια ταύτα Προτείνω όπως: Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 32/24-4-2007 αίτηση αναίρεσης του Χ1 και ήδη κρατουμένου στις φυλακές Πατρών κατά της με αριθμ. 155-156/19-4-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 3000 ευρώ για καλλιέργεια ινδικής κάνναβης ως τοξικομανής με σκοπό την εμπορία σαν απαράδεκτη. Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω. Αθήνα την 18-6-2007 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι ειδοποιήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 509 παρ. 1 και 510 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως κατά βουλευμάτων και αποφάσεων, πρέπει, στη δήλωση ασκήσεώς της, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους αυτή ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος αναιρέσεως, από τους αναφερόμενους στα άρθρα 484, προκειμένου περί βουλευμάτων, και 510 του ΚΠΔ, προκειμένου περί αποφάσεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη και, ως τέτοια, απορρίπτεται, χωρίς άλλη παραπέρα έρευνα (476 παρ. 1, 513 παρ. 1 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναιρέσεως, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ειδικότερα, για να είναι σαφής και ορισμένος και εντεύθεν παραδεκτός ο προβλεπόμενος στις διατάξεις των άρθρων 484 στοιχείο δ, ή 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, της ελλείψεως της απαιτούμενης, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει: α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια του προσβαλλόμενου βουλεύματος ή αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η σχετική αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της αποφάσεως. Στην κρινόμενη 32/24-4-2006 έκθεση αναιρέσεως, κατά της 155-156/19-4-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, ο αναιρεσείων Χ1 ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, για αγορά και καλλιέργεια ναρκωτικών (ινδικής κάνναβης), ως τοξικομανής για "έλλειψη ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης η οποία απαιτείται από το Σύνταγμα και το Νόμο, καθώς και για όσους άλλους λόγους έχει να προσθέσει δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του". Έτσι, όμως, όπως έχει διατυπωθεί ο λόγος αυτός, χωρίς να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίστανται οι ελλείψεις της αιτιολογίας, σε σχέση με τις κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε ποιά κεφάλαια αυτής ανάγονται και ποιά πραγματικά περιστατικά δεν περιέχονται με πληρότητα σ' αυτήν, πρέπει, να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, λόγω παντελούς αοριστίας αυτού. Μετά από αυτά και την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος (κατά την επί του φακέλου σημείωση του αρμόδιου Γραμματέα) και τη μη εμφάνισή του, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 32/24-4-2007 έκθεση αναιρέσεως του Χ1 και ήδη κρατουμένου της Κλειστής Φυλακής Πατρών, κατά της 155-156/19-4-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Και Kαταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Νοεμβρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ