Αριθμός 712/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέργιο Σπυρόπουλο και Ευαγγελία Καστρινάκη και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2007 αγωγή του ήδη αναιρείοντος και την από 26/8/2008 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο …. και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/2/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 200/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων της αναιρετικής δίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 8-8-2014 και με αριθμό κατάθεσης 57/2014 έφεση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, κατά της με αριθμό 30/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …., η οποία δέχθηκε την από 14-12-2007 και με αριθμό κατάθεσης 179/2007 αγωγή του αναιρεσείοντος και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη, με βάση τις διατάξεις από την ανώμαλη παρακαταθήκη, να του καταβάλει το ποσό των 1.569.580,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις διακρίσεις που γίνοναι στην απόφαση αυτή. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τη δεύτερη και τρίτο των εφεσιβλήτων, εναγομένους σε ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης και μη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε την έφεση ως προς την κύρια αγωγή του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε ως προς το κεφάλαιο αυτό την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ένεκα απόσβεσης της ένδικης απαίτησης του ενάγοντος, που συντελέσθηκε με την πρόταση του μονομερούς εξώδικου συμψηφισμού ισόποσης ανταπαίτησης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). ΙΙ. Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να το χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη. Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 παρ.1 ΑΚ, έχουν σ' αυτή εφαρμογή, τόσο η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθέμενων σ' αυτή χρημάτων, όσο και η διάταξη του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του (ΑΠ 867/2021, ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 854/2017, ΑΠ 1220/2014, ΑΠ 356/2013). Οι ίδιες παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στις προθεσμιακές καταθέσεις σε τράπεζα, αφού συνιστούν δάνειο ορισμένου χρόνου διάρκειας (ΑΠ 867/2021). Περαιτέρω, τα άρθρα 440 και 441 AK, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο, ότι, " Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι, "συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου, με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ, ΑΠ 486/2016). Η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαίτησης γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γέννησής τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζομένων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 695/2020, ΑΠ 1057/2019, ΑΠ 953/2019, ΑΠ 84/2019). Σύμφωνα δε με το άρθρο 450 εδ.α' ΑΚ "Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο". Το απαράδεκτο αυτό του συμψηφισμού, το οποίο συνιστά απαγόρευση που προσλαμβάνει χαρακτήρα γενικής κύρωσης κατά του αδικήσαντος, ο οποίος υποχρεούται σε καταβολή εξ ολοκλήρου της οφειλής του, αφορά τον οφειλέτη και όχι το δανειστή της αποζημίωσης. Ο οφειλέτης, δηλαδή, της αποζημίωσης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο (δράστης) δεν μπορεί να προτείνει οποιαδήποτε ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό έναντι του δικαιούχου της αποζημίωσης (θύματος) και όχι το αντίστροφο (ΑΠ 1129/2007, ΑΠ 654/2007, ΑΠ 1066/2004, ΑΠ 844/1999, ΑΠ 419/1987). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθ.8 του ίδιου άρθρου, νοούνται, δηλαδή, ως πράγματα οι ουσιώδεις και γι' αυτό ασκούντες επίδραση στην έκβαση της δίκης νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελειωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης κλπ (ΑΠ 1046/2013, ΑΠ 247/202, ΑΠ 1209/2010). Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 76/2013, ΑΠ 1115/2012, ΑΠ 1/2008, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 1339/2007, ΑΠ 1238/2007). Για τη βασιμότητα του παρόντος λόγου δηλαδή, θα πρέπει το δικαστήριο να δεχθεί πράγματα χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 2040/2013, ΑΠ 1179/2013, ΑΠ 1072/2012, ΑΠ 273/2011). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν". Ο αναιρετικός λόγος στην πρώτη περίπτωση (11 περ.α') ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ, ή περιλαμβάνεται, δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης της υπόθεσης (ΑΠ 639/2009), ή όταν επιτρέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1638/1986, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1509/2014). Ιδιαίτερο δε από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 Κ.Πολ.Δ, και των άρθρων 395, 398, 406-409, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ.2 εδαφ. β' του προϊσχύσαντος Κ.Πολ.Δ και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί. Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί ακόμη και χωρίς κλήτευση, όχι στο πλαίσιο της δίκης που διεξάγεται, αλλά άλλης δίκης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ή διαζυγίου (ΑΠ 566/2001, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 1342/2010, ΑΠ 913/2008), δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα (ΑΠ 438/2018) και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός εάν, κατά την κυριαρχική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, αυτές έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν και στη δίκη για την οποία κρίνεται η διαφορά (ΑΠ 1148/2002, ΑΠ 100/2007). Για το παραδεκτό του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων και ότι το ανεπίτρεπτο λήψης υπόψη του αποδεικτικού μέσου είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 99/2016, ΑΠ 1132/2013, ΑΠ 835/2008, ΑΠ 1416/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, Σ. Δ. του Π., κάτοικος ..., την 6η Ιουνίου 2007 συνήψε με το ….. υποκατάστημα … της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, - στην οποία είχε κωδικό πελάτη …….. - σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομά του ορίζοντας ως συνδικαιούχο αυτής τον πατέρα του, Σ. Π. του Δ. (με κωδικό πελάτη της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ………), δυνάμει της οποίας [προθεσμιακής κατάθεσης] δέσμευσε στον υπ' αριθ. ………. λογαριασμό [ως χρεούμενο), τον οποίο τηρούσε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, για το χρονικό διάστημα από 6-6-2007 μέχρι 12-9-2007, ήτοι για ενενήντα οκτώ (98| ημέρες, το ποσό των 2.379.333,52 ευρώ, με επιτόκιο 4,1000%, με τόκους (προ φόρων) 26.556,01 ευρώ, φόρο τόκων 2.655,60 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως πιστούμενο) που τηρούσε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, το ποσό των 2.403.233,93 ευρώ. Για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. ……… απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία υπογράφηκε από τους τότε νόμιμους εκπροσώπους του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη ….., ήτοι την τότε Διευθύντρια του εν λόγω υποκαταστήματος, Α. Α. και τον Υποδιευθυντή αυτού, Κ. Σ., δεν φέρει όμως την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Εν συνεχεία, την 18η Ιουνίου 2007, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνήψε με το ίδιο ως άνω υποκατάστημα …… της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, νέα σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομα του ορίζοντας πάλι ως συνδικαιούχο αυτής τον πατέρα του, Σ. Π. του Δ., δυνάμει της οποίας [νέας προθεσμιακής κατάθεσης] δέσμευσε στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως χρεούμενο], τον οποίο τηρούσε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, για το χρονικό διάστημα από 18-6-2007 μέχρι 27-9-2007, ήτοι για εκατόν μία [101] ημέρες, το ποσό του 1.553.816,61 ευρώ, με επιτόκιο 4,1200%, με τόκους (προ φόρων) 17.960,39 ευρώ, φόρο τόκων 1.796,04 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως πιστούμενο], το ποσό των 1.569.980,96 ευρώ. Για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. ……… απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία υπογράφηκε από τους ίδιους ως άνω, τότε νόμιμους εκπροσώπους του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη ….., Α. Α. και Κ. Σ., δεν φέρει όμως ούτε αυτή την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Ακολούθως, την 29η Ιουνίου 2007, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνήψε με το ίδιο ως άνω υποκατάστημα ….. της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, νέα σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομά του, ορίζοντας πάλι ως συνδικαιούχο αυτής τον πατέρα του, Σ. Π. του Δ., δυνάμει της οποίας [νέας προθεσμιακής κατάθεσης] δέσμευσε στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως χρεούμενο], για το χρονικό διάστημα από 29-6-2007 μέχρι 2-10-2007, ήτοι για ενενήντα πέντε (95) ημέρες, το ποσό των 608.436 ευρώ, με επιτόκιο 3,8218%, με τόκους (προ φόρων) 6.136,26 ευρώ, φόρο τόκων 613,63 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως πιστούμενο], το ποσό των 613.958,63 ευρώ. Για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. ………. απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία υπογράφηκε από τους ίδιους ως άνω, τότε νόμιμους εκπροσώπους του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη ….., Α. Α. και Κ. Σ., δεν φέρει όμως ούτε αυτή την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Περαιτέρω, την 12η Ιουλίου 2007, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνήψε με το ίδιο ως άνω υποκατάστημα …. της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, νέα σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομά του, ορίζοντας πάλι ως συνδικαιούχο αυτής τον πατέρα του, Σ. Π. του Δ., δυνάμει της οποίας [νέας προθεσμιακής κατάθεσης] δέσμευσε στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως χρεούμενο], για το χρονικό διάστημα από 12-7-2007 μέχρι 18-10-2007, ήτοι για ενενήντα οκτώ. [99] ημέρες, το ποσό του 1.321.024,41 ευρώ, με επιτόκιο 4,1700%, με τόκους (προ φόρων) 14.995,83 ευρώ, φόρο τόκων 1.499,58 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως πιστούμενο], το ποσό του 1.334.520,66 ευρώ. Για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. ……. απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία υπογράφηκε από τους ίδιους ως άνω, τότε νόμιμους εκπροσώπους του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη …, Α. Α. και Κ. Σ., δεν φέρει όμως ούτε αυτή την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 12η Ιουλίου 2007, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνήψε με το ίδιο ως άνω υποκατάστημα … της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, νέα σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομά του, ορίζοντας πάλι ως συνδικαιούχο αυτής τον πατέρα του, Σ. Π. του Δ., δυνάμει της οποίας [νέας προθεσμιακής κατάθεσης] δέσμευσε στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως χρεούμενο], για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα από 12-7-2007 μέχρι 18-10-2007, ήτοι για ενενήντα οκτώ [98] επίσης ημέρες, το ποσό των 2.035.392,12 ευρώ, με το ίδιο ως άνω επιτόκιο, ποσοστού 4,1700%, με τόκους (προ φόρων) 23.105,09 ευρώ, φόρο τόκων 2.310,51 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως πιστούμενο], το ποσό των 2.056.186,70 ευρώ. Για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3086787 απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία υπογράφηκε από τους ίδιους ως άνω, τότε νόμιμους εκπροσώπους του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη …., Α. Α. και Κ. Σ., δεν φέρει όμως ούτε αυτή την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Τέλος, την 19η Ιουλίου 2007, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος συνήψε με το ίδιο ως άνω υποκατάστημα …. της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, νέα σύμβαση προθεσμιακής κατάθεσης στο όνομά του, ορίζοντας πάλι ως συνδικαιούχο αυτής τον πατέρα του, Σ. Π. του Δ., δυνάμει της οποίας [νέας προθεσμιακής κατάθεσης] δέσμευσε στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως χρεούμενο], για το χρονικό διάστημα από 19-7-2007 μέχρι 30-10-2007, ήτοι για εκατόν τρεις [103] ημέρες, το ποσό των 3.813.581,03 ευρώ, με επιτόκιο 4,2000%, με τόκους (προ φόρων) 45.826,53 ευρώ, φόρο τόκων 4.582,65 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής στον ίδιο ως άνω λογαριασμό [ως πιστούμενο] το ποσό των 3.854.824,91 ευρώ. Για την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης εκδόθηκε η υπ' αριθ. …….. απόδειξη προθεσμιακής κατάθεσης, η οποία υπογράφηκε από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη ….., Υποδιευθυντή αυτού, Κ. Σ. και τον υπάλληλο Κ. Σ., δεν φέρει όμως ούτε αυτή την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Καίτοι δεν αμφισβητείται από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία η σύναψη των ανωτέρω έξι [6] συμβάσεων προθεσμιακής κατάθεσης εντός του χρονικού διαστήματος ενάμιση μηνός (ήτοι από 6-6-2007 έως 19-7-2007) μεγάλων χρηματικών ποσών, ανερχόμενων συνολικά στο ποσό των [2.379.333,52 + 1.553.816,61 + 608.436 + 1.321.024,41 + 2.035.392,12 + 3.813.581,03] 11.711.584 ευρώ, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ενώ όλες οι ανωτέρω έξι [6] αποδείξεις προθεσμιακής κατάθεσης έχουν υπογραφεί από τους τότε νομίμους εκπροσώπους του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη …., με πρώτη υπογραφή αυτή της τότε Διευθύντριας του εν λόγω υποκαταστήματος, Α. Α., καμία εξ αυτών δεν φέρει την υπογραφή του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι την 12-9-2007, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος μετέβη στο υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη …. και ζήτησε τη ρευστοποίηση της υπ' αριθ. ………. προθεσμιακής κατάθεσης, λήξης της ίδιας ημέρας, ποσού κατά τη λήξη της 2.403.233,93 ευρώ. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία δια των προστηθέντων υπαλλήλων της του υποκαταστήματος … τον πληροφόρησε ότι η αιτουμένη ρευστοποίηση ήταν αδύνατη διότι εκκρεμούσε λογιστικός έλεγχος στην Τράπεζα. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, προσέφυγε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών …, ο οποίος κάλεσε σε παροχή εξηγήσεων τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, Διευθυντή στο ευρισκόμενο στη …, υποκατάστημά της, Α. Τ., ο οποίος αυθημερόν προσερχόμενος ενώπιον των αρμοδίων οργάνων του Α.Τ. … ανέφερε ότι τα χρήματα του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου δεν μπορούσαν να του αποδοθούν για το λόγο ότι υπήρχε ποινική διαδικασία σε εξέλιξη και τον προέτρεψε, να απευθυνθεί στα κεντρικά της διοίκησης της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, που χειρίζονταν το θέμα (βλ. σχετ. και το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. πρωτ ……..-2007 αντίγραφο από το Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων του Αστυνομικού Τμήματος … της Αστυνομικής Διεύθυνσης ….). Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την από …..-2007 Εξώδικη Δήλωση Συμψηφισμού, την οποία επέδωσε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, την 14-9-2007 στη …., όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου …, Δ. Ν. επί του σώματος του εξωδίκου (καθώς και την 17-9-2007, στη διεύθυνση κατοικίας του στην Αθήνα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ……….2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Β. Γ.), κοινοποιούμενη και στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών …… (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ………-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου …., Δ. Ν.), ανέφερε αφενός α] ότι μέρος του ποσού των 2.403.233,93 ευρώ της ως άνω υπ' αριθμ. …….. προθεσμιακής κατάθεσης λήξης την 12-7-2007, είχε νομίμως δεσμευθεί για την εξασφάλιση απαίτησής της προερχόμενη από την υπ' αριθμ. ……….. σύμβαση δανείου, την οποία είχε καταρτίσει με τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και ότι ο τελευταίος μετά την εξόφληση του δανείου ανέλαβε το υπόλοιπο ποσό της ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης και αφετέρου β] ότι ερευνώντας από την 19-7-2007 μέχρι την 14-9-2007, την αξιόποινη δραστηριότητα της άλλοτε υπαλλήλου αυτής [εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας] στο υποκατάστημα …..Α. Α., διαπίστωσε μεταξύ των λοιπών παράνομων ενεργειών της, ότι κατέβαλε σε ορισμένους πελάτες και μεταξύ αυτών και στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, υπεραποδόσεις επί των προθεσμιακών τους καταθέσεων, πέραν των αναγραφομένων επί των εκάστοτε προθεσμιακών καταθέσεων και ότι ο ρυθμός και το ύψος των υπεραποδόσεων ειδικά για αυτόν [ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο] έχει με βάση τον πίνακα, που ακολουθεί, ως εξής: ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ ΠΟΣΟ ΣΕ ΕΥΡΩ ΠΑΝΩΤΟΚΙΑ ΣΕ ΕΥΡΩ 5/5/2003 8/5/2003 82.722 44 5/5/2003 8/5/2003 54.738 29 8/5/2003 9/6/2003 142.493 825 13/5/2003 9/6/2003 100.000 489 6/6/2003 6/8/2003 410.000 4.578 9/6/2003 9/9/2003 242.921 4.109 2/7/2003 2/9/2003 2.970.000 33.810 6/8/2003 7/11/2003 541.389 9.258 2/9/2003 6/10/2003 3.099.130 19.405 9/9/2003 10/11/2003 254.040 2.896 6/10/2003 6/11/2003 3.304.355 18.950 6/11/2003 8/1/2004 3.309.507 38.166 7/11/2003 9/1/2004 543.885 6.291 10/11/2003 15/12/2003 254.821 1.649 11/11/2003 15/12/2003 100.000 629 15/12/2003 17/2/2004 355.550 4.209 16/12/2003 17/2/2004 70.000 815 8/1/2004 10/3/2004 3.319.992 38.080 9/1/2004 11/3/2004 545.608 6.258 15/1/2004 17/2/2004 100.000 614 17/2/2004 6/5/2004 527.082 7.749 18/2/2004 6/5/2004 75.000 1.088 10/3/2004 10/5/2004 3.510.344 39.852 11/3/2004 15/4/2004 547.310 3.565 19/3/2004 15/4/2004 140.000 705 15/4/2004 15/6/2004 688.447 7.815 6/5/2004 12/7/2004 604.538 7.527 10/5/2004 13/7/2004 3.510.344 41.749 11/5/2004 13/7/2004 25.615 299 15/6/2004 17/8/2004 690.529 8.060 12/7/2004 15/9/2004 606.498 7.304 13/7/2004 16/9/2004 3.546.645 42.712 17/8/2004 17/11/2004 692.583 11.805 15/9/2004 15/12/2004 608.406 10.257 16/9/2004 18/11/2004 3.557.531 41.525 17/11/2004 15/2/2005 778.000 12.856 18/11/2004 22/11/2004 3.568.114 2.644 22/11/2004 16/12/2004 2.000.000 8.893 22/11/2004 24/1/2005 1.568.114 18.139 26/11/2004 24/1/2005 160.000 1.733 30/11/2004 24/1/2005 155.540 1.570 15/12/2004 15/2/2005 611.086 6.956 16/12/2004 20/12/2004 2.002.323 1.481 20/12//2004 16/2/2005 2.002.653 21.294 29/12/2004 16/2/2005 125.900 1.131 30/12/2004 16/2/2004 64.873 570 19/1/2005 24/1/2005 80.000 73 24/1/2005 23/3/2005 1.969.444 21.005 15/2/2005 26/4/2005 1.394.271 17.974 16/2/2005 19/5/2005 2.199.624 37.268 16/2/2005 23/3/2005 110.000 710 23/3/2005 28/6/2005 2.085.062 37.304 4/4/2005 26/4/2005 150.000 608 26/4/2005 29/6/2005 1.549.316 18.288 19/5/2005 28/7/2005 2.209,743 28.530 16/6/2005 24/6/2005 100.000 147 28/6/2005 27/9/2005 2.094.669 35.157 29/6/2005 30/8/2005 1.554.274 17.773 22/7/2005 27/7/2005 140.000 129 27/7/2005 4/8/2005 140.035 206 28/7/2005 27/10/2005 2.217.477 37.219 2/8/2005 4/8/2005 85.000 31 4/8/2005 11/8/2005 225.100 290 11/8/2005 25/8/2005 300.178 775 25/8/2005 1/9/2005 330.388 426 30/8/2005 1/12/2005 1.559.092 26.743 1/9/2005 15/9/2005 330.504 853 15/9/2005 27/9/2005 330.735 732 27/9/2005 29/11/2005 2.104.438 24.453 27/9/2005 11/10/2005 410.934 1.061 11/10/2005 21/10/2005 550.000 1.014 21/10/2005 10/11/2005 550.275 2.028 27/10/2005 26/1/2006 2.228.323 36.837 10/11/2005 29/11/2005 1.050.825 3.677 29/11/2005 31/1/2006 3.162.951 35.148 4/1/2006 1/2/2006 1.056.632 5.218 26/1/2006 27/3/2006 2.239.577 23.627 31/1/2006 11/4/2006 3.174.159 38.883 1/2/2006 13/4/2006 1.498.259 18.615 7/2/2006 15/2/2006 501.110 713 15/2/2006 13/4/2006 700.845 9.176 27/3/2006 28/6/2006 2.247.371 46.852 28/3/2006 6/4/2006 2.000.000 4.035 31/3/2006 3/4/2006 200.000 134 6/4/2006 12/4/2006 700.000 941 11/4/2006 12/7/2006 3.187.491 65.736 13/4/2006 16/5/2006 1.504.642 11.140 13/4/2006 17/5/2006 702.406 5.353 16/5/2006 30/5/2006 1.507.621 4.731 17/5/2006 30/5/2006 203.807 593 30/5/2006 9/8/2006 1.714.568 26.881 28/6/2006 30/6/2006 1.000.000 441 28/6/2006 29/9/2006 447.370 9.187 28/6/2006 30/6/2006 2.000.000 883 29/6/2006 29/9/2006 600.000 11.960 30/6/2006 12/7/2006 110.000 286 12/7/2006 12/10/2006 3.206.552 63.671 12/7/2006 29/9/2006 210.849 3.595 9/8/2006 9/11/2006 1.721.338 33.652 29/9/2006 29/11/2006 1.000.000 12.776 29/9/2006 8/1/2007 287.933 6.026 12/10/2006 11/1/2007 3.229.046 60.482 9/11/2006 15/2/2007 1.733.967 34.457 14/11/2006 15/2/2007 502.669 9.479 15/11/2006 17/11/2006 400.000 167 17/11/2006 30/11/2006 520.000 1.415 29/11/2006 28/2/2007 1.005.033 18.469 30/11/2006 15/12/2006 520.526 1.622 11/12/2006 8/1/2007 3.000.000 16.963 15/12/2006 28/2/2007 521.180 7.893 8/1/2007 11/4/2007 2.000.000 37.045 8/1/2007 11/4/2007 1.298.054 24.043 11/1/2007 18/4/2007 3.500.000 67.617 12/1/2007 26/1/2007 100.000 282 1/2/2007 29/6/2007 600.000 17.439 15/2/2007 22/5/2007 2.257.255 42.530 28/2/2007 14/6/2007 1.537.912 31.698 11/4/2007 12/7/2007 2.017.205 35.982 11/4/2007 12/7/2007 1.309.220 23.353 18/4/2007 19/7/2007 3.531.658 62.996 22/5/2007 6/6/2007 2.277.603 6.624 14/6/2007 18/6/2007 1.553.195 1.164 1.793.667 6/6/2007 12/9/2007 2.379.334 43.720 18/6/2007 27/9/2007 1.553.817 29.643 29/6/2007 2/10/2007 608.436 10.918 12/7/2007 27/9/2007 1.321.024 12/7/2007 18/10/2007 2.035.392 19/7/2007 30/10/2007 3.813.581 84.281 ΣΥΝΟΛΟ 1.877.948 Περαιτέρω, στο ίδιο ως άνω εξώδικο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ανέφερε ότι η ως άνω Διευθύντρια του υποκαταστήματος …., Α. Α., η οποία κατέβαλε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο σε μετρητά υπεραποδόσεις, και ότι ο τελευταίος [ενάγων και ήδη εφεσίβλητος] τις εισπράττατε, παρά το γεγονός ότι ο αναγραφόμενος σε καθεμία από τις παραπάνω προθεσμιακές καταθέσεις τόκος υπολείπετο του εισπραττομένου από αυτόν [ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο], αντλούσε τα συγκεκριμένα ποσά, από άλλους λογαριασμούς, χωρίς τη γνώση της ίδιας (εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας] και επομένως προκάλεσε σε αυτήν ισόποση ζημία και ότι όποιο ποσό ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος εισέπραξε ως υπεραπόδοση συνιστά ζημία δική της [εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας] και κατά το ισόποσο αδικαιολόγητο πλουτισμό του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου. Περαιτέρω, στο ίδιο ως άνω εξώδικο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, αφού ανέφερε: α] ότι η ανωτέρω διαπίστωση της στηρίζεται σε χειρόγραφα σημειώματα που βρέθηκαν στο υποκατάστημα, σε πληροφορίες των ίδιων των υπαλλήλων του υποκαταστήματος, σε διασταύρωση τραπεζικών εργασιών, από τις οποίες προκύπτει ότι ποσό στεγαστικού δανείου, το οποίο ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος έλαβε από άλλη Τράπεζα οδηγήθηκε σε προθεσμιακή κατάθεση του σε αυτήν [εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία], β] ότι, εκτός από την προθεσμιακή κατάθεση, η οποία έληγε στις 12-9-2007, το προϊόν της οποίας διατέθηκε εν μέρει για την εξόφληση του δανείου του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και εν μέρει του αποδόθηκε, συνομολογούσε ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος είναι δικαιούχος, μεταξύ των άλλων, και των εξής προθεσμιακών καταθέσεων, έκδοσης της: α) της υπ' αριθ. …….. προθεσμιακής κατάθεσης, λήξεως την 27-9-2007, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 1.569.980,96 ευρώ, β) της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης, λήξεως την 2-10-2007, ποσού καιά κεφάλαιο και τόκους 613.958,63 ευρώ, στις οποίες (προθεσμιακές καταθέσεις] περιλαμβάνεται η προς αυτήν (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία], εξουσιοδότηση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου να τις χρησιμοποιεί για την κάλυψη κάθε πρόσθετης οφειλής του τελευταίου και του δήλωνε ότι αυτή [εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία] διατηρεί σε βάρος του αξίωση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, η οποία έχει παραχθεί από δικό του αδικαιολόγητο πλουτισμό σε βάρος της περιουσίας της, και ότι για το λόγο αυτό αντιτάσσει σε συμψηφισμό τη συγκεκριμένη ληξιπρόθεσμη απαίτησή της, συνολικού ποσού 1.877.948 ευρώ και ότι ρητά του δήλωνε ότι ουδένα ποσό θα του καταβληθεί την 27-9-2007 και το ποσό της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης, ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 1.569.980,96 ευρώ, θα αχθεί κατά κεφάλαιο και τόκους σε εξόφληση μέρους της ανταπάντησής της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του και περαιτέρω ότι για την ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου της ανταπάντησής της και συγκεκριμένα για το ποσό των [1.877.948-1.569.980, 96] 307.967,04 ευρώ θα παρακρατήσει μέρος της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης, λήξεως την 2-10-2007 συνολικού ποσού κατά κεφάλαιο και τόκους 613.958,63 ευρώ και ότι με το υπόλοιπο και συγκεκριμένα με το ποσό των [613.958,63 -307.967,04] 305.991,59 ευρώ, θα πιστώσει τον αναγραφόμενο στην προθεσμιακή κατάθεση λογαριασμό ταμιευτηρίου. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 17-9-2007 Εξώδικη Απάντηση και Πρόσκληση μετά Διαμαρτυρίας και Δηλώσεως, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, την 19-9-2007 (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. …..-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Σ. Σ.), κοινοποιούμενη και στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ζακύνθου (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου …, Δ. Ν.), αρνούμενος "και αποκρούοντας μετά βδελυγμίας ως εξωφρενικώς αναληθές, αβάσιμο, κακόπιστο και προσχηματικό και το οποίο έβλαψε ανεπανόρθωτα την τιμή και υπόληψη του ως ατόμου και επιχειρηματία", απάντησε ότι από τετραετίας περίπου συνεργαζόταν με το υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη ….., από όπου κατάγεται και όπου ασκεί από ετών και σχεδόν εξ ολοκλήρου και την επιχειρηματική του δραστηριότητα, ήτοι την ανέγερση και πώληση οικοδομών και ότι στο ανωτέρω υποκατάστημα, τόσο αυτός [ενάγων και ήδη εφεσίβλητος] όσο και ο πατέρας του, ο οποίος μέχρι της συνταξιοδότησής του ασκούσε όμοια επιχειρηματική δραστηριότητα, έχουν προβεί και σε διαδοχικές τοποθετήσεις σοβαρών ποσών από τα εισοδήματά τους σε κοινούς λογαριασμούς προθεσμιακών καταθέσεων, για κάθε δε κατάθεση έχει εκδοθεί και αντίστοιχο παραστατικό, όπου σαφώς αναγράφεται το ποσό, το επιτόκιο, οι τόκοι και η ημερομηνία απόδοσης, με πίστωση του αναγραφομένου στο παραστατικό λογαριασμού του ταμιευτηρίου. Ότι στα πλαίσια της καλής συνεργασίας τους με το άνω υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και με δεδομένη τη φερεγγυότητά του (καταθέσεις, ακίνητα), την 27-3-2006 καταρτίσθηκε και σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με βάση την οποία του χορηγήθηκε, με την εγγύηση του πατέρα του Π. Σ., πίστωση μέχρι του ποσού των 2.000.000 ευρώ και με τους αναφερομένους στη σύμβαση αυτή όρους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την 6-6-2007 έγινε στο ανωτέρω υποκατάστημα προθεσμιακή κατάθεση στο όνομά του, με συνδικαιούχο τον πατέρα του, για ποσό 2.379.333,52 ευρώ με επιτόκιο 4,10% και με ημερομηνία απόδοσης την 12-9-2007 και ότι το αποδοτέο ποσό με τους τόκους ανερχόταν σε 2.403.233,93 ευρώ, ότι την 12-9-2007 προσήλθε στο υποκατάστημα και ζήτησε, όπως από το ποσό της άνω κατάθεσης μέρος αυτής και ειδικότερα για 2.000.000 ευρώ να γίνει ανανέωση για τρεις [3] μήνες και το υπόλοιπο να αχθεί σε πίστωση του λογαριασμού ταμιευτηρίου και ότι από τον Διευθυντή του υποκαταστήματος του δηλώθηκε ότι η κατάθεση έχει δεσμευθεί, λόγω "ποινικής διαδικασίας" και ότι "έχει ενημερωθεί και ο Εισαγγελέας …. από τον Πρόεδρο του νομικού συμβουλίου της Τράπεζας" και ότι θα πρέπει να απευθυνθεί στη Διοίκηση της Τράπεζας, ότι έμεινε εμβρόντητος από τη δήλωση αυτή και την αυθαίρετη και παράνομη άρνηση του εκπροσώπου του υποκαταστήματος, ότι διαμαρτυρήθηκε έντονα και κατέφυγε αμέσως στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών ….., στον οποίο εξέθεσε τα παράπονά του και ότι κατόπιν σχετικής παραγγελίας του προς τον Αστυνόμο του Α.Τ. και μετά από σχετικές συστάσεις του τελευταίου, ο Διευθυντής του υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας του δήλωσε, δίκην εκβιασμού, ότι μπορεί να αποδοθεί το προϊόν της κατάθεσης, υπό τον όρο να εξοφληθεί από αυτό ο άνω αλληλόχρεος λογαριασμός και ότι δεν δέχθηκε τις αντιρρήσεις του συνισταμένες στο ότι, αφενός μεν ο αλληλόχρεος λογαριασμός δεν έχει κλείσει και το υπόλοιπο αυτού είναι συνεχώς ενήμερο και αφετέρου ότι συνεχίζει να είναι πλήρως ασφαλισμένο με μεγαλύτερο ποσό καταθέσεών του, οι οποίες διαδοχικά ανανεώνονται, όπως εζήτησε και για την παραπάνω αναφερομένη. Παράλληλα, αφού ανέφερε ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προέβη στην ως άνω εξώδικη δήλωσή της για λόγους δικούς της την επομένη της κατά άνω προσφυγής του στις Αρχές και ότι στην εξώδικη αυτή δήλωση γίνεται αποσιώπηση των ανωτέρω και ότι κατά προφανή κακοποίηση του καθήκοντος αληθείας, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ισχυρίζεται ψευδέστατα ότι δήθεν στις 12-9-2007 "....τελικά, όπως νόμιμα του απέδειξε μέρος του ποσού είχε νομίμως δεσμευθεί για την εξασφάλιση απαιτήσεως της Τράπεζας" και ότι επικαλείται σαθρά, έωλα, υποθετικά και εκτός λογικής επιχειρήματα, που, εκτός των άλλων, προσβάλλουν δεινώς την προσωπικότητά του, ότι μένει κατάπληκτος ότι δήθεν από την άλλοτε διευθύντρια του υποκαταστήματος ….. (Α.. Α.) έχει εισπράξει στο από 5-5-2003 έως 19-7-2007 χρονικό διάστημα επί μέρους κονδύλια, που παρατίθενται σε πίνακα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "υπεραποδόσεις επί των προθεσμιακών καταθέσεων", συνολικού ποσού 1.877.948 ευρώ και ότι επομένως η τελευταία [εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία] διατηρεί σε βάρος του δήθεν αξίωση ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, η οποία έχει παραχθεί από δήθεν δικό του αδικαιολόγητο πλουτισμό και για το λόγο αυτό αντιτάσσει αυτή σε συμψηφισμό και ότι για τους κατά τα άνω καινοφανείς, απαραδέκτους, ψευδείς, αβάσιμους, κακόπιστους, φανταστικούς και συκοφαντικούς σε βάρος του ισχυρισμούς της, που διασύρουν βάναυσα την τιμή και υπόληψή του και για την εν γένει αυθαίρετη, παράνομη, απαράδεκτη και ζημιογόνα σε βάρος του συμπεριφορά αυτής [εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας] διαμαρτυρόταν εντονότατα, με την επιφύλαξη δε κάθε δικαιώματός του, για αποκατάσταση κάθε περιουσιακής και μη ζημίας του, προσκαλούσε την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία όπως: α) την 27-9-2007 το ποσό της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης του, ποσού 1.569.980,96 ευρώ, να αχθεί σε πίστωση του τηρουμένου στο άνω υποκατάστημά της υπ' αριθ. ... λογαριασμού του ταμιευτηρίου, ο οποίος και αναγράφεται στο αποδεικτικό (ομόλογο) της ως άνω προθεσμιακής κατάθεσης και β) την 2-10-2007 το ποσό της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης του, ποσού 613.958,63 ευρώ να αχθεί επίσης σε πίστωση του ιδίου ως άνω λογαριασμού του ταμιευτηρίου, άλλως, ήτοι σε αντίθετη περίπτωση, επέρχονται οι συνέπειες της υπερημερίας της από της επομένης της λήξης των άνω καταθέσεων και της δήλωνε ότι θα προβεί στις κατά νόμο ενέργειες ενώπιον των αρμοδίων Δικαστικών και Διοικητικών Αρχών για την προστασία των εννόμων συμφερόντων του. Περαιτέρω, όσον αφορά την εξέλιξη των ανωτέρω έξι [6] προθεσμιακών καταθέσεων του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, συνολικού ποσού 11.832.705,79 ευρώ, αποδεικνύεται ότι: 1] Η υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση χρησιμοποιήθηκε την 13-9-2007 για την εξόφληση του υπ' αριθμ. ... δανείου ποσού 2.021.560 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό αυτής [προθεσμιακής κατάθεσης] αποδόθηκε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο την 14-9-2007 με την έκδοση σχετικής τραπεζικής επιταγής με την ένδειξη ... (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση αντίγραφο κίνησης του υπ' αριθ. ... λογαριασμού του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου για το χρονικό διάστημα από 5-9-2007 έως 5-10-2007), την εξόφληση δε αυτή δέχθηκε ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ως συνομολογεί στην από 14-12-2007 (αριθ. εκθ. καταθ. …..-2007) αγωγή του. 2) Η υπ'αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση, ποσού 1.569.980,96 ευρώ, κατά τη λήξη της, την 27-9-2007, πιστώθηκε ολόκληρη στον υπ' αριθ. …….. [ΑΠΤ ΚΛΟΠΩΝ- ΥΠΕΞ] εσωτερικό λογαριασμό της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας (όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση εκτύπωση από το ηλεκτρονικό της αρχείο), για την κάλυψη των επικαλούμενων από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία παρανόμως, ληφθέντων από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο παρανόμων τόκων [υπεραποδόσεων]. 3] Η υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση ποσού 613.958,63 ευρώ, κατά τη λήξη της, την 2-10-2007, πιστώθηκε κατά ένα μέρος και δη κατά το ποσό των 307.967,04 ευρώ στον ίδιο ως άνω υπ' αριθ. ... [ΑΠΤ ΚΛΟΠΩΝ- ΥΠΕΞ] εσωτερικό λογαριασμό της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ενώ το υπόλοιπο ποσό των [613.958,63 - 307.967,04) 305.991,59 ευρώ αποδόθηκε κανονικά στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο (όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση αντίγραφο κίνησης του υπ' αριθ. ... λογαριασμού του για το χρονικό διάστημα από 5-9-2007 έως 5-10-2007). 4) Οι λοιπές τέσσερις, υπ' αριθ. ..., ... και ... προθεσμιακές καταθέσεις του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, του αποδόθηκαν στο ακέραιο κατά τη λήξη τους. Συνεπώς, η διαφορά των διαδίκων εδράζεται στο ποσό του 1.877.948 ευρώ, το οποίο η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία θεωρώντας ότι διατηρούσε έναντι του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου ως ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, αμοιβαία ανταπαίτηση, απορρέουσα από αδικαιολόγητο πλουτισμό του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου από την εκ μέρους του είσπραξη σε μετρητά υπεραποδόσεων με βάση τον αναφερόμενο στην εξώδικη δήλωσή της πίνακα, μονομερώς και εξωδίκως συμψήφισε:i] ολικά με τη ληξιπρόθεσμη την 27-9-2007 αξίωση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου από την υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση, ποσού 1.569.980,96 ευρώ και ii) εν μέρει, ήτοι κατά το ποσό των 307.967,04 ευρώ, με τη ληξιπρόθεσμη την 2-10-2007 αξίωση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου από την υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση ποσού 613.958,63 ευρώ. Περαιτέρω, όσον αφορά τον ανωτέρω μονομερή εξώδικο συμψηφισμό αποδεικνύεται ότι συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση, συμπλεκτικώς οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α] Οι απαιτήσεις ήταν "αμοιβαίες", δηλ. ο δανειστής της μιας ήταν συγχρόνως και οφειλέτης της άλλης και αντιστρόφως, αφού απαραίτητη προϋπόθεση του συμψηφισμού με μονομερή δήλωση είναι η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, υπό την έννοια ότι η οφειλέτρια της προερχόμενης από την κατάρτιση των ανωτέρω προθεσμιακών καταθέσεων, κύριας απαίτησης εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ήταν συγχρόνως και δανείστρια της απορρέουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό ανταπάντησης, που διατηρούσε σε βάρος του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και αντίστοιχα ο δανειστής της προερχόμενης από την κατάρτιση των ανωτέρω προθεσμιακών καταθέσεων κύριας απαίτησης - ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ήταν συγχρόνως και οφειλέτης της απορρέουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό ανταπάντησης της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ..., β] Οι απαιτήσεις, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο πρότασης του συμψηφισμού ..., ήταν "ομοειδείς" κατά αντικείμενο, αφού ομοειδείς είναι οι απαιτήσεις των οποίων τα αντικείμενα έχουν τα ίδια γνωρίσματα, και εν προκειμένω ήταν χρηματικές και από τα δύο μέρη, χωρίς να απαιτείται συνάφεια των απαιτήσεων (βλ. Μιχ. Μαργαρίτη όπ.π. υπό άρθρα 440-452, αρ. 7 σελ. 393), γ] Οι απαιτήσεις ήταν "υποστατές και έγκυρες" και ειδικότερα για το υποστατό της απορρέουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό ανταίτησης, το οποίο αρνείται ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, γίνεται λόγος κατωτέρω, δ] Οι απαιτήσεις ήταν "αγώγιμες" και "ληξιπρόθεσμες", με την επισήμανση ότι κατά το χρόνο πρότασης του συμψηφισμού αρκούσε το γεγονός ότι ληξιπρόθεσμη ήταν η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, αφού η προθεσμία τάχθηκε υπέρ του οφειλέτη ... και ε] Ο συμψηφισμός είχε σαφές συμβατικό θεμέλιο και συγκεκριμένα τον προαναφερθέντα όρο 3 των ως άνω προθεσμιακών καταθέσεων και ήταν νομικά επιτρεπτός (αρθρ. 450, 451 ΑΚ) ..., αφού δεν αντίκειται απαγορευτική διάταξη νόμου ..., με την επισήμανση στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, η οποία έχει αποδεχθεί προθεσμιακή κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, και ως εκ τούτου στις ανωτέρω προθεσμιακές καταθέσεις τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 5638/ 1932 "περί καταθέσεως εις κοινόν λογαρισμόν", ως ρητώς αναγράφεται και στις σχετικώς συνταχθείσες αποδείξεις, μπορούσε να προτείνει, εναντίον του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου συνδικαιούχου, ως οφειλέτη της από αδικαιολόγητο πλουτισμό, συμψηφισμό της κατ' αυτού ανταπαίτησής της, για το σύνολο της προθεσμιακής κατάθεσης επειδή γνώριζε ότι η κατάθεση "ανήκε" -κατά τον τρόπο που θα αναπτυχθεί κατωτέρω- κατά το ποσό που αφορά ο συμψηφισμός στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο συνδικαιούχο οφειλέτη της .... Συνεπώς, ενόψει του ότι η εκπλήρωση της παροχής δεν αποκλείεται να γίνει χωρίς την καταβολή χρημάτων, αλλά με κάποιο άλλο τρόπο από τους προβλεπόμενους στο κεφάλαιο απόσβεσης των ενοχών (άρθρα 416-454 ΑΚ), όπως ο μονομερής συμψηφισμός (άρθ. 440 επ. ΑΚ) ..., εφόσον στην προκείμενη περίπτωση συνέτρεχαν συμπλεκτικώς οι ως άνω προϋποθέσεις του μονομερούς εξώδικου συμψηφισμού, επήλθαν τα αποτελέσματα αυτού, με τη μονομερή διαπλαστική δήλωση συμψηφισμού, την οποία απηύθυνε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προς τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο - δανειστή της κύριας απαίτησης. Επομένως, με την ως άνω δήλωση συμψηφισμού της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, η οποία [δήλωση] περιέχει διάθεση της ανταπαίτησης ..., συντελέσθηκε μονομερής εξώδικος συμψηφισμός, ο οποίος εξομοιώνεται με εξόφληση, αφού έγινε εγκύρως και επέφερε απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν και ειδικότερα επέφερε απόσβεση της απαίτησης του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου για απόδοση κατά την ημερομηνία λήξης και δη: i] την 27-9-2007, του προερχόμενου από ... προθεσμιακή κατάθεση ποσού -κατά κεφάλαιο και τόκους- των 1.569.980,96 ευρώ και ii] την 2-10-2007, του προερχόμενου από την υπ' αριθ. ... προθεσμιακή κατάθεση, μερικότερου ποσού των 307.967,04 ευρώ, αφού το άθροισμα των ανωτέρω ποσών [1.569.980,96 + 307.967,04] ανερχόμενο σε 1.877.948 ευρώ, κάλυπτε την ισόποση ανταπαίτηση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας απορρέουσα από αδικαιολόγητο πλουτισμό του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου από την εκ μέρους του είσπραξη σε μετρητά παράνομων τόκων [υπεραποδόσεων] με βάση τον αναφερόμενο στην εξώδικη δήλωση της πίνακα. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ο οποίος συνομολογεί με την από 14-12-2007 (αριθ. εκθ. καταθ. …..-2007) αγωγή του, ότι κατά της ασκούμενης με αυτήν απαίτησής του, ποσού 1.877.948 ευρώ, έχει προταθεί μονομερής εξώδικος συμψηφισμός, αρνείται την εκ μέρους της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας εξώδικη δήλωση συμψηφισμού αρνούμενος γενικά την ύπαρξη [το υποστατό] της απορρέουσας από αδικαιολόγητο πλουτισμό ανταπαίτησης, που η τελευταία προέβαλε σε συμψηφισμό. Αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα της ανταπαίτησης της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", που εδρεύει, σύμφωνα με το καταστατικό της, στην Αθήνα, διατηρεί, εκτός άλλων, από το έτος 2003 υποκατάστημα στη Ζάκυνθο, στο οποίο από τη σύστασή του προσελήφθη την 1-2-2003, προκειμένου να εργασθεί σε αυτό, ως Διευθύντρια η Α.-Θ. Α. του Δ.-Θωμά και της Μ. κάτοικος ..., η οποία διέθετε 15ετή προϋπηρεσία ως προς τις τραπεζικές εργασίες και γνώριζε πλήρως τις διαδικασίες διενέργειας των καθημερινών συναλλαγών κάθε καταστήματος, τα καθήκοντα όλων των υπαλλήλων και τα συστήματα ελέγχου και ασφάλειας που τηρούνται για την εξασφάλιση της ομαλής και νόμιμης λειτουργίας κάθε τραπεζικού υποκαταστήματος. Τη θέση αυτή της Διευθύντριας του υποκαταστήματος ….. διατήρησε η Α.-Θ. Α. μέχρι και την 3-8-2007, οπότε λύθηκε η σύμβαση εργασίας, που τη συνέδεε με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, μετά την εκ μέρους της τελευταίας -δια του νόμιμου εκπροσώπου της- υποβολής της από 3-8-2007 με ……./2007 μήνυσης εναντίον της ανωτέρω υπαλλήλου της, για αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες με το υπ' αριθ. 247/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών ….. παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου, ήτοι Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ….., ως υπαίτια για: α] υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα σε βάρος τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή, από την οποία το συνολικό όφελος που αποκόμισε ο υπαίτιος και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε στην τράπεζα υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ και β] ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βάρος τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, απο την οποία το συνολικό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ. Με το ίδιο ως άνω βούλευμα παραπέμφθηκε και ο εργαζόμενος από 1-3-2003 στο ίδιο ως άνω υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, τραπεζικός υπάλληλος με διευρυμένα καθήκοντα συμβούλου πελατείας και ανάπτυξης ιδιωτών, Δ. Γ. του Ν. και της Χ., κάτοικος ..., για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε βάρος τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή από την οποία το συνολικό όφελος και η ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσόν των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, και β) της άμεσης συνέργειας σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα σε βάρος τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή, από την οποία το συνολικό όφελος που αποκόμισε ο υπαίτιος και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε υπερβαίνουν το ποσόν των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Συγκεκριμένα η Α.-Θ. Α. (πρώτη κατηγορούμενη) παραπέμφθηκε ως υπαίτια του ότι: "α) Στη ……, κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Απριλίου του έτους 2003 έως τo δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 2007, τέλεσε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, δηλαδή ως υπάλληλος παράνομα ιδιοποιήθηκε χρήματα που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητάς της, μεταχειρίσθηκε δε ιδιαίτερα τεχνάσματα και το αντικείμενο της πράξης της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, καθόσον το όφελος που απεκόμισε και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε σε Τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό. Ειδικότερα: Ως Διευθύντρια του Υποκαταστήματος στη …… της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα επί της ... εκμεταλλευόμενη τη θέση της, επέτυχε να ιδιοποιηθεί παρανόμως σταδιακά μεγάλα χρηματικά ποσά με αυθαίρετες επεμβάσεις σε καταθετικούς λογαριασμούς και άλλες τραπεζικές αξίες δικαιούχων-πελατών της Τράπεζας, με την άμεση και καθοριστική συνδρομή των συγκατηγορουμένων της Δ. Γ., Δ. Κ. και Κ. Σ., που πραγματοποιήθηκε με τους εξής τρόπους: Εν αγνοία της Τράπεζας και του εμπλεκομένου κάθε φορά πελάτη, αλλά με τη σύμπραξη των συγκατηγορουμένων της, που εκτελούσαν τις αναγκαίες πράξεις στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας, προέβαινε σε πρόωρη παράτυπη ρευστοποίηση προθεσμιακών καταθέσεων ή λοιπών τραπεζικών αξιών (λ.χ. αμοιβαίων κεφαλαίων) πελατών και ιδιοποιείτο το προϊόν της ρευστοποιήσεως της καταθέσεως ή άλλης αξίας ή μεταβίβαζε τα διαθέσιμα αυτών των πελατών σε τρίτους - μη δικαιούχους, χωρίς τη γνώση των πραγματικών δικαιούχων. Οι συγκατηγορούμενοι - υφιστάμενοί της γνώριζαν επίσης ότι τα μετρητά, που προέρχονταν από τη ρευστοποίηση, κρατούσε η Διευθύντριά τους και ότι δεν κατέληγαν στον δικαιούχο, αφού εν γνώσει τους εκτελούσαν παράνομη εντολή της πρώτης κατηγορουμένης, χωρίς να είναι παρών ο πελάτης. Προκειμένου η πρώτη κατηγορουμένη να δικαιολογεί λογιστικά το έλλειμμα της ημέρας, που προέκυπτε από τις παράνομες αναλήψεις και την εγκληματική συμπεριφορά της, εμφάνιζε προσωρινά στους λογαριασμούς και τα στοιχεία της Τράπεζας τα ποσά, τα οποία στην πραγματικότητα αυτή είχε ιδιοποιηθεί, ότι δήθεν είχαν εισπραχθεί από τους συγκεκριμένους δικαιούχους - πελάτες του υποκαταστήματος ……. Εμφάνιζε δηλαδή, ότι οι ως άνω πελάτες της Τράπεζας είχαν δήθεν μεταβεί στο κατάστημα και είτε είχαν ρευστοποιήσει τις προθεσμιακές καταθέσεις τους ή λοιπές τραπεζικές αξίες και είχαν αναλάβει τα ποσά της ρευστοποίησης, είτε είχαν αναλάβει ποσά από λογαριασμούς καταθέσεων. Αποτέλεσμα αυτού του τεχνάσματος ήταν να εξαπατώνται οι αρμόδιοι υπάλληλοι του κεντρικού συστήματος παρακολούθησης εργασιών της Τράπεζας, διότι αυτό αποτύπωνε συναλλαγές, χωρίς ωστόσο να μπορεί να ελεγχθεί η εικονικότητα και ο παράνομος χαρακτήρας τους. Στην πραγματικότητα οι πελάτες στους οποίους η πρώτη κατηγορουμένη "χρέωνε" τα υπεξαιρεθέντα από την ίδια ποσά, δεν είχαν εμφανισθεί στην Τράπεζα, δεν είχαν ρευστοποιήσει τις καταθέσεις τους ή τις λοιπές αξίες, ούτε είχαν εισπράξει οποιοδήποτε ποσό και τέλος δεν είχαν υπογράψει οποιοδήποτε παραστατικό ανάληψης χρημάτων. Πολλές φορές εξάλλου η πρώτη κατηγορουμένη (Α.) με τη συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου [Γ.], που εκτελούσε τις συγκεκριμένες συναλλαγές στο ηλεκτρονικό σύστημα της Τράπεζας, προέβαινε απευθείας σε αναλήψεις χρηματικών ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών του υποκαταστήματος, τα οποία ιδιοποιείτο χωρίς τη γνώση ή την έγκριση του πελάτη και χωρίς αυτές οι αναλήψεις να συνδέονται με προηγούμενη ρευστοποίηση κάποιας προθεσμιακής κατάθεσης ή τραπεζικής αξίας. Περαιτέρω, η πρώτη κατηγορουμένη (Α.] με εντολές της προς τον δεύτερο κατηγορούμενο [Γ.], φρόντιζε να συνταχθούν από αυτόν παραστατικά αναλήψεων στο όνομα των πελατών, στους οποίους χρέωνε τα ποσά που εκείνη ιδιοποιείτο. Τα συγκεκριμένα παραστατικά, που εξασφάλιζαν, κατά τα τεχνάσματα της πρώτης κατηγορουμένης, τη συμφωνία του ταμείου, τα άφηνε συνήθως ανυπόγραφα και τα τηρούσε χωριστά, συγκεκριμένα στα συρτάρια του γραφείου της, ή του φοριαμού της ή στα συρτάρια του γραφείου του δευτέρου κατηγορουμένου. Επίσης σε πολλές περιπτώσεις οι πρώτη και δεύτερος των κατηγορουμένων κατέστρεφαν εκ των υστέρων αυτά τα παραστατικά. Άλλες φορές κατόρθωναν να εξαπατήσουν τον πελάτη και να υφαρπάξουν την υπογραφή του, παρουσιάζοντάς του ότι επρόκειτο να εκτελέσουν άλλη συναλλαγή (π.χ. άνοιγμα προθεσμιακής κατάθεσης), ενώ προέβαιναν σε ανάληψη και ιδιοποίηση του ποσού. Σε κάποιες περιπτώσεις, που μνημονεύονται κατωτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος έθετε επί των παραστατικών υπογραφές τελείως διαφορετικές από αυτές του πελάτη. Σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις, οι συγκεκριμένες συναλλαγές που αποτυπώνονταν στα παραστατικά, ήσαν αυθαίρετες και σαφώς παράνομες, αφού ο πελάτης-δικαιούχος του λογαριασμού δεν είχε δώσει την εντολή ή τη συγκατάθεσή του για τη διενέργειά τους. Εξάλλου, όταν ο δικαιούχος της προθεσμιακής καταθέσεως ή άλλης τραπεζικής αξίας ή απλού λογαριασμού, από τον οποίο είχαν γίνει αυθαίρετες αναλήψεις, εμφανιζόταν πραγματικά στο υποκατάστημα της ….. και είτε ζητούσε πληροφορίες για την προθεσμιακή κατάθεσή του ή τις λοιπές τραπεζικές του αξίες, ή την ανανέωση ή ρευστοποίησή τους, είτε την είσπραξη του αντιστοίχου ποσού ή την ανάληψη χρημάτων από τον λογαριασμό ταμιευτηρίου, η πρώτη κατηγορουμένη, με την αναγκαία πάντοτε συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου [Γ.], προέβαινε σε μια ακόμη μεθόδευση, προκειμένου να μην αντιληφθεί ο πελάτης ότι ο λογαριασμός του είχε παρανόμως "χρεωθεί" από την ίδια, δηλαδή ότι είχε προηγηθεί υπεξαίρεση χρηματικού ποσού. Συγκεκριμένα, επειδή τα στοιχεία του υποκαταστήματος δεν απέδιδαν την εικόνα του λογαριασμού που γνώριζε ο πελάτης, δηλαδή, αφού μετά τις αξιόποινες πράξεις των κατηγορουμένων ο πελάτης εμφανιζόταν (στο σύστημα της Τράπεζας) να μην έχει πλέον προθεσμιακή κατάθεση ή άλλη τραπεζική αξία, ούτε και διαθέσιμο υπόλοιπο στο λογαριασμό του, όπως αντιθέτως εύλογα ο ίδιος νόμιζε, η πρώτη κατηγορουμένη [Α.] είτε του "ανανέωνε" την προθεσμιακή κατάθεσή του, είτε του κατέβαλε το ποσό που αντιστοιχούσε σε αυτήν ή το ποσό που ζητούσε να αναλάβει από το λογαριασμό του. Στη συνέχεια φρόντιζε να καλύψει το καταβληθέν ποσό από άλλη προθεσμιακή κατάθεση άλλου πελάτη που δεν είχε πραγματικά ρευστοποιηθεί ή από άλλο λογαριασμό καταθέσεων, παριστάνοντας, ψευδώς, ότι ο εν λόγω πελάτης είχε μεταβεί στο κατάστημα και είχε ζητήσει είτε τη ρευστοποίηση της προθεσμιακής καταθέσεώς του, ή άλλης τραπεζικής αξίας, είτε την ανάληψη από λογαριασμό καταθέσεων ποσού αντιστοίχου με αυτό που υπεξαιρέθηκε, εκδίδοντας ταυτόχρονα και το σχετικό ανυπόγραφο παραστατικό. Με τον τρόπο αυτό η πρώτη κατηγορουμένη (Α.) εξακολουθούσε να καλύπτει το υπεξαιρεθέν ποσό, χρεώνοντάς τo πλέον προσωρινά στο όνομα του πελάτη. Αν και αυτός ο τελευταίος εμφανιζόταν στο κατάστημα, για να ρευστοποιήσει και να εισπράξει πραγματικά τη δική του προθεσμιακή κατάθεση κ.λπ., η πρώτη κατηγορουμένη ακολουθούσε την ίδια διαδικασία, εξοφλώντας τον πελάτη αυτόν και χρεώνοντας προσωρινά, εικονικά και ψευδώς πάντοτε, κάποιον άλλο εν αγνοία του τελευταίου. Με τα ως άνω τεχνάσματα καθημερινά εμφάνιζε ψευδώς στις Κεντρικές Υπηρεσίες της Τράπεζας στην Αθήνα το ταμείο λογιστικά σύμφωνο, δηλαδή εμφάνιζε κατ' επίφαση το ταμείο ως κανονικό, αφού τα χρήματα που υπήρχαν σε αυτό ήταν αυτά που "έπρεπε" να υπάρχουν, σύμφωνα με τις συναλλαγές που είχαν διενεργηθεί, πολλές από τις οποίες όμως, όπως ήδη έχει εκτεθεί, ήσαν παράνομες, αυθαίρετες και εν αγνοία των πελατών. Σε πολλές περιπτώσεις επίσης η πρώτη κατηγορουμένη (Α.], για να καλύψει προηγούμενες αναλήψεις και υπεξαιρέσεις από λογαριασμούς πελατών, που δεν είχε "τακτοποιήσει" αυθημερόν, προέβαινε εικονικά και σε "κυκλικές μεταφορές ποσών" με την αναγκαία πάντοτε συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου [Γ.]. Συγκεκριμένα όταν προσερχόταν στο κατάστημα πελάτης, από λογαριασμό του οποίου είχε προηγηθεί αυθαίρετη ανάληψη και υπεξαίρεση κάποιου ποσού, οι πρώτη και δεύτερος των κατηγορουμένων προέβαιναν σε εικονική (χωρίς δηλαδή πραγματικό αντίκρισμα) κατάθεση του ποσού αυτού σε άλλον λογαριασμό, που οι ίδιοι είχαν ανοίξει στο όνομα του ίδιου πελάτη, εν αγνοία του και εν συνεχεία στη μεταφορά του κατατεθέντος ποσού στον κανονικό, γνωστό στον πελάτη, λογαριασμό, συνήθως μαζί με κάποιους υπερβολικούς, αχρεωστήτως, τόκους. Στη συνέχεια, όταν ο πελάτης αποχωρούσε από το κατάστημα πεπεισμένος ότι τα χρήματά του βρίσκονταν στον λογαριασμό του και ικανοποιημένος για τον ευνοϊκό εντοκισμό τους, τηρούσαν αντίστροφη διαδικασία: Μετέφεραν δηλαδή το ίδιο ποσό στο λογαριασμό, από τον οποίο προερχόταν, συνήθως στον κρυφό λογαριασμό του ίδιου πελάτη, και από εκεί γινόταν και πάλι ανάληψή του, ώστε να εξασφαλισθεί και η συμφωνία του ταμείου που είχε διαταραχθεί από την προηγηθείσα κατάθεση. Όλη η διαδικασία γινόταν με ανυπόγραφα παραστατικά και πάντοτε από τους πρώτη και δεύτερο των κατηγορουμένων. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι εμπλέκονταν εν προκειμένω, ο μεν δεύτερος [Γ.], ως χειριστής του ηλεκτρονικού υπολογιστή του ταμείου, που έδιδε τις εντολές διενέργειας των συναλλαγών και εκτύπωσης των παραστατικών, η δε πρώτη [Α.] από τη θέση της προϊσταμένης που συνέπραττε, αφού στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν αναγκαία η σύμπραξη του προϊσταμένου. Να σημειωθεί, ότι με το τέχνασμα των δεύτερων - κρυφών λογαριασμών η πρώτη κατηγορουμένη [Α.] κατόρθωνε να μην βλέπουν οι δικαιούχοι-πελάτες, στον κανονικό λογαριασμό τους την ένδειξη "ανάληψη", η οποία προφανώς θα τους υποψίαζε για τις αυθαίρετες αναλήψεις και υπεξαιρέσεις ποσών, αλλά μόνο τη λέξη "μεταφορά", που αυτή τους έπειθε ότι γινόταν για νόμιμους λόγους (π.χ. για τη δημιουργία προθεσμιακής κατάθεσης που επιθυμούσε ο πελάτης). Σε πολλές από τις περιπτώσεις, που αναφέρονται στη συνέχεια κατωτέρω προκύπτει, ότι η εν λόγω κατηγορουμένη [Α.] είχε ανοίξει τέτοιους κρυφούς λογαριασμούς, αγνώστους στους πελάτες και μέσω αυτών είχε επιτύχει να ιδιοποιηθεί παρανόμως μεγάλα χρηματικά ποσά. Πέραν τούτων και σε περιπτώσεις που ο πελάτης διέθετε κάποιον δεύτερο λογαριασμό, ο οποίος παρέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα αδρανής, οι πρώτη και δεύτερος των κατηγορουμένων προέβαιναν, κατά την προπεριγραφείσα συμμετοχή του έκαστος, και σε αυθαίρετη αλλαγή του λογαριασμού εναπόθεσης μιας πραγματικής προθεσμιακής κατάθεσης του πελάτη, χωρίς την εντολή ή την γνώση του. Με τον τρόπο αυτό κατόρθωναν κατά τη λήξη της προθεσμιακής κατάθεσης, η τελευταία να ρευστοποιείται και να μεταφέρεται στο σύνολό της στον κρυφό-άγνωστο στον πελάτη λογαριασμό, από τον οποίο στη συνέχεια η πρώτη κατηγορουμένη [Α.] ιδιοποιείτο ευχερώς τo ποσόν της, συνήθως με ανυπόγραφα παραστατικά αναλήψεων, που εξέδιδε ο δεύτερος κατηγορούμενος [Γ.]. Επιπλέον, μέρος των χρηματικών ποσών, τα οποία συγκέντρωνε η πρώτη κατηγορουμένη με την αναγκαία συνδρομή του δευτέρου και των λοιπών κατηγορουμένων, κατά περίπτωση, χρησιμοποιούσε για να προσπορίζει στους ίδιους καταθέτες - από τους λογαριασμούς των οποίων είχε κάνει παράνομες αναλήψεις - αλλά και σε άλλους, επιτόκιο καταθέσεως υψηλότερο από το αναγραφόμενο στην προθεσμιακή κατάθεση. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή η διάθεση χρημάτων στους πελάτες γινόταν με την δικαιολογία ότι αποτελούσαν πρόσθετους τόκους προθεσμιακών καταθέσεων των συγκεκριμένων πελατών, δηλαδή πέραν των αποδεκτών και εγκεκριμένων από τις κεντρικές υπηρεσίες της Τράπεζας, τους οποίους η πρώτη κατηγορουμένη, παρανόμως και αυθαιρέτως, υποσχόταν και παρείχε μόνη της στους πελάτες. Οι επιπλέον αυτοί τόκοι, είτε εισπράττονταν από τους πελάτες σε μετρητά, είτε κατετίθεντο στους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, συνήθως με ανυπόγραφα παραστατικά, χωρίς καταχώριση στο μηχανογραφικό σύστημα, οπότε και αυτές οι πράξεις δεν ήταν δυνατό να γίνουν αντιληπτές από τα κεντρικά όργανα ελέγχου της Τράπεζας. Στις εν λόγω περιπτώσεις οι τίτλοι προθεσμιακής κατάθεσης που η πρώτη κατηγορουμένη παρέδιδε στους πελάτες, ανέγραφαν μόνο το νόμιμο επιτόκιο που κατέβαλε η Τράπεζα και μόνον οι νόμιμοι τόκοι πιστώνονταν από το σύστημα στους λογαριασμούς των πελατών, αλλά όχι το επιπλέον ποσοστό τόκου που παρανόμως και αυθαιρέτως υποσχόταν και κατέβαλε η πρώτη κατηγορουμένη, συνήθως σε μετρητά, και σε πολλές περιπτώσεις προκαταβολικά, προκειμένου αυτή να είναι αρεστή στους πελάτες, ώστε οι τελευταίοι να μην υποψιάζονται τις υπεξαιρέσεις που η ίδια είχε διαπράξει από τους λογαριασμούς τους. Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πρώτη κατηγορουμένη, με τη συνδρομή του δευτέρου κατηγορουμένου, κατόρθωνε να συγκαλύπτει την εγκληματική δράση της, με τη χορήγηση στους πελάτες εικονικών -μη λογιστικοποιημένων προθεσμιακών καταθέσεων, για ποσά αντίστοιχα με αυτά που είχε προηγουμένως υπεξαιρέσει. ... Από την προπεριγραφείσα μεθοδευμένη αξιόποινη δραστηριότητα και την εφαρμογή του εγκληματικού σχεδίου της πρώτης κατηγορουμένης, αυτή υπό την ως άνω υπαλληλική της ιδιότητα, δηλαδή ως Διευθύντρια του υποκασταστήματος …… της Τράπεζας Πειραιώς, και με τις ανωτέρω ενέργειές της, που καθιστούσαν δυσχερή την αποκάλυψη της έκνομης δράσης της, καθώς επίσης με σύγχρονη εξαπάτηση των δικαιούχων καταθετικών λογαριασμών ή λοιπών τραπεζικών αξιών και των προϊσταμένων της, όπως επίσης των οργάνων ελέγχου των Κεντρικών Υπηρεσιών της Τράπεζας, κατόρθωσε να ιδιοποιηθεί παράνομα το συνολικό ποσόν των 43.787.396,92 ευρώ μολονότι στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά της ήταν η μέριμνα για τη διατήρηση και διαφύλαξη των χρημάτων και των λοιπών κινητών αξιών της Τράπεζας και των πελατών της, τα οποία αυτή κατείχε και η Τράπεζα της είχε εμπιστευθεί λόγω της θέσεώς της. Το προδιαληφθέν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό, η Τράπεζα, στα πλαίσια της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, που τη συνδέει με τους πελάτες της, υποχρεούται να αποδώσει στους τελευταίους, υφιστάμενη αντίστοιχη κατά το ποσό αυτό ζημία στην περιουσία της. β) Στη ……, κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 έως 31-7-2006, τέλεσε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος. Ήτοι: Με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα να καταρτίσει πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και με τον πρόσθετο σκοπό να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία σε βάρος Τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή, υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Ειδικότερα: Ως Διευθύντρια του Υποκαταστήματος στη ….. της Τράπεζας ……, με εκμετάλλευση της θέσεώς της και της εξ αυτής επιβολής της στους υφισταμένους της και λόγω της υπηρεσιακής εξαρτήσεως του δευτέρου κατηγορουμένου από την ίδια, αφού τον παρότρυνε με φορτικότητα, επέτυχε να τον πείσει να εκτελέσει κατ' εξακολούθηση τις αξιόποινες πράξεις πλαστογραφίας, που λεπτομερώς αναφέρονται κατωτέρω υπό το στοιχείο Β.β". Συγκεκριμένα ο Δ. Γ.. (αναφερόμενος στο παραπεμπτικό βούλευμα ως δεύτερος κατηγορούμενος) παραπέμφθηκε ως υπαίτιος του ότι: "με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα. Ήτοι: α) Στη ….., κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Απριλίου του έτους 2003 έως το δεύτερο δεκαήμερο του μηνός Ιουλίου του έτους 2007, τέλεσε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος. Συγκεκριμένα: Με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, δηλαδή της παράνομης ιδιοποίησης χρημάτων από υπάλληλο που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητάς του, μεταχειρίσθηκε δε ιδιαίτερα τεχνάσματα, καθώς και ο ίδιος, και το αντικείμενο της πράξης του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικά ανώτερης των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, καθόσον το όφελος που απεκόμισε ο δράστης και η αντίστονχη ζημία που ιτροξενήθηκε σε Τράπεζα που εδρεύει στην ημεδαπή υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό. Ειδικότερα: Ως υπάλληλος του υποκαταστήματος στη ….. της Τράπεζας ….., με διευρυμένες αρμοδιότητες και πολλαπλά καθήκοντα, τα οποία του είχε αναθέσει η πρώτη κατηγορουμένη (Α.), μεταξύ των οποίων ήταν και η δυνατότητα πρόσβασης αυτού σε λογαριασμούς πελατών, σε προθεσμιακές καταθέσεις, σε εντολές μεταφοράς κεφαλαίων, σε άνοιγμα κοινών λογαριασμών, ταμιευτηρίου ή όψεως, σε εντολές πληρωμής, σε διαχείριση εντολών συμψηφισμού κ.λπ., ως χειριστής ταμείου με κωδικό χρήστη 1118, παρέσχε ηθελημένα με γνώση συνδρομή και υποστήριξη στην κατ' εξακολούθηση τέλεση της κύριας πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από την πρώτη κατηγορουμένη, με άμεσα προς αυτήν βοηθητικές ενέργειες, χωρίς τις οποίες δεν ήταν μετά βεβαιότητας δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος αυτού υπό τις περιστάσεις, που τελέσθηκε, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα ανωτέρω σε βάρος 144 πελατών .... β) Στη ….., κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 έως 31-7-2006, τέλεσε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, ήτοι, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονότα που μπορούσαν να έχουν έννομες συνέπειες και με τον πρόσθετο σκοπό να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, το συνολικό δε όφελος και η αντίστοιχη ζημία σε βάρος Τράπεζας, που εδρεύει στην ημεδαπή, υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Ειδικότερα: Με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, εν αγνοία δικαιούχων καταθετικών λογαριασμών, έθεσε τις υπογραφές αυτών στα κατωτέρω παραστατικά αναλήψεως χρηματικών ποσών. Συγκεκριμένα: 1) Στην περίπτωση της Γ. Δ. του Σ. και σε συναλλαγές ανάληψης, που αφορούν στον υπ' αριθμ. ……… λογαριασμό της έθεσε, εν αγνοία της, την υπογραφή της στην θέση, που προβλέπεται για τον πελάτη-δικαιούχο, επί των από 1-2-2005, 2-2-2005 και 11-2-2005 παραστατικών ανάληψης των ποσών 50.000, 120.000 και 25.000 ευρώ, αντιστοίχως. 2) Στην περίπτωση του Α. Π. του Μ. και σε συναλλαγές ανάληψης, που αφορούν στον υπ' αριθ. ……. λογαριασμό του, έθεσε, εν αγνοία του, την υπογραφή του, στη θέση που προβλέπεται για τον πελάτη-δικαιούχο, επί των από ..-2005, …..-2006 και ….-2006 παραστατικών ανάληψης των ποσών 48.528,24, 15.000 και 50.000 ευρώ, ανπστοίχως. 3) Στην περίπτωση του Ν. Κ. του Γ. και σε συναλλαγές ανάληψης, που αφορούν στον υπ' αριθμ. …….. λογαριασμό του έθεσε, εν αγνοία του, την υπογραφή του, στην θέση που προβλέπεται για τον πελάτη-δικαιούχο, επί των από …-2005 και …..-2005 παραστατικών ανάληψης των ποσών 40.000 και 70.000 ευρώ, αντιστοίχως, και 4) Στην περίπτωση του Γ. Μ. του Θ. και σε συναλλαγή ανάληψης, που αφορά στον υπ' αριθμ. 5452-028942-776 λογαριασμό του, έθεσε, εν αγνοία του, την υπογραφή του, στην θέση που προβλέπεται για τον πελάτη - δικαιούχο, επί του από ….-2006 παραστατικού ανάληψης του ποσού των 65.000 ευρώ. Με τα ως άνω πλαστά παραστατικά, που κατάρτισε ο δεύτερος κατηγορούμενος ως χειριστής του ταμείου με τον κωδικό 1118 στις προαναφερόμενες "συναλλαγές", σκόπευε να προσπορίσει στην πρώτη κατηγορουμένη συνολικό περιουσιακό όφελος ποσού 483.528,24 ευρώ, με αντίστοιχη ισόποση ζημία της Τράπεζας …... Για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, τόσο η Α. Θ. Α.., όσο και ο Δ. Γ.. κηρύχθηκαν ένοχοι από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών, το οποίο με την υπ' αριθ. 340/2017 απόφαση του ειδικότερα: 1] κήρυξε την Α. - Θ. Α.. ένοχη: α] υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος Τράπεζας (….) που εδρεύει στην ημεδαπή, που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με την ιδιάζουσα επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1§1 Ν. 1608/1950, ήτοι υπεξαίρεσης τo αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και β) ηθικής αυτουργίας κατ' εξακολούθηση σε πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση σε βάρος Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή (…..), το δε όφελος και η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, πράξεων που τελέστηκαν από αυτήν από αρχές Απριλίου 2003 έως το δεύτερο 10ήμερο Ιουλίου 2007 στη …… και την καταδίκασε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για την πρώτη πράξη και σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έξι (6) ετών για τη δεύτερη πράξη και 2] κήρυξε τον Δ. Γ.., ένοχο το με ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2δ' ΠΚ: α) άμεσης συνέργειας κατ' εξακολούθηση σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση σε βάρος τράπεζας (…..), που εδρεύει στην ημεδαπή, που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με την ιδιάζουσα επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 1§1 του Ν. 1608/1950 και β) πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με σκοπό το όφελος σε βάρος τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή (…..), το δε όφελος και η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, πράξεων που τελέστηκαν από αυτόν από αρχές Απριλίου 2003 έως το δεύτερο 10ήμερο Ιουλίου 2007, στη …. και τον καταδίκασε σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δεκαπέντε (15) ετών για την πρώτη πράξη και σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης πέντε (5) ετών για την δεύτερη πράξη και σε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης δεκαεπτά (17) ετών. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η απορρέουσα από αδικαιολόγητο πλουτισμό ανταπαίτηση, ποσού 1.877.948 ευρώ, την οποία η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία διατηρεί σε βάρος τou ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου προέρχεται από τις ανωτέρω παράνομες, τελούμενες κατ' εξακολούθηση πράξεις της προαναφερόμενης Διευθύντριας του εν λόγω υποκαταστήματος της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στη ….., Α. Α., η οποία αποδείχθηκε -και γι' αυτό, μεταξύ άλλων, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών- ότι μέρος των χρηματικών ποσών, τα οποία συγκέντρωνε με την αναγκαία συνδρομή του Δ. Γ.., χρησιμοποιούσε για να προσπορίζει σε κάποιους καταθέτες επιτόκιο κατάθεσης υψηλότερο από το αναγραφόμενο στην προθεσμιακή κατάθεση. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή η διάθεση χρημάτων στους πελάτες γινόταν με την δικαιολογία ότι αποτελούσαν πρόσθετους τόκους προθεσμιακών καταθέσεων των συγκεκριμένων πελατών, δηλαδή πέραν των αποδεκτών και εγκεκριμένων από τις κεντρικές υπηρεσίες της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, τόκους τους οποίους η Α. Α., παρανόμως και αυθαιρέτως, υποσχόταν και παρείχε μόνη της στους πελάτες αυτούς και οι τελευταίοι [πελάτες] εισέπρατταν τους παράνομους αυτούς τόκους [υπεραποδόσεις] είτε σε μετρητά, είτε με κατάθεση στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, συνήθως με ανυπόγραφα παραστατικά, χωρίς καταχώριση στο μηχανογραφικό σύστημα, οπότε και αυτές οι πράξεις δεν ήταν δυνατό να γίνουν αντιληπτές από τα κεντρικά όργανα ελέγχου της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Στις περιπτώσεις αυτές οι τίτλοι προθεσμιακής κατάθεσης που η Α. Α. παρέδιδε στους πελάτες αυτούς, ανέγραφαν μόνο το νόμιμο επιτόκιο που κατέβαλε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και μόνον οι νόμιμοι τόκοι πιστώνονταν από το σύστημα στους λογαριασμούς των πελατών αυτών, αλλά όχι το επιπλέον ποσοστό τόκου, το οποίο παρανόμως και αυθαιρέτως υποσχόταν και κατέβαλε η Α. Α., συνήθως σε μετρητά, και σε πολλές περιπτώσεις προκαταβολικά. Ένας εκ των ανωτέρω καταθετών που εισέπραττε, ήτοι παράνομους τόκους [υπεραποδόσεις ή "πανωτόκια"], είτε σε μετρητά χωρίς καταχώριση στο μηχανογραφικό σύστημα, είτε με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό, συνήθως με ανυπόγραφα παραστατικά, ήταν και ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, όπως σαφώς μετά λόγου γνώσεως αποκαλύπτει και στο από 16-8-2007 έγγραφό του ο Δ. Γ.., ο οποίος αναφέρει σχετικά επί λέξει τα ακόλουθα "... Τους τελευταίους δύο μήνες κατάλαβα ότι κάποιοι πελάτες την ξέρουν αυτή τη διαδικασία των πανωτοκιών. Σίγουρα είναι ο Σ. ο μεγαλύτερος πελάτης στο κατάστημα, που έπαιρνε και προμήθεια από την Α. Α. για τους πελάτες που έφερνε. Υπολογίζω ότι όλο αυτό το διάστημα ο Σ., που είναι μεγαλοκαταθέτης, πρέπει να έχει εισπράξει επιπλέον τόκους περισσότερο από 2.000.000 ευρώ. ...". Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ο οποίος δραστηριοποιείται επαγγελματικά, ως τρίτη γενιά, στο χώρο της ανέγερσης και πώλησης οικοδομών, ξεκίνησε τις συναλλαγές του με τo υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, στη ……, από τη σύστασή του, το έτος 2003, οπότε συνέπεσε να έχει αναλάβει την κατασκευή ενός μεγάλου έργου (ήτοι μίας πολυώροφης οικοδομής με τριάντα διαμερίσματα που άρχισε ο πατέρας του …. Σ.) και ενόψει της ανάληψης καθηκόντων ως Διευθύντριας του υποκαταστήματος ……, της Α. Α., αποφάσισε να επεκτείνει την επαγγελματική του δραστηριότητα από την …… στον τόπο καταγωγής του στη ……., στηρίζοντας, παράλληλα και τη Διευθύντρια του ανωτέρω υποκαταστήματος, Α. Α., λόγω προσωπικής γνωριμίας, που είχαν οι πατεράδες τους από τα χρόνια του εμφυλίου, μετά την προτροπή "... φέρε τα λεφτά εδώ, το υποκατάστημα είναι καινούριο, [θα κάνουμε] ότι μπορούμε καλύτερο, να στηρίξετε και την Αγγελική". "Κι έτσι κομμάτι - κομμάτι τα χρήματα κατατίθεντο σε λογαριασμούς της ……", όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ανωμοτί ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Έκτοτε, ήτοι από το έτος 2003 η συναλλακτική σχέση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου με το εν λόγω υποκατάστημα δεν εξαντλούνταν σε ατομικές του αποκλειστικά συναλλαγές (δάνεια, καταθέσεις, εγγυητικές επιστολές), αλλά και στη διαμεσολάβησή του, προκειμένου να δοθούν δάνεια σε αντισυμβαλλομένους του, αγοραστές των οικοδομών [κατοικιών] που κατασκεύαζε. Ο ίδιος χαρακτηριστικά ανωμοτί καταθέτει ότι "η τράπεζα έχει δώσει σε προσωπικούς μου πελάτες που έχουν αγοράσει διαμερίσματα, περίπου 3.000.000 ευρώ δάνεια, από τα οποία τα περισσότερα έχουν παρθεί από το υποκατάστημα …….". Περαιτέρω, παρά τη γενική άρνηση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, αποδεικνύεται ότι η Διευθύντρια του ανωτέρω υποκαταστήματος, Α. Α., η οποία ως ανωτέρω ελέχθη, αντλούσε χρηματικά ποσά, από άλλους λογαριασμούς, χωρίς τη γνώση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, προκαλώντας στην τελευταία ισόποση ζημία, κατέβαλε στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο σε πολλές περιπτώσεις προκαταβολικά, είτε σε μετρητά χωρίς καταχώριση στο μηχανογραφικό σύστημα, είτε με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό συνήθως με ανυπόγραφα παραστατικά, παράνομους τόκους [υπεραποδόσεις] και ο τελευταίος τις εισέπραττε, παρά το γεγονός ότι ο αναγραφόμενος σε καθεμία από τις ανωτέρω προθεσμιακές καταθέσεις τόκος υπολείπετο του εισπραττομένου από αυτόν [ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο]. Τούτο αποδεικνύεται και από τα χειρόγραφα σημειώματα της Α. Α., τα οποία βρέθηκαν στο προσωπικό γραφείο της ανωτέρω στο υποκατάστημα ……., τη γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβήτησε η τελευταία και συγκεκριμένα από το προσκομιζόμενο χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο αναφέρει επί λέξει: Σ. ….. Ο Σ. έπαιρνε το μεγαλύτερο .. Ο Σ. ανέβηκε από 6% περίπου στο 9% περίπου κι αυτός έπαιρνε τη διαφορά από τα δικά τους προθεσμιακά ίση με το δικό του επιτόκιο. Από αυτό το χειρόγραφο σημείωμα, το οποίο όχι μόνο αναφέρει ονομαστικά τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο ως λήπτη του μεγαλύτερου επιτοκίου ύψους 10,75%, αλλά χαρακτηριστικά αναφέρεται σε "Ο. Σ." με την αναφορά ονομάτων και άλλων πελατών (μεταξύ αυτών και τον Κ. Β., τον οποίο ο ενάγων ανωμοτί καταθέτοντας παραδέχεται ότι τον γνωρίζει γιατί "είναι συγχωριανός του πατέρα του"), τους οποίους (πελάτες) έφερνε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος και ως αναφέρεται "διαπραγματευόταν μαζί τους τι επιτόκιο θα τους δώσει η Τράπεζα, συνήθως γύρω στο 5-5,5% ... κι αυτός έπαιρνε τη διαφορά από τα δικά τους προθεσμιακά ίση με το δικό του επιτόκιο", πλήρως αποδεικνύεται η ύπαρξη προφορικής συμφωνίας απόληψης παράνομων τόκων [υπεραποδόσεων] μεταξύ της πρώην Διευθύντριας του ανωτέρω υποκαταστήματος, Α. Α. και του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, δυνάμει της οποίας [συμφωνίας] ο τελευταίος (ενάγων και ήδη εφεσίβλητος] προσποριζόταν κατά το χρονικό διάστημα από αρχές Μαΐου 2003 μέχρι και τα μέσα Ιουλίου 2007, άνευ νομίμου αιτίας, οικονομικά ωφελήματα, με ζημία της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ανερχόμενων συνολικά στο ποσό του 1.877.948 ευρώ, όπως αναλυτικά τα ποσά αυτά αναγράφονται στον πίνακα που περιλαμβάνεται στην από 14-9-2007 εξώδικη δήλωση συμψηφισμού της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας. Αποδεικνύονται επίσης από τα δύο προσκομισθέντα χειρόγραφα σημειώματα της πρώην Διευθύντριας του ανωτέρω υποκαταστήματος, Α. Α. επί των υπ' αριθ. …… και ... προθεσμιακών καταθέσεων, τα οποία αναφέρουν τον ακριβή τρόπο υπολογισμού και το ύψος του παράνομου επιτοκίου. Ειδικότερα, το πρώτο εξ αυτών που αφορά την υπ' αριθ. …….. προθεσμιακή κατάθεση αναφέρει επί λέξει: ΝΟΜΙΣΜΑ EUR ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2.035.392,12 4,17 + 6,58 = 10,17 ΕΠΙΤΟΚΙΟ 4,1700% ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 12/07/2007 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ 18/10/2007 ΗΜΕΡΕΣ 98 36.458,40 ΤΟΚΟΙ (προ φόρων) 23.105,09 + 2.310,51 ΦΟΡΟΣ -2.310.51 38.768,91 ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ 2.056.186,70 - 38.325,64 443,27 δηλ. επί του κεφαλαίου των 2.035.392,12 ευρώ της υπ' αριθ. 3086787 προθεσμιακής κατάθεσης η Α. υπολόγισε παράνομο επιτόκιο 6,58%, που απέδιδε παράνομους τόκους ανερχόμενους στο ποσό των [2.035.392,12 ευρώ χ 6,58% παράνομο επιτόκιο χ 98 : 360 ημέρες) 36.458,40 ευρώ. Στο τελευταίο αυτό ποσό των 36.458,40 ευρώ άθροισε και τον φόρο -ενώ στη νόμιμη συναλλαγή ο φόρος αφαιρείται- ανερχόμενο σε ποσό των 2.310,51 ευρώ και έτσι το ποσό των παράνομων τόκων διαμορφώθηκε σε 38.768,91 ευρώ, από τo οποίο αφαίρεσε το ποσό των 38.325,64 ευρώ, το οποίο είχε ήδη καταβληθεί στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και έτσι διαμορφώθηκε απομένον υπόλοιπο, ποσού 443,27 ευρώ. Στο δεύτερο προσκομισθέν χειρόγραφο σημείωμα της πρώην Διευθύντριας του ανωτέρω υποκαταστήματος, Α. Α. επί της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης αναφέρεται επί λέξει: ΝΟΜΙΣΜΑ EUR ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.321.024,41 4,17 + 6,58 = 10,17 ΕΠΙΤΟΚΙΟ 4,1700% ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ 12/07/2007 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ 18/10/2007 ΗΜΕΡΕΣ 98 23.662,48 ΤΟΚΟΙ (προ φόρων) 14.995,83 + 1.499,58 ΦΟΡΟΣ -1.499,58 25.162,06 ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΠΟΣΟ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ 1.334.520,66 - 24.874,37 287,69 δηλ. επί του κεφαλαίου του 1.321.024,41 ευρώ της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης υπολόγισε παράνομο επιτόκιο 6,58%, που απέδιδε παράνομους τόκους ανερχόμενους στο ποσό των [1.321.024,41 ευρώ χ 6,58% παράνομο επιτόκιο χ 98 : 360 ημέρες] 23.662,48 ευρώ. Στο τελευταίο αυτό ποσό των 23.662,48 ευρώ άθροισε και τον φόρο -ενώ στη νόμιμη συναλλαγή ο φόρος αφαιρείται- ανερχόμενο σε ποσό των 1.499,58 ευρώ και έτσι το παράνομο ποσό διαμορφώθηκε σε 25.162,06 ευρώ, από το οποίο αφαίρεσε το ποσό των 24.874,37 ευρώ, το οποίο είχε ήδη καταβληθεί στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και έτσι διαμορφώθηκε απομένον υπόλοιπο ποσού 287,69 ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ανωτέρω ποσά των 38.325,64 ευρώ και 24.874,37 ευρώ, τα οποία αφαιρούνται ανωτέρω, εμφανίζονται και σε άλλο προσκομισθέν χειρόγραφο σημείωμα της πρώην Διευθύντριας του ανωτέρω υποκαταστήματος, Α. Α. και μάλιστα, συνδυαστικά με τα ποσά κεφαλαίων δύο προθεσμιακών καταθέσεων ως εξής: Σ. 24.874,37 > 1.321.024,41 Δάνειο 4.088,88 , δηλ. το μεν ποσό των 24.874,37 ευρώ αφορά σε παράνομους τόκους επί του κεφαλαίου του 1.321.024,41 ευρώ της υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης. Στο ποσό αυτό προστίθενται παράνομοι τόκοι ποσού 4.088,88 ευρώ και 3.066,66 ευρώ για δάνειο, για το οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω, καθώς και 5.104,16 ευρώ, ως προμήθεια για τον πελάτη …., τον οποίο υπέδειξε (το όνομα του οποίου σημειωτέον αναγράφεται και στο πρώτο χειρόγραφο σημείωμα στην "Ο. Σ.") και επτπλέον 761,89 ευρώ και για την επίσης υποδειχθείσα πελάτιδα Μ., ήτοι [24.874,37 + 4.088,88 + 3.066,66 + 5.104,16 + 761,89] 37.895,96 ευρώ. Το ποσό αυτό, το οποίο αφορά σε παράνομους τόκους και μεσιτεία σε παράνομους τόκους, εισέπραξε ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος την 16-7-2007 όπως αποδεικνύεται και από το προσκομισθέν από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, γραμμάτιο είσπραξης, εκδοθέν από την ίδια και δη από το 2452 υποκατάστημα της …., με ημερομηνία 16-7-2007 και περί ώρα 9:30, με κωδικό ………, υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, ο οποίος ουδόλως αμφισβητεί την υπογραφή του και αφορά σε κατάθεση στον τηρούμενο στην εναγομένη υπ' αριθ. ... λογαριασμό του, "κατσαρού" ποσού 37.895,96 ευρώ και συμπίπτει ακριβώς με το αναγραφέν στο ανωτέρω χειρόγραφο σημείωμα ποσό των 37.895,96 ευρώ. Το δε ποοό των 38.325,64 ευρώ αφορά σε παράνομους τόκους [υπεραποδόσεις] επί του κεφαλαίου των 2.035.392,12 ευρώ της υπ' αριθ. 3086787 προθεσμιακής κατάθεσης. Σημειωτέον ότι τα δύο ανωτέρω ποσά των 4.088,88 ευρώ και 3.066,66 ευρώ με την ένδειξη δάνειο αναφέρονται σε επικολλημένο χειρόγραφο σημείωμα της Α. Α. επί εγγράφου της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με τον τίτλο "ΑΙΤΗΣΗ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΕΠΙΤΟΚΙΟΥ ΤΑΚΤΗΣ ΛΗΞΗΣ" στο οποίο αναγράφονται τα εν λόγω ποσά και συγκεκριμένα παραπλεύρως του ποσού των 4.088,88 ευρώ το 0,8 και παραπλεύρως του ποσού των 3.066,66 ευρώ το 0,6. Στο πάνω μέρος δε της σελίδας αναγράφεται το ποσό των 76.173 ευρώ. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από τις πληροφορίες των ίδιων των υπαλλήλων του υποκαταστήματος …. στα πλαίσια της εκτεταμένης εσωτερικής έρευνας που διενεργήθηκε από τη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και τις εξηγήσεις που έδωσε και ο πρώην υπάλληλος Δ. Γ.., ο οποίος σε ενυπόγραφο σημείωμα, το οποίο συνέταξε κατά την ποινική διερεύνηση της υπόθεσης εξηγεί γενικά τον τρόπο υπολογισμού των υπερβαλλόντων τόκων (υπεραποδόσεων), που έπαιρνε ο πελάτης, με την επισήμανοη ότι και τα όσα λεπτομερώς και με ακρίβεια εισέφερε περί τα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου του έτους 2007, ήτοι κατά το αρχικό στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης, δεν αναιρούνται από τη μεταγενέστερη από 2-10-2008 εξώδικη απάντηση δήλωσή του, η οποία επιδόθηκε την 7-10-2008, (όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο …., Δ. Ν. επί του σώματος του εξωδίκου) προς τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο σε απάντηση της από 17-9-2008 εξώδικης πρόσκλησης του τελευταίου (που επιδόθηκε στον Δ. Γ.. την 29-9-2008, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 11792Β'/29-9-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο …., Δ. Ν.), με την οποία τον προσκαλούσε εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη του εξωδίκου του, να του γνωρίσει εγγράφως, εάν το εν λόγω σημείωμα αναφέρεται σε αυτόν [ενάγοντα] καθώς και τις δικές του σχετικές εξηγήσεις, στην οποία [εξώδικη απάντηση] ο Δ. Γ.. ανέφερε για το εν λόγω σημείωμα ότι είναι γενικό και δεν αναφέρεται προσωπικά σε αυτόν [ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο], ούτε και σε κανέναν συγκεκριμένο πελάτη της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και ότι με την υπογραφή του αυτός [Γ.] επιβεβαίωσε μόνο τη διαδικασία υπολογισμού των τόκων και περαιτέρω ανέφερε ότι "το εν λόγω σημείωμα όπως και κάθε άλλο σημείωμα-έγγραφο που ενδεχομένως να φέρει την υπογραφή του, αφενός έχει συνταχθεί από εκπρόσωπο της εν λόγω Τράπεζας κατά τη διάρκεια του εκ των υστέρων ελέγχου που η ίδια διενέργησε το καλοκαίρι του 2007 και έχει υπογραφή από αυτόν [Γ.] κατόπιν σχετικής πιεστικής υπόδειξης και εκβιαστικού αιτήματος των εκπροσώπων της Τράπεζας …., (δεδομένου ότι τη χρονική εκείνη περίοδο, ήμουν ακόμη υπάλληλός της), και αφετέρου προοριζόταν για εσωτερική χρήση από την άνω Τράπεζα, όπως οι εκπρόσωποι της τον διαβεβαίωναν επανειλημμένα, προκειμένου η Τράπεζα ….. να υπολογίσει τους επιπλέον τόκους που κατά τους δικούς της ισχυρισμούς χορηγούνταν σε ορισμένους καταθέτες και με αυτόν τον τρόπο να υπολογίσει τη ζημία που θεωρούσε ότι υπέστη από τις κατ' αυτήν παράνομες μεθοδεύσεις της τότε Διευθύντριας του άνω υποκαταστήματος". Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι αντιστοίχως στην από 17-9-2008 εξώδικη πρόσκληση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου προς την Α. Α., που επιδόθηκε στην τελευταία, στις 26-9-2008, (όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 11789Β'/26-9-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο …., Δ. Ν.), με την οποία την προσκαλούσε εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη του εξωδίκου του, να του γνωρίσει εγγράφως, "εάν τα έγγραφα αυτά (ήτοι τα δύο χειρόγραφα σημειώματά της, ήτοι αυτό που αναφέρεται σε "Ο. Σ." και το έτερο επί της υπ' αριθ. 3086787 προθεσμιακής κατάθεσης) τα οποία σημειωτέον ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ουδέποτε προσέβαλε ως πλαστά- αναφέρονται σε αυτόν [ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο], καθώς και τις δικές της σχετικές εξηγήσεις", η Α. Α. ουδέποτε απάντησε, ούτε αμφισβήτησε τη γνησιότητα αυτών. Αλλωστε το γραφικό χαρακτήρα της Α. και συνακόλουθα τη γνησιότητα των εν λόγω χειρόγραφων σημειωμάτων επιβεβαίωσε με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεσή του ο εξετασθείς με επιμέλεια της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, μάρτυρας, τραπεζικός υπάλληλος, Κ. Σ., ο οποίος εξ ιδίας αντιλήψεως, μετά λόγου γνώσεως, ερωτηθείς σχετικά κατέθεσε ότι "χωρίς αμφιβολία είναι της Α. τα γράμματα". Από την ίδια ως άνω ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του προαναφερθέντος μάρτυρα αποδεικνύεται ότι τον Ιούλιο του έτους 2007 ελεγκτικό κλιμάκιο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας μετέβη στο υποκατάστημα …, όπου αποκάλυψε εκτεταμένες παρεμβάσεις σε λογαριασμούς ταμιευτηρίων και προθεσμιακές καταθέσεις, οπότε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία κάλεσε στα κεντρικά στην Αθήνα τους δύο υπαλλήλους που εμπλέκονταν στην υπόθεση ήτοι την τότε Διευθύντρια Α. Α. και τον τότε υπάλληλο Δ. Γ.., οι οποίοι στην αρχή συνεργάστηκαν και αποκάλυψαν σε πολύ μεγάλο ποσοστό τη μέθοδο και όλη τη διαδικασία της υπεξαίρεσης της οποίας βασικό χαρακτηριστικό η απόδοση εξωλογιστικού τόκου, ήτοι μη νόμιμο τόκο, ο οποίος υπολογιζόταν εξωλογιστικά και αποδιδότανε κυρίως με μετρητά. Περαιτέρω από την ανωτέρω κατάθεση αποδεικνύεται ότι ο εσωτερικός έλεγχος διαπίστωσε και καταθέσεις ασυνήθιστες, στις οποίες οδηγήθηκε μετά την καθοδήγηση από τον Γ. και την Α., οι οποίοι αποκάλυψαν ότι ο συγκεκριμένος πελάτης έπαιρνε εξωλογιστικούς τόκους και έτσι μέσα από την κίνηση των λογαριασμών διαπιστώθηκε ότι εκτός από μια φυσιολογική ροή λήξεως των προθεσμιακών υπήρχαν και ασυνήθεις συναλλαγές όπως πολλά ανυπόγραφα παραστατικά στα οποία τα ποσά ήταν με δεκαδικά [τα λεγόμενα "κατσαρά ποσά"], κατατεθειμένα με τέτοιο τρόπο τα οποία δεν συνάδουν με τις νόμιμες τραπεζικές εργασίες. Είναι δε χαρακτηριστική στο σημείο αυτό η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα ότι "Η ίδια η υπεξαίρεση τροφοδότησε το σύστημα των πανωτοκιών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας της Α. στο ελεγκτικό κλιμάκιο, από τα 43.000.000 της υπεξαίρεσης, το ποσό των 20.000.000 ευρώ περίπου πήγε για να τροφοδοτήσει το σύστημα των πανωτοκιών. ... Η πεμπτουσία ήταν ότι έδινε μεγαλύτερο εξωλογιστικό τόκο για να μπορεί να προσελκύει καταθέσεις και να είναι υπεξαιρεμένα τα χρήματα του πελάτη χωρίς ο τελευταίος να το αντιλαμβάνεται". Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, γραμμάτια είσπραξης, εκδοθέντα από την ίδια και δη από το 2452 υποκατάστημα της Ζακύνθου, με χειριστή ταμείου με κωδικό χρήστη 1118, ήτοι κωδικό που είχε ο Δ. Γ.. που αφορούν κυρίως σε καταθέσεις μετρητών στον υπ' αριθ. ……. ή ……… λογαριασμό του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, παραστατικά τα οποία είτε είναι ανυπόγραφα, είτε φέρουν άγνωστη υπογραφή και τα οποία επιπλέον αφορούν σε συναλλακτικά αδόκιμα "κατσαρά" ποσά, ήτοι ποσά με δεκαδικές υποδιαιρέσεις, ασυνήθη για τη συναλλακτική τραπεζική πρακτική, για τα οποία ο ενάγων ουδεμία πειστική εξήγηση έδωσε. Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι τις κατωτέρω ημερομηνίες έλαβαν χώρα οι εξής μη νόμιμες κινήσεις στον λογαριασμό του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου: Α/Α ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΩΡΑ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ ΠΟΣΟ σε € ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ 1 9-6-2006 9:57 κατάθεση μετρητών 1.020,83 ανυπόγραφο παραστατικό 2 9-6-2006 9:58 κατάθεση μετρητών 204,17 ανυπόγραφο παραστατικό 3 9-6-2006 9:59 κατάθεση μετρητών 4.200,00 ανυπόγραφο παραστατικό 4 9-6-2006 9:59 κατάθεση μετρητών 612,50 ανυπόγραφο παραστατικό 5 9-6-2006 11:25 κατάθεση μετρητών 100.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 6 9-6-2006 11:26 κατάθεση μετρητών 100.000,00 ανυπόγραφο παραστατυχό 7 9-6-2006 11:27 κατάθεση μετρητών 50.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 8 9-6-2006 11:27 κατάθεση μετρητών 50.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 9 9-6-2006 13:01 μεταφορά 100.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 10 9-6-2006 13:01 μεταφορά 100.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 11 9-6-2006 13:03 μεταφορά 50.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 12 9-6-2006 13:04 μεταφορά 50.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 13 9-6-2006 14:09 ανάληψη μετρητών 100.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 14 9-6-2006 14:10 ανάληψη μετρητών 100.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 15 29-6-2006 11:49 κατάθεση μετρητών 300.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό : 16 29-6-2006 11:53 κατάθεση μετρητών 150.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 17 29-6-2006 12:12 μεταφορά 300.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 18 29-6-2006 12:13 μεταφορά 300.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 19 29-6-2006 12:27 κατάθεση μετρητών 3.916,66 ανυπόγραφο παραστατικό 20 29-6-2006 12:36 μεταφορά 51 ανυπόγραφο παραστατικό 21 30-6-2006 12:20 κατάθεση μετρητών 61.129,15 ανυπόγραφο παραστατικό 22 30-6-2006 12:20 κατάθεση μετρητών 44.761,62 ανυπόγραφο παραστατικό 23 29-9-2006 10:57 κατάθεση μετρητών 7.000,00 ανυπόγραφο παραστατικό 24 29-9-2006 15:58 κατάθεση μετρητών 6.500,00 άγνωστη υπογραφή 25 29-9-2006 15:59 κατάθεση μετρητών 9.050,00 άγνωστη υπογραφή 26 18-4-6-2007 10:22 κατάθεση μετρητών 2.583,00 υπογραφή ενάγοντος 27 19-4-6-2007 10:42 κατάθεση μετρητών 70.778,64 υπογραφή ενάγοντος 28 6-6-2007 10:20 κατάθεση μετρητών 42.108,88 υπογραφή ενάγοντος 29 19-6-2007 14:00 κατάθεση μετρητών 39.372,67 υπογραφή ενάγοντος 30 29-6-2007 12:55 κατάθεση μετρητών 16.005,67 άγνωστη υπογραφή Σε καμία περίπτωση τα ανωτέρω ανυπόγραφα παραστατικά, δεν αποτελούσαν ούτε νόμιμη, ούτε συνήθη πρακτική διαδικασία/πολιτική της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, στα πλαίσια εξυπηρέτησης των πελατών της, ως αβασίμως διατείνεται ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, αλλά εντάσσονταν στον τρόπο εγκληματικής δράσης των ανωτέρω πρώην υπαλλήλων της. Περαιτέρω, οι ανωτέρω κινήσεις, ήτοι καταθέσεις και μεταφορές μετρητών, τα ποσά των οποίων αθροιζόμενα ανέρχονται σε 1.959.294,79 ευρώ, -ήτοι ποσό που υπερβαίνει την ανταπαίτηση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανερχόμενης σε 1.877.948 ευρώ-, δεν συνάδουν με νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές/κινήσεις, αφού οι τελευταίες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες διαδικασίες της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας σχετικά με τη ροή εργασιών και τη διαχείριση ταμείου του εν λόγω υποκαταστήματος και γι' αυτό θεωρούνται αμφισβητούμενες. Τέτοιες δε αμφισβητούμενες συναλλαγές/κινήσεις μεταξύ άλλων θεωρούνται κατά την Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία "E. & Y.", δυνάμει της υπ' αριθ. 66/2009 Διάταξης της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης, και οι συναλλαγές (καταθέσεις, αναλήψεις, μεταφορές από/σε μη τεκμηριωμένο λογαριασμό) για τις οποίες δεν βρέθηκε παραστατικό στα αρχεία της Τράπεζας, καθώς και οι συναλλαγές (καταθέσεις, αναλήψεις, μεταφορές από/σε μη τεκμηριωμένο λογαριασμό) για τις οποίες το σχετικό παραστατικό είναι ανυπόγραφο. Αντιστοίχως και η από 31-3-2010 Έκθεση Λογιστικής Οικονομοτεχνικής Πραγματογνωμοσύνης, η οποία διενεργήθηκε από την εταιρεία "KPMG Ορκωτοί Ελεγκτές Α.Ε", δυνάμει της ίδιας ως άνω Διάταξης της Ανακρίτριας Πλημμελειοδικών Ζακύνθου, στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας κατά το στάδιο της κύριας ανάκρισης, χαρακτηρίζει ως νόμιμες, μεταξύ άλλων, τις κινήσεις για καταθέσεις (μετρητά), για τις οποίες εντοπίστηκαν τα σχετικά παραστατικά υπογεγραμμένα από τον πελάτη. Για τις ανωτέρω κινήσεις, όμως, ακόμη και γι' αυτές για τις οποίες υπάρχει νόμιμο παραστατικό υπογεγραμμένο από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο, την ίδια ημέρα εντοπίζονται καταθέσεις μετρητών με διαφορά ακόμη και ενός λεπτού η μία από την άλλη και εντοπίζονται καταθέσεις μετρητών για ποσά που δεν είναι ακέραια αλλά με δεκαδικά ψηφία ("κατσαρά"), γεγονός τελείως ασύνηθες στην καθημερινή συναλλακτική πρακτική. Ασυνήθεις στην τραπεζική συναλλακτική πρακτική ήταν και οι ακόλουθες ενέργειες του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, ο οποίος αιτήθηκε και έλαβε από το υποκατάστημα …… της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 216516/30-1-2007 εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης από αυτόν των όρων της υπ' αριθ. 1938154/31-1-2007 σύμβασης στεγαστικού δανείου ποσού 600.000 ευρώ, την οποία συνήψε στην Αθήνα, με το υποκατάστημα Ελληνικού 0154 της "A. B." και αφού εισέπραξε το ανωτέρω ποσό του δανείου, με την υπ' αριθ. 00043238-5 τραπεζική επιταγή, που εκδόθηκε από την ανωτέρω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "A. B.", στο Ελληνικό, την 1-2-2007, εις διαταγήν αυτού [ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου], κατέθεσε την ίδια ημέρα [1-2-2007] το ως άνω ποσό του δανείου στο υποκατάστημα της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας 2021, στη …, στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του και στη συνέχεια την ίδια ημέρα δέσμευσε το ανωτέρω ποσό του στεγαστικού δανείου ποσού 600.000 ευρώ. Στην προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 2702008 προθεσμιακή κατάθεση του υποκαταστήματος …., για το χρονικό διάστημα από 1-2-2007 μέχρι 29-6-2007, με επιτόκιο 3,8000%, με τόκους (προ φόρων) 9.373,33 ευρώ, φόρο τόκων 937,33 ευρώ και συνολικό ποσό καταβολής κατά τη λήξη της, το ποσό των 608.436 ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσό αυτό των 608.436 ευρώ, κατά τη λήξη του, ήτοι την 29-6-2007, αποτέλεσε το κεφάλαιο της τρίτης, επίδικης, υπ' αριθ. ... προθεσμιακής κατάθεσης, με ημερομηνία έναρξης 29-6-2007 και με ημερομηνία λήξης 2-10-2007 συνολικού ποσού καταβολής 613.958,63 ευρώ, τμήμα του οποίου, ποσού 307.967,04 ευρώ συμψήφισε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία. Από τα ανωτέρω δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, έλαβε δάνειο στην Αθήνα, με εγγυητική επιστολή του υποκαταστήματος ……, προκειμένου να επενδύσει τα χρήματα του δανείου σε προθεσμιακή κατάθεση στη ……., για κληρονομικούς -φορολογικούς λόγους, ως ο ίδιος διατείνεται. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι οι νόμιμες αποδόσεις των τόκων προθεσμιακών καταθέσεων υπολείπονται σημαντικά των τόκων του δανείου, ενόψει του ότι η προθεσμιακή κατάθεση πεντάμηνης διάρκειας έδινε κατά το χρόνο κατάρτισης της επιτόκιο 3,8% που ισούται με τόκους 9.373 ευρώ, μείον τους φόρους των τόκων (10%), θα του απέφερε τελικά κατά την ημερομηνία λήξης της στις 29-6-2007, ποσό 608.436 ευρώ, ενώ το βασικό επιτόκιο στεγαστικών δανείων το επίμαχο χρονικό διάστημα κυμαινόταν στο 5,75% και τελικό κυμαινόμενο επιτόκιο 5,87% (προστίθεται η εισφορά 0,12%) και με εικαζόμενη χρονική διάρκεια αποπληρωμής 20 έτη, αναλύεται σε μηνιαίες δόσεις των 4.253,71 ευρώ εκ των οποίων τα 1.318,71 ευρώ αντιστοιχούν στη χρεολύσια δόση ενώ οι τόκοι ανέρχονται σε 2.935 ευρώ για την πρώτη δόση, 1.325,16 ευρώ το χρεολύσιο και 2.928,55 ευρώ τόκοι για τη δεύτερη δόση, 1.331 ευρώ το χρεολύσιο και 2.922,07 ευρώ τόκοι για την τρίτη δόση και ούτω καθ' εξής και συνεπώς, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος επενδύοντας το ποσό του δανείου του σε προθεσμιακή κατάθεση διάρκειας πέντε (5) μηνών έλαβε αποδόσεις τόκων ύψους [9.373,33 - 937,33] 8.436 ευρώ έναντι 14.610,18 ευρώ [ενδεικτικά] που έπρεπε να εξοφλήσει στη δανείστρια Τράπεζα και ως εκ τούτου δεν είχε απολύτως κανένα κέρδος, αφού η επιβάρυνσή του για τους τόκους του δανείου, είναι σχεδόν διπλάσια από τον τόκο της κατάθεσης. Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων ήτοι α] χειρόγραφα σημειώματα της πρώην Διευθύντριας Α. Α., β] σε πληροφορίες των ίδιων των υπαλλήλων του καταστήματος, γ] σε διασταύρωση των τραπεζικών συναλλαγών του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και δ] σε καταθέσεις ποσών σε λογαριασμούς του τελευταίου κατά παράβαση της συνήθους τραπεζικής πρακτικής, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προσδιόρισε το ύψος της ανταπαίτησης της στο ποσό του 1.877.948 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε αντίθετα προς τα ανωτέρω και ειδικότερα έκρινε ότι "δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι διατηρεί σε βάρος του ενάγοντος απαίτηση λόγω απόδοσης σε αυτόν εν γνώσει του τόκων με επιτόκιο που υπερέβαινε το συμφωνημένο κατά τη σύναψη των επίδικων προθεσμιακών καταθέσεων και απέρριψε την προβαλλόμενη εκ μέρους της ένσταση εξόφλησης ως ουσιαστικά αβάσιμη" και έκανε δεκτή την κύρια από 14-12-2007 (αριθ. εκθ. καταθ. …..-2007) αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλλει το ποσό του 1.569.980,96 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 28-9-2007 και το ποσό των 307.967,04 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 3-10-2007, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε. Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος και να εξαφανιστεί εν μέρει η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 30/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, ήτοι κατά το κεφάλαιό της αυτό που έσφαλε και ανατρέπεται και που αφορά στην κύρια από 14-12-2007 (αριθ. εκθ. καταθ. …….-2007) αγωγή. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικαστεί η από 14-12-2007 (αριθ. εκθ. καταθ. …..-2007) αγωγή, η οποία είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 830, 822, 827, 806, 330, 341, 345, 346 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη λόγω απόσβεσης της ανερχόμενης στο ποσό του 1.877.948 ευρώ απαίτησης του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου, απόσβεση η οποία συντελέσθηκε με την πρόταση του μονομερούς εξώδικου συμψηφισμού ισόποσης ανταπαίτησης της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας...". Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου την πλημμέλεια ότι δέχθηκε τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, για μια σειρά κρίσιμων για την έκβαση της δίκης ζητημάτων, ως αληθινούς χωρίς απόδειξη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), σαφώς προκύπτει ότι στην αρχή της ελάσσονος πρότασης αναφέρει όλα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το πόρισμά της, κατά το είδος τους (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, χωρίς όρκο κατάθεση του ενάγοντος, έγγραφα προς άμεση απόδειξη και για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), αλλά και με ειδική μνεία ενόρκων βεβαιώσεων, ως ιδιαίτερων αποδεικτικών μέσων. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου σφάλμα από τον αριθμό 11 περ.α' (κατ' ορθήν εκτίμηση), ισχυριζόμενος ότι, παρά τις αντιρρήσεις του, το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν επιτρέπει ο νόμος και συγκεκριμένα α) την με αριθμό …./2007 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ. - Π. Γ.., η οποία είχε ληφθεί πριν την άσκηση της από 14-12-2007 ένδικης αγωγής του, χωρίς την κλήτευση του αναιρεσείοντος - ενάγοντος και β) χειρόγραφα σημειώματα αποδιδόμενα στην πρώην Διευθύντρια του υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης στη ….., Α. Α.. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, κατά την περιγραφή των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη της διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων και ότι ".... καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας για το ποινικό σκέλος της ίδιας υπόθεσης συναφούς ποινικής δικογραφίας, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) περιλαμβάνεται η προσκομιζόμενη υπ' 10374/16-8-2007 ένορκη βεβαίωση του Δ. - Π. Γ.. του Ν., ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, Λεμονής Καλαματιανού Μπιστικέα, η οποία ελήφθη πριν από την έναρξη της δικης που ανοίχθηκε με την από 14-12-2007 (αριθ. Εκθ. Καταθ. …..-2007) αγωγή και δεν ελήφθη επίτηδες για να χρησιμεύσει στην ανωτέρω δίκη ως μαρτυρία τρίτου για τα αποδεικτέα κατ' αυτήν θέματα και η οποία δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά αποτελεί απλό έγγραφο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και χωρίς να έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτήν διατυπώσεις....". Ακόμη η ίδια απόφαση, στις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, διαλαμβάνει ότι τα χειρόγραφα σημειώματα της Α. Α., δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά και φέρουν τα χαρακτηριστικά της ιδιόχειρης γραφής της. Επομένως, το Εφετείο, σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, παραδεκτά έλαβε υπόψη του τα αμέσως παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα, ως μέσα μη πληρούντα τους όρους του νόμου, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, κατά το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ, ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Ν. 4335/2015 ( νέος Κ.Πολ.Δ) και εφαρμόζεται σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρο ένατο του νόμου αυτού και ο παρών, δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019). Ως έγγραφα, για την ίδρυση του παρόντος λόγου, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ,Πολ.Δ, ως αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 256/2012, ΑΠ 1134/2011) και δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά δικόγραφα (ΑΠ 42/2014, ΑΠ 243/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην απόφαση του Εφετείου σφάλμα από τον αριθμό 20 του άθρου 559 Κ.Πολ.Δ, της παραμόρφωσης εγγράφων και συγκεκριμένα α) του στερούμενου ημερομηνίας ενυπογράφου σημειώματος του Δ. - Π. Γ.., το οποίο, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση συνετάγη κατά τη διεξαγωγή ποινικού ελέγχου της υπόθεσης και β) της από 2-10-2008 εξώδικης δήλωσης - απάντησης του ιδίου ως άνω, προς τον αναιρεσείοντα. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, με το να δεχθεί η απόφαση του Εφετείου ότι τα διαλαμβανόμενα στο από 16-8-2007 έγγραφο του Δ. - Π. Γ.. και στο ενυπόγραφο σημείωμα του ιδίου δεν αναιρούνται από την 2-10-2008 εξώδικη δήλωση - απάντησή του, σαφώς παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δύο παραπάνω εγγράφων. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ως προς το σκέλος του για την παραμόρφωση του στερούμενου ημερομηνίας ενυπογράφου σημειώματος του Δ. - Π. Γ.., είναι πρωτίστως απαράδεκτος, ένεκα αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν παραθέτει το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού και δεν εξειδικεύει σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα της απόφασης του Εφετείου. Κατά το δεύτερο δε σκέλος του, της επικαλούμενης παραμόρφωσης της από 2-10-2008 εξώδικης δήλωσης - απάντησης, είναι αβάσιμος, αφού στο αναιρετήριο αναφέρεται ότι η εν λόγω δήλωση παρατίθεται κατά λέξη στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δε αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η απόφαση αυτή εσφαλμένα δέχθηκε πως με τη μεταγενέστερη παραπάνω δήλωση δεν αναιρούνται όσα ο Δ. - Π. Γ.. εισέφερε κατά το αρχικό στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης, αφορά το αποδεικτικό πόρισμα που εξήγαγε το Εφετείο από το επίμαχο έγγραφο, το οποίο ορθά ανέγνωσε, όπως προκύπτει και από τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, το οποίο πόρισμα ο αναιρεσείων δεν θεωρεί ορθό. IV. Σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ.1 Κ.Πολ.Δ "το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 και 120 και τους λόγους της έφεσης". Αν οι αποδιδόμενες στην πρωτόδικη απόφαση πλημμέλειες συνίστανται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος της έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία στο εφετήριο ότι συνεπεία της εσφαλμένης εκτίμησης των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σφάλματα περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 738/2013, Απ 2051/2013, ΑΠ 399/2012, ΑΠ 1701/2009, ΑΠ 2008/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", ενώ κατά τον αριθμό 16 του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες α) της παράβασης της δικονομικής διάταξης του άρθρου 520 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστο το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσίβλητης, περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, με τον οποίο λόγο δεν εξειδικεύονται τα σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης και β) της παραβίασης του δεδικασμένου, καθόσον η κρίση της πρωτόδικης απόφασης περί του παράνομου χαρακτήρα της προταθείσας ένστασης συμψηφισμού έμεινε απρόσβλητη με την έφεση και παρήγαγε δεδικασμένο. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, όταν ο λόγος έφεσης πλήττει την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αρκεί για το ορισμένο του λόγου έφεσης η αιτίαση αυτή, χωρίς εξειδίκευση των πραγματικών σφαλμάτων. Ο ίδιος δε λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της εκκαλούμενης, με αριθμό 30/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και της από 8-8-2014 έφεσης της αναιρεσίβλητης, σαφώς προκύπτει ότι η ένσταση συμψηφισμού που είχε προτείνει η εναγομένη - αναιρεσίβλητη απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, με το δεύτερο λόγο της έφεσης (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ). V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ. ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή του (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 419/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Ακόμη, όμως και για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, για να ιδρύσει αναιρετικό λόγο στην εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, πρέπει τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση της υποβολής τους στο αναιρετήριο (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, σε συνδυασμό με τους αριθ.1 και 10 του ίδιου άρθρου, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, πρωτίστως για έλλειψη νόμιμης βάσης, διατεινόμενος ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα, ιδίως του παραδεκτού και της συνδρομής των όρων της ένστασης συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης, καθώς και με την ύπαρξη παράνομης συμφωνίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και των πρώην υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης και με το ύψος της ανταπαίτησης αυτής κατά του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός της αίτησης, ως προς το σκέλος του από τον αριθ.10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο ποια πράγματα έγιναν δεκτά ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και για το πρώτο, όμοιο, λόγο της αίτησης. Ο ίδιος δε λόγος (πέμπτος) της αίτησης, ως προς το σκέλος του από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, ένεκα της αοριστίας του, καθόσον ο αναιρεσίβλητος δεν παραθέτει στο αναιρετήριο τις συνολικές πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ή έστω τις απαραίτητες, για τη θεμελίωση του αναιρετικού λόγου παραδοχές της, αλλά αρκείται στην παράθεση εντελώς αποσπασματικών πραγματικών παραδοχών. Επίσης δεν παραθέτει και δη ενάριθμα, τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, πλην της διάταξης του άρθρου 450 παρ.1 ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι στις προεκτεθείσες πραγματικές παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη συνδρομή των όρων της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 440 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, με το να δεχθεί, δηλαδή, ότι από την περιγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά των υπαλλήλων της στο υποκατάστημα …., ο ενάγων - αναιρεσείων εισέπραξε το ποσό των 1.877,948 ευρώ, όπως τούτο αναλύεται κατά ημερομηνίες και επί μέρους ποσά, αχρεωστήτως, από υπεραποδόσεις τόκων προθεσμιακών καταθέσεων, πέραν των επιτοκίων που είχε καθορίσει η αναιρεσίβλητη Τράπεζα και το οποίο ποσό συνιστά νόμιμη ανταπαίτηση της αναιρεσίβλητης, η οποία βάσιμα την πρότεινε σε συμψηφισμό έναντι των απαιτήσεων του ενάγοντος - αναιρεσείοντος. Η ειδικότερη αιτίαση του τελευταίου, περί απαραδέκτου της δήλωσης συμψηφισμού, κατ'άρθρ. 450 παρ.1 ΑΚ, διότι η ανταπαίτηση αυτή της Τράπεζας προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε με δόλο σε βάρος του, στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το μεν η από 14-12-2007 αγωγή του δεν στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, το δε η περιγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης ζημίωσε αυτήν και όχι τον αναιρεσείοντα, ο οποίος ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Δεν προέρχεται, δηλαδή, η ανταπαίτηση της αναιρεσίβλητης από αδίκημα των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής, που να διαπράχθηκε με δόλο σε βάρος του αναιρεσείοντος, ώστε να μην επιτρέπεται ο συμψηφισμός, κατ' άρθρ. 450 παρ.1 ΑΚ, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις της παρούσας απόφασης που προεκτέθηκαν. Με το λόγο δε αυτό, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, ο αναιρεσείων, με την επίφαση του αναιρετικού ελέγχου, βάλει της ουσιαστικά ανέλεγκτης κρίσης του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, με τον έκτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ..Δ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που ορίζει ότι ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και του άρθρου 17 παρ.1 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 και 2 της ΕΣΔΑ, περί "δίκαιης δίκης", εύλογης διάρκειας αυτής και σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας του προσώπου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού, ότι το Εφετείο στηρίχθηκε σε αναξιόπιστα αποδεικτικά μέσα και δη σε τέτοια μη πληρούντα τους όρους του νόμου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, ότι εφάρμοσε αδικαιολόγητα ανακριτικό σύστημα, με την επίκληση του αριθ. 247/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών και της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, η οποία δεν αφορούσε το πρόσωπο του αναιρεσείοντος, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη γενικά πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί του και ότι έχει σημειωθεί παραβίαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, επί (12) έτη, από την άσκηση της αγωγής του. Επί του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, καθό μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια, α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και η αιτίαση ότι το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δ ένδικα μέσα (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 1169/2013, ΑΠ 1448/2011, ΑΠ 1254/2010). Επίσης ουσιαστικού δικαίου είναι και το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ΑΠ 431/2008). Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 450 παρ.1 ΑΚ, περί στήριξης του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης σε αναξιόπιστα αποδεικτικά μέσα και περί παραμόρφωσης εγγράφων και μη λήψης, γενικά, πραγματικών και νομικών ισχυρισμών του, δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, για παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και είναι απαράδεκτες. Οι δε λοιπές αιτιάσεις του, για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, μη εύλογης διάρκειας της δίκης και περί μη προστασίας της περιουσίας του, είναι πρωτίστως απαράδεκτες, διότι δεν επικαλείται ότι είχε προτείνει και με ποιον τρόπο, τους ισχυρισμούς αυτούς στο Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). Σε κάθε δε περίπτωση, οι αιτιάσεις περί του τεκμηρίου αθωότητας και προστασίας της περιουσίας είναι και αβάσιμες, στηριζόμενες σε αναληθείς προϋποθέσεις, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου ο αναιρεσείων δεν υπήρξε κατηγορούμενος που αθωώθηκε, ώστε με την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης να τίθεται σε αμφιβολία η ορθότητα της αθωωτικής απόφασης (πρβλ. Ολ. ΑΠ 4/2020), ούτε εδώ πρόκειται για απαλλοτρίωση περιουσίας, χωρίς τη συνδρομή δημόσιας ωφέλειας και άνευ προηγούμενης πλήρους αποζημίωσης. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Ο αναιρεσείων, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-2-2019 αίτηση του Δ. Σ., για αναίρεση της με αριθμό 200/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων, επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021. H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ