ΑΡΙΘΜΟΣ 851/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευαγγέλου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. P. R. του A., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γεώργιο Κιντή και 2. Α. Ζ. του Φ., κρατουμένου στο Κατάστημα κράτησης Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Μπουλούκο περί αναιρέσεως της 1326/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Οκτωβρίου 2011 δύο αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1269/2011. Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Οι από 10 Οκτωβρίου 2011 δύο αιτήσεις (δηλώσεις) αναιρέσεως του Α. Ζ. του Φ. και του P. R. του A., αντίστοιχα, οι οποίες στρέφονται κατά της αυτής υπ' αριθμ. 1326/2011 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες, για παράβαση των άρθρων 17 και 18 του ν. 2523/1997, ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 473 παρ.2 και 3, 509 παρ.1 ΚΠΔ) και πρέπει λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συναφείας να συνεκδικασθούν και ερευνηθούν περαιτέρω. Α) Ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Ζ.. Ο νόμος 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" τυποποιεί ως εγκλήματα τρεις βασικές περιπτώσεις φοροδιαφυγής: α) τη μη υποβολή ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης εισοδήματος (άρθρο 17), β) τη μη απόδοση ΦΠΑ και άλλων παρακρατουμένων φόρων ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, την αποδοχή εικονικών και τη νόθευση τέτοιων στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα, το άρθρο 17 παρ.1, 2α και β του πιο πάνω νόμου, ορίζει ότι: " 1. Αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος διαπράττει, όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, παραλείπει να υποβάλει δήλωση, ή υποβάλλει ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος ... 2. Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται : α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (από 1-1-2002 σε 15.000 €) και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο, το ποσό των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών (από 1-1-2002 σε 150.000.00€) . Εξάλλου στο άρθρο 18 παρ.1α του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "1. όποιος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς ... τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό του 1.000.000 δρχ. (από 1-1-2002 το ποσό των 3.000 €), β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δραχμές (από 1-1-2002 το ποσό των 75.000 €). Στις ως άνω διατάξεις, περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος φοροδιαφυγής που τελείται με τη μορφή της παράλειψης υποβολής δήλωσης ή με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης (άρθρο 17) ή με την μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση στο δημόσιο του φόρου προτιθέμενης αξίας κλπ (άρθρο 18) και ορίζοντα οι περιπτώσεις που το αδίκημα αυτό προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ.4 του ιδίου ως άνω νόμου για πράξεις που γίνονται από 1-1-1998 και μετά, ενώ με το άρθρο 25 παρ.1 του ιδίου νόμου, από την έναρξη της ισχύος αυτού καταργήθηκε κάθε άλλη διάταξη που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ποινικές κυρώσεις και επομένως και οι διατάξεις που προβλέπονται από τους νόμους 1642/1986 και 2238/1994. Περαιτέρω τα άρθρα 107 παρ.1, 2, 101 παρ.1 περ. ε του ν. 2238/1994 και 31 παρ.β Ν. 1642/1986 αναφέρονται στις ημεδαπές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που υποχρεούνται να υποβάλλουν δήλωση φόρου εισοδήματος στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. μέχρι την 10η ημέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου για τα εισοδήματα που απέκτησαν μέσα σε αυτήν και για εκκαθαριστική δήλωση επίσης μέχρι την 10η ημέρα του πέμπτου μήνα που ακολουθεί τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου, αντίστοιχα. Στις ανωτέρω εταιρείες ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 2523/1997 οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί ο κάθε εταίρος. Οι διαχειριστές διορίζονται με την εταιρική σύμβαση ή αργότερα με απόφαση της γενικής συνελεύσεως που λαμβάνεται από την πλειοψηφία των εταίρων που εκπροσωπεί την πλειοψηφία του εταιρικού κεφαλαίου (άρθρα 13 και 14 του ν.3990/1955), χωρίς να αποκλείεται η εξουσία του διαχειριστή να θεμελιώνεται και επί της δημιουργίας απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως (de facto διαχείριση). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περίπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από την ακροαματική διαδικασία, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 1326/2011 απόφασή του, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής "Το έτος 1988 συνεστήθη η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "K. KAPITAL LTD". Σκοπός της ως άνω εταιρίας ήταν η εκπόνηση μελετών και η παροχή συμβουλών και υπηρεσιών σε θέματα επενδύσεων (χρηματοπιστωτικός σύμβουλος). Σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας από το έτος 1990 διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής ορίστηκε ο μέτοχος δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν ο αντιπρόσωπος της εταιρίας αυτής στην Ελλάδα, ο διευθυντής που ασκούσε όλες τις διαχειριστικές πράξεις. Επίσης το 1996 συνεστήθη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "K. CAPITAL AE" η οποία είχε τον ίδιο σκοπό με την ως άνω εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ενώ και οι δύο εταιρείες ήταν μέλη του ομίλου εταιρειών Κ.. Κατά τα έτη 1992, 1993 και 1994 η ως άνω εταιρία περιωρισμένης ευθύνης συνήψε με το Ελληνικό Δημόσιο συμβάσεις, δυνάμει των οποίων ανέλαβε έναντι αμοιβής να παρέχει υπηρεσίες χρηματοπιστωτικού συμβούλου σε διάφορα δημόσια έργα, όπως Ζεύξη Ρίου-Αντίρριου, κατασκευή Λεωφόρου Ελευσίνας Σταυρού κ.λ.π. Για τις απαιτήσεις της από την καταβολή των αμοιβών της, που είχε η ως άνω εταιρία περιωρισμένης ευθύνης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με συμβάσεις εκχωρήσεως που κατάρτισε με την ως άνω ανώνυμη εταιρία εκχώρησε τις απαιτήσεις αυτές στην τελευταία η οποία εισέπραξε τις εν λόγω απαιτήσεις από το Ελληνικό Δημόσιο, μετά την αναγγελία της εκχώρησης. Προς τούτο η ανώνυμος εταιρεία νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας εμφανίστηκε τρίτο πρόσωπο κατά την είσπραξη της εκχωρηθείσας απαίτησης εξεδωσε προς το ΥΠΕΧΩΔΕ δύο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών συνολικής αξίας 198.817.967 δρχ. (115.745.967 δρχ. + 83.072.000 δρχ. που αφορούσαν την εξόφληση της 15ης πιστοποίησης για το έργο Ζεύξης Ρίου-Αντιρρίου και 18ης πιστοποίησης για το έργο Ελευσίνας Σταυρού Σπάτων αντιστοίχως). Ύστερα από τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου που έγινε στις ως άνω εταιρείες με αρμογή την έκδοση των δύο παραπάνω τιμολογίων διαπιστώθηκε, ότι η ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης α) κατά τα έτη 1999 και 2000 παρέλειψε να υποβάλλει δήλωση φόρου εισοδήματος για τις διαχειριστικές περιόδους 1998 και 1999 αντιστοίχως, με αποτέλεσμα στην πρώτη διαχειριστική περίοδο (1998) ν' αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο φόρου εισοδήματος συνολικού ποσού 342.201 Ευρώ και β) κατά τα έτη 1999 και 2000 δεν απέδωσε προς το Δημόσιο σχετικά με το διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής τον αναλογούντα Φ.Π.Α. για τις διαχειριστικές περιόδους 1998 και 1999 αντιστοίχως, ο οποίος την πρώτη διαχειριστική περίοδο (1998) ανέρχεται στο ποσό των 249.956 ευρώ και τη δεύτερη διαχειριστική περίοδο (1999) ανέρχεται στο ποσό των 269.406 ευρώ. Συναυτουργοί των άνω αξιοποίνων πράξεων που τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος και οι οποίες δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι αφού ο χρόνος είναι ο χρόνος βεβαίωσης είναι οι δύο κατηγορούμενοι, αφού οι σχετικές εντολές για τη διοίκηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης έδινε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στην αλλοδαπή, ενώ τις σχετικές αυτές εντολές εκτελούσε ως αντιπρόσωπος ο πρώτος κατηγορούμενος, διευθυντής της εταιρίας και ουσιαστικά διαχειριστής αυτής. Ο ισχυρισμός του δεύτερου κατηγορουμένου ότι αυτός υπήρξε τυπικά διευθυντής της άνω εταιρίας περιορισμένης ευθύνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα κάποια τροποποίηση του αρχικού καταστατικού αυτής σχετικά με το διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο αυτής η οποία μάλιστα να δημοσιεύθηκε νομίμως σε ΦΕΚ, ώστε να λάβουν γνώση τρίτοι συναλλασσόμενοι με αυτή και να γνωρίσουν τον διευθυντή αυτής. Επομένως σύμφωνα με το καταστατικό αυτής νόμιμος εκπρόσωπος αυτής ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος. Επίσης ο ισχυρισμός περί πραγματικής και νομικής πλάνης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον αυτή (εταιρία περιορισμένης ευθύνης K. CAPITAL GREECE), ήταν δικαιούχος των πιο πάνω αξιώσεών της κατά του Δημοσίου και αυτός υπείχε την σχετική υποχρέωση τόσο για την υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος όσο και για την καταβολή του Φ.Π.Α. του ανωτέρω χρονικού διαστήματος. Είναι δε έτερο το ζήτημα εάν εκχώρησε τις παραπάνω αξιώσεις κατά του Δημοσίου σε τρίτο και για ποια αιτία. Τέλος ο ισχυρισμός του, ότι με την εκχώρηση πίστεψε ότι πλέον δεν είχε υποχρέωση τόσο υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος, όσο και καταβολής Φ.ΠΑ. δεν τον απαλλάσσει της ευθύνης αφού η εταιρία είχε υποχρέωση να πράξει αυτό. Τέλος πρέπει ν' αναγνωρισθεί στο πρώτο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του άρθρου 842Ε Π.Κ. στο πρώτο κατηγορούμενο και το ελαφρυντικό του άρθρου 842α Π.Κ. στον δεύτερο κατηγορούμενο ως έχουν αναγνωρισθεί και από το Πρωτοβάθμιο. Τέλος πρέπει ν' απορριφθεί το αίτημα του δεύτερου κατηγορουμένου για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 842Ε Π.Κ. διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την τέλεση της πράξης δεν ήταν τέτοια που να επιβραβεύεται με την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, ούτε κινήθηκε από ταπεινά αίτια για την τέλεση της πράξης αυτής. Ακολούθως το δικάσαν δικαστήριο εκήρυξε ένοχο τον Α. Ζ. του ότι : α)Στους πιο κάτω τόπους και χρόνους από κοινού με άλλα πρόσωπα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ενεργώντας με πρόθεση παρέλειψε να υποβάλει δήλωση εισοδήματος για τις διαχειριστικές περιόδους 1998 και 1999, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο φόρου εισοδήματος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα κου έχουν αποκρύβει, ο οποίος υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στο ... με κοινή απόφαση και δόλο και με ταυτόχρονες και διαδοχικές συγκλίνουσες συμπεριφορές με το συγκατηγορούμενό του P. R. του A., υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στο ... (οδός ... αριθ. 294) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "K. CAPITAL GREECE LTD (Ε.Π.Ε.)" και κατ' ουσίαν διαχειριστή της : Ι) Αν και όφειλε εντός του χρονικού διαστήματος από 2-1-1999 έως 15-5-1999 (άρθρα 107 παρ. 1, 2 σε συνδ. με 101 παρ. 1 περ. ε' του Ν. 2238/1994) παρέλειψε να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1998 έως 31-12-1998, με συνέπεια για την περίοδο αυτή να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο φόρου εισοδήματος, ο οποίος ανέρχεται συνολικά στο ποσό των τριακοσίων σαράντα δύο χιλιάδων διακοσίων ενός (342.201) ευρώ. 11) Αν και όφειλε εντός του χρονικού διαστήματος από 2-1-2000 έως 15-5-2000 (άρθρα 107 παρ. 1, 2 σε συνδ. με 101 παρ. 1 περ. ε' του Ν. 2238/1994) παρέλειψε να υποβάλει δήλωση φόρου εισοδήματος για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1999 έως 31-12-1999, με συνέπεια για την περίοδο αυτή να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο φόρου εισοδήματος, ο οποίος ανέρχεται συνολικά στο ποσό των τριακοσίων εβδομήντα εννέα χιλιάδων τριακοσίων τριάντα οκτώ (379.338) ευρώ, β) Στους πιο κάτω τόπους και χρόνους από κοινού με άλλα πρόσωπα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και ενεργώντας με πρόθεση δεν απέδωσε στο Δημόσιο τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας για τις διαχειριστικές περιόδους 1998 και 1999, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο αυτού, ο οποίος υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό, των 75.000 ευρώ. Συγκεκριμένα στο ... με κοινή απόφαση και δόλο και με ταυτόχρονες και διαδοχικές συγκλίνουσες συμπεριφορές με το συγκατηγορούμενό του P. R. του A., υπό την ιδιότητα του ως νομίμου εκπροσώπου της εδρεύουσας στο ... (οδός ... αριθ. 294) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "K. CAPITAL GREECE LTD (Ε.Π.Ε.)" και κατ' ουσίαν διαχειριστή της : Ι) Αν και όφειλε δια της υποβολής εκκαθαριστικής δήλωσης φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) εντός του χρονικού διαστήματος από 2-1-1999 έως 15-5-1999 (άρθρα 31 παρ. 1 στοιχ. β' σε συνδ. με 3 παρ. 1 του Ν. 1642/1986) δεν απέδωσε προς το Δημόσιο για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-19.98 μέχρι. 31-12-1998 τον αναλογούντα σ' αυτήν φόρο προστιθέμενης αξίας προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου αυτού, ο οποίος ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων σαράντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα έξι (249.596) ευρώ. Π) Αν και όφειλε-δια της υποβολής εκκαθαριστικής δήλωσης φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) εντός του χρονικού διαστήματος από 2-1-2000 έως 15-5-2000 (άρθρα 31 παρ. 1 στοιχ. β' σε συνδ. με 3 παρ. 1 του Ν. 1642/1986) δεν απέδωσε προς το Δημόσιο για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-1999 μέχρι 3 1-12-1999 τον αναλογούντα σ' αυτήν φόρο προστιθέμενης αξίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου αυτού, ο οποίος ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων εξήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων έξι (269.406) ευρώ. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος Α. Ζ. συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.- Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια , πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση δια της μη υποβολής δήλωσης φόρου εισοδήματος και της μη απόδοσης του φόρου προστιθέμενης αξίας από τον ανωτέρω αναιρεσείοντα υπό την προαναφερομένη ιδιότητά του, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο φόρου εισοδήματος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1, 2, 18 παρ.1β του Ν. 2523/1997 και 94, 98 παρ.1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα αιτιολογείται επαρκώς στο ανωτέρω σκεπτικό ότι ο αναιρεσείων ήταν υπόχρεος για την υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήματος και δήλωσης φόρου προστιθέμενης αξίας για την εταιρεία με την επωνυμία "K. CAPITAL CREECE LTD EΠΕ", αφού το δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική του κρίση, ότι αυτός ασκούσε όλες τις διαχειριστικές πράξεις της εταιρείας και ήταν ουσιαστικός διαχειριστής αυτής. Παρά δε την έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της πανηγυρικώς εκφράσεως "de facto" διαχειρίσεως της ΕΠΕ από τον αναιρεσείοντα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το σύνολο του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης, δέχθηκε την "εν τοις πράγμασι" ουσιαστική διαχείριση της εταιρείας από τον αναιρεσείοντα, η δε παραδοχή αυτή ουσιαστικής ευθύνης του φυσικού προσώπου ως ουσιαστικού διαχειριστή της ως άνω εταιρείας, δεν αντίκειται στο νόμο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν απαιτείτο να αναφέρονται τα επί μέρους φορολογικά λογιστικά στοιχεία επί τη βάσει των οποίων προέκυψε ο οφειλόμενος φόρος εισοδήματος και ο φόρος προστιθέμενης αξίας. Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος με τον οποίον αμφισβητούσε το ύψος του οφειλόμενου φόρου, ο οποίος προέκυψε από το γενόμενο φορολογικό έλεγχο συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και συνεπώς το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει σ' αυτόν και μάλιστα αιτιολογημένα. Ούτε βεβαίωσε είχε υποχρέωση να ερευνήσει εκ νέου το ύψος του οφειλομένου φόρου λόγω της αμφισβητήσεως αυτού από τον αναιρεσείοντα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1 και 2 του ν. 2523/1997, η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 17 και 18 δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη ασκήσεως προσφυγής, πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, κατά της εγγραφής αυτής, ακριβώς για να έχει προσδιορισθεί τελεσιδίκως το ύψος του οφειλομένου φόρου εισοδήματος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι κατ' εφαρμογήν του ανωτέρω άρθρου 21 του ν. 2523/1997 η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ασκηθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για τις προαναφερόμενες πράξεις, διότι δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η απόφαση του πρωτοβαθμίου Διοικητικού Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί ασκηθείσης υπό της εταιρείας προσφυγής είναι απορριπτέα, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενη, αφού από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα προσφυγή δεν ασκήθηκε από την υπόχρεη ως άνω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αλλά από την Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "K. CAPITAL GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ". Περαιτέρω η ειδικότερη αιτίαση ότι αναιτιολογήτως απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός περί παραγραφής είναι απορριπτέα, γιατί, όπως προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών ο εν λόγω ισχυρισμός υποβλήθηκε όλως αορίστως, χωρίς την επίκληση πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν αυτόν και εντεύθεν το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Παρά ταύτα απάντησε απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτόν με την αιτιολογία, ότι οι αξιόποινες πράξεις δεν έχουν υποπέσει στην παραγραφή, διότι έχουν κακουργηματικό χαρακτήρα. Τέλος, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι είχε υποβληθεί από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός περί εξοφλήσεως του φόρου προστιθέμενης αξίας δια της καταβολής του οφειλομένου ποσού από την ανωτέρω Ανώνυμη εταιρεία και συνεπώς αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι δεν του απάντησε το δικάσαν δικαστήριο στον ανωτέρω ισχυρισμό. Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω από το σύνολο του σκεπτικού σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν καταβλήθηκε ο οφειλόμενος φόρος. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ, Ε και Β του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Α. Ζ. για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και έλλειψη ακροάσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον αιτιάται ο αναιρεσείων ότι δεν παρατίθενται οι διατάξεις του νόμου βάσει των οποίων κηρύχθηκε ένοχος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι μετά την κατάρτιση της περ.θ του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ η μη παράθεση αυτών δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρατίθενται σ' αυτήν όλες οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις με βάση τις οποίες ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι λόγοι που διατυπώνονται στο υποβληθέν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης από 16-10-2012 υπόμνημα είναι απαράδεκτοι και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, διότι δεν υποβλήθηκαν, όπως απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 474 και 509 ΚΠΔ. Μετά από αυτά πρέπει, ως προς τον αναιρεσείοντα Α. Ζ., να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). Β) Ως προς τον αναιρεσείοντα P. R. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πήξεις ή στη μείωση της ποινής. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν αυτός κατά το χρόνο τέλεσης αγνοεί τα περιστατικά που τη συνιστούν, συνάγεται, εκτός άλλων, ότι η πραγματική πλάνη του δράστη, δηλαδή η άγνοιά του ή η εσφαλμένη αντίληψή του για συστατικό όρο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που του αποδίδεται, αίρει τον καταλογισμό του και ειδικότερα αποκλείει το δόλο και συνεπώς, ο αντίστοιχος ισχυρισμός είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα. Ακόμη, από διάταξη του άρθρου 31 παρ.2 του ΠΚ προκύπτει ότι για να μην καταλογισθεί η πράξη στον κατηγορούμενο λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης απαιτείται να συντρέχει πεπλανημένη πίστη του για το δικαίωμά του να εκτελέσει την πράξη και άγνοια του αδίκου χαρακτήρα της, τον οποίον δεν μπορούσε να γνωρίζει οποιαδήποτε και αν κατέβαλε επιμέλεια και προσπάθεια, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη συγγνωστής νομικής πλάνης, ως τείνων στην άρση του καταλογισμού της πράξης στον κατηγορούμενο είναι αυτοτελής και η απόρριψή του πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς από το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά την ανωτέρω διάταξη του ΠΚ, είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς ότι οι πράξεις που του αποδίδονται δεν πρέπει να του καταλογισθούν, διότι ήταν αποτέλεσμα πραγματικής άλλως συγγνωστής νομικής πλάνης. Ειδικότερα, αναφορικά με τον ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης ανέφερε τα ακόλουθα: Η όλη μου εμπλοκή στην υπό κρίση υπόθεση σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με την τυπική ιδιότητα μου, ως διαχειριστή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης υπό την επωνυμία K. CAPITAL ΕΠΕ. Σημειώνω ότι ο διορισμός μου, ως διαχειριστή, έγινε εν αγνοία μου, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη και επικαλούμενη υπ' αριθ. .../5-2-1990 τροποποίηση καταστατικού ΕΠΕ της Συμ/φου Αθηνών Κρυστάλλως συζ. Δημητρίου Μακρή, το γένος Γεωργίου Μηλιτσόπουλου- βλ. υπ' αριθ. 20 αναγνωστέο έγγραφο σελ. 30 εκκαλουμένης- από την οποία προκύπτει αβίαστα ότι ο διορισμός μου, ως διαχειριστή έχει γίνει εν αγνοία μου και παρά τη θέληση μου, αφού δεν συμβάλλομαι στην πράξη αυτή, ούτε και προσαρτάται κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η συναίνεση μου, ως προς το διορισμό μου και ως εκ τούτου ευρισκόμουν σε πραγματική πλάνη σχετικά με την πράξη, η οποία μου αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθώ αθώος κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 παρ.1 Π.Κ.". Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, το οποίο εκτέθηκε παραπάνω στον υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντα, περιέχει πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφορικά με τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα αυτοτελή ισχυρισμό περί πραγματικής πλάνης ως προς τη γνώση του σχετικά με το διορισμό του ως διαχειριστή δια της σαφούς παραδοχής "ότι τις σχετικές εντολές για τη διοίκηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης έδινε ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος διέμενε μόνιμα στην αλλοδαπή" γεγονός που σημαίνει ότι εγνώριζε το διορισμό του ως διαχειριστή, αφού αυτός έδινε τις σχετικές εντολές στα πλαίσια της διαχειριστικής του εξουσίας. Στη συνέχεια δε της παραδοχής αυτής το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό. Επομένως τα αντίθετα υπό του αναιρεσείοντος υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω ο αναιρεσείων αναφορικά με τον ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης ανέφερε τα ακόλουθα: "Εν προκειμένω και στην απίθανη περίπτωση κατά την οποία δεν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί μου περί πραγματικής πλάνης και το Δικαστήριο δεχθεί ότι ασκούσα ουσιαστική διοίκηση στην εταιρεία "K. CAPITAL GREECE Ε.Π.Ε.", θα πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός μου ότι τέλεσα την πράξη ευρισκόμενος σε συγγνωστή νομική πλάνη, αφού, όπως άνευ αμφιβολίας προέκυψε από τη ακροαματική διαδικασία, η συναφθείσα, από 2-4-1999 σύμβαση εκχωρήσεως της επίδικης απαιτήσεως, απόλυτα σύννομη, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κήρυξε αθώους για την πράξη της απάτης όλους τους κατηγορουμένους, κατεβλήθη ολοσχερώς ο Φ.Π.Α., ο οποίος αναλογούσε στη εν λόγω σύμβαση από την εταιρία "K. CAPITAL GREECE A.E.", τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε κανονικά και κατέβαλε νόμιμα τα ποσά στην Α.Ε.. Εξ όλων των ανωτέρω και αν επαναλαμβάνω θεωρηθεί ότι ασκούσα διοίκηση στην εν λόγω εταιρία, επί των συγκεκριμένων διατάξεων που έχουν αμφίβολο νόημα και απαιτούν βαθειά νομική γνώση, κατέβαλα κάθε δυνατή προσπάθεια να πληροφορηθώ την πραγματική τους έννοια και από τη στιγμή κατά την οποία όλα κύλησαν ομαλά και πληρώθηκε και ο Φ.Π.Α. δεν είχα λόγω να πιστεύω, ότι είχα τελέσει οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, είναι δε υπεράνω των δυνάμεων μου να γνωρίζω, εάν για τη σύμβαση αυτή ο φόρος έπρεπε να καταβληθεί από τον εκχωρητή και όχι από τον εκδοχέα. Έτσι, όμως, όπως διατυπώνονται τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν θεμελιώνουν τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συγγνωστής νομικής πλάνης αλλά αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της κατηγορίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει. Παρά ταύτα απάντησε απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτόν εν συνεχεία των παραδοχών της προσβαλλόμενης που προκύπτουν από το σύνολο του αιτιολογικού της ότι ο ΦΠΑ δεν καταβλήθηκε. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι "οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι κατέστησαν κακουργήματα από την 1-1-1998 κατ' εφαρμογή του ν. 2523/1997, ενώ μέχρι το χρονικό διάστημα έφεραν το χαρακτήρα πλημμελήματος και ότι ήταν αδύνατο να γνωρίζω την επαύξηση του αξιοποίνου των πράξεων για τις οποίες κατηγορούμαι" δεν είναι αυτοτελής κατά την έννοια που προεκτέθηκε και συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Επίσης και η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι συμμετείχε στην τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ως απλός συνεργός είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής και ως εκ τούτο το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει. Παρά ταύτα από την κύρια αιτιολογία της προσβαλλομένης για την ενοχή προκύπτει ότι απάντησε, αφού δέχθηκε ότι αυτός τέλεσε τις πράξεις κατά συναυτουργία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ, Ε και Β' σχετικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί ελλείψεως ακροάσεως ως προς την απόρριψη των ανωτέρω ισχυρισμών είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα απ' αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς και μνείας του τι προέκυψε από τον καθένα. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα. Ειδικά, η πραγματογνωμοσύνη ή η αυτοψία που διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο από το δικαστικό Συμβούλιο ή το δικαστήριο αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσο διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοινΔ, πρέπει δε για τη δημιουργία της βεβαιότητας ότι έλαβε αυτή υπόψη του το Δικαστήριο να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται ο αναφερόμενος ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, διότι δεν αναφέρει μεταξύ ατών ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο την από 8-6-2007 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Π. Φ., δικαστικού γραφολόγου, που διατάχθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσης ανακρίσεως με την υπ' αριθμ. 182/25-4-2007 διάταξη της 5ης ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι η επικαλούμενη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη δεν σχετίζεται με τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος ήτοι για μη υποβολή δήλωσης εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας των διαχειριστικών ετών 1998 και 1999 αλλά αφορά τις πράξεις της υποβολής ανακριβούς δηλώσεως φόρου εισοδήματος και μισθωτών υπηρεσιών των διαχειριστικών ετών 1989 έως 1993 για τις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπαυσε την ασκηθείσα εις βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη λόγω παραγραφής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το δικάσαν δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αναφέρει την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αφού αυτή δεν αφορούσε το αντικείμενο της παρούσης δίκης και επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ συναφής λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ συνισταμένη στην έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του υπό του συνηγόρου του αναιρεσείοντος προβληθέντων ισχυρισμών περί αναγνωρίσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων των άρθρων 842β και ε ΠΚ. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών που είναι ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση ο συνήγορος του αναιρεσείοντος επικαλέσθηκε προς θεμελίωση των ισχυρισμών αυτών τα ακόλουθα: "Επίσης από την ακροαματική διαδικασία απεδείχθη με σαφήνεια και πληρότητα ότι ουσιαστικά δεν είχα καμία συμμετοχή στη διοίκηση της εταιρίας K. CAPITAL ΕΠΕ, της οποίας ουσιαστικός διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο συγκατηγορούμενός μου Α. Ζ., κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από σωρεία εγγράφων αλλά και από το ίδιο το παραπεμπτικό βούλευμα. Μάλιστα πλήρως αποδείχθηκε ότι έχω παραιτηθεί από την μητρική εταιρία K. CAPITAL Inc στις 26-12-1994. Αποδείχθηκε επίσης ότι ουδέν ποσό, από όσα αναφέρονται στην δικογραφία και στο παραπεμπτικό βούλευμα δεν έχει εισπραχθεί από εμένα και ότι οι δήθεν τιθέμενες από εμένα υπογραφές σε σωρεία εγγράφων είναι πλαστογραφημένες υπό αγνώστου προσώπου. Τέλος σχετικά με το ποσό για το οποίο φέρομαι να εξαπάτησα δήθεν το Ελληνικό Δημόσιο αποδείχθηκε πλήρως ότι το ανωτέρω ποσό παραδόθηκε στο τέλος του 1999, αυτούσιο, στον συγκατηγορούμενό μου Α. Ζ. και ότι εκ του ανωτέρω ποσού δεν καρπώθηκα κυριολεκτικά ούτε δραχμή. Για τους λόγους αυτούς ζητώ να μου αναγνωρισθεί από το Δικαστήριο σας η ελαφρυντική περίσταση ότι δεν τέλεσα την αποδιδόμενη σε εμένα πράξη ορμώμενος από ταπεινά αίτια κατ' άρθρο 84 § 2β Π.Κ. και να μου επιβληθεί ποινή ελαττωμένη. B.1) Επίσης από την ακροαματική διαδικασία αποδείχθηκε ότι μετά την δήθεν υπ' εμού τέλεση των αξιόποινων πράξεων και μέχρι σήμερα, δηλαδή για διάστημα πλέον των 11 ετών, έχω επιδείξει άριστη συμπεριφορά. Δουλεύω νυχθημερόν για να εξασφαλίσω τα προς το ζην, δεν έχω από τότε εμπλακεί σε άλλη δικαστική υπόθεση, κάτι το οποίο αποδεικνύεται επίσης από το ποινικό μου μητρώο και εν γένει διάγω ως ευσυνείδητος και ευνομούμενος πολίτης. Από το 1994 έως και σήμερα είμαι Πρόεδρος της χρηματιστηριακής επενδυτικής εταιρίας Blackwood Capital Group UC, η οποία εδρεύει στην ... των Η.Π.Α. και συνεχίζω να εργάζομαι παρά το γεγονός ότι διάγω το 76° έτος της ζωής μου. Για τους λόγους αυτούς ζητώ από το Δικαστήριό σας, να μου αναγνωρίσει το ελαφρυντικό της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα κατ' άρθρο 842ε ΠΚ. Ο από το άρθρο 842β ΠΚ ισχυρισμός, όπως ανωτέρω προτάθηκε, ήταν αόριστος, αφού τα άνω περιστατικά που επικαλέσθηκε ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, δεν θεμελιώνουν κατά νόμο το ελαφρυντικό της ως άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Επομένως, το δικαστήριο που απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν με τη συνοπτική αιτιολογία ότι δεν πρέπει να αναγνωρισθεί στον αναιρεσείοντα η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ.2ε ΠΚ δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠοινΔ, αφού δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σε αόριστο ισχυρισμό. Αντίθετα, η προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 842ε ΠΚ έγινε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους να οδηγούν σε ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου μετά την τέλεση της πράξης δεν ήταν τέτοια που να επιβραβεύεται με την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού". Η αιτιολογία όμως αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη αφού το Δικαστήριο δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την μετά την τέλεση της πράξεως συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν πρέπει να επιβραβευθεί με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 842ε ΠΚ. Με το να απορρίψει το Δικαστήριο χωρίς αιτιολογία τον αυτοτελή αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ και συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτό. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ.1 ΠΚ όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, αν κάποιος καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης μεγαλύτερη από τρία έτη και συντρέχει στο πρόσωπό του η προϋπόθεση του άρθρου 99 παρ.1 το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής του υπό όρους και υπό την επιμέλεια και επιτήρηση επιμελητή κοινωνικής αρωγής, για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μετά την κήρυξη του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως ενόχου και την επιβολή σ' αυτόν συνολικής ποινής φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, ο συνήγορός του υπέβαλε αίτημα αναστολής της ποινής. Το Δικαστήριο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο και αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει την αναστολή εκτελέσεως της ποινής απέρριψε το σχετικό αίτημα με την παρακάτω αιτιολογία: "Το αίτημα περί αναστολής της ποινής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο καθόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής ούτε είναι δυνατόν να τον αποτρέψει από την τέλεση νέων πράξεων ενόψει και της μονίμου διαμονής του στην αλλοδαπή". Όμως η αιτιολογία αυτή δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο δεν αναφέρει ποιες είναι οι προϋποθέσεις αναστολής, ο οποίες δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ούτε προσδιορίζει τα στοιχεία με βάση τα οποία έκρινε ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να τον αποτρέψουν από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναστολής της ποινής και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα P. R. κατά το μέρος που απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό για τη χορήγηση της ελαφρυντικές περίστασης του άρθρου 842 ε ΠΚ, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής καθώς και τη διάταξη περί απορρίψεως αναστολής της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή για το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2011 αίτηση του Α. Ζ. του Φ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1326/2011 αποφάσεως του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον ανωτέρω αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αναιρεί ως προς τον αναιρεσείοντα P. R., κατά ένα μέρος, την υπ' αριθμ. 1326/2011 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και ειδικότερα κατά τις διατάξεις της που αναφέρονται στην απόρριψη της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 842ε ΠΚ και την επιβολή της ποινής καθώς και στην διάταξη περί απορρίψεως της αναστολής της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα κρίση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ