Αριθμός 1271/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Φ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλεξάνδρου Παπαστεργιόπουλου και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Θεοδωράτου και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία " ALLIANZ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" εδρεύουσα στην ..., νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Τσιτίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2003 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσιβλήτου και την από 5-1-2004 παρεμπίπτουσα περί αναγωγής αγωγής της 2ης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 654/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3506/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 10-11-2006 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1125/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρείται η 3506/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμπεται η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 3422/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 12-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη, περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 παρ.1 εδ.α και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως αναφορικά με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα και τ' ακόλουθα: Στις 9-10-2002 και περί ώρα17.50 ο πρώτος εναγόμενος Φ. Χ., οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε επί της Λεωφόρου Μαραθώνος, στο ύψος της Ν. Μάκρης, με κατεύθυνση από Ραφήνα προς Μαραθώνα. Όταν έφτασε σε απόσταση 65 περίπου μέτρων πριν από το ύψος του αριθμού 84-86 αυτής, ακινητοποίησε το όχημα του, διότι ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στο σημείο εκείνο, έδειχνε ερυθρό χρώμα κυκλικής μορφής ως προς την πορεία του. Η Λεωφόρος Μαραθώνος στο σημείο του ατυχήματος, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Αγ. Παρασκευής, είναι διπλής κατευθύνσεως, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίς διαγραμμίσεις επί του οδοστρώματος, με πλάτος οδοστρώματος 8,50 μ. και στο ρεύμα κυκλοφορίας από Ραφήνα προς Μαραθώνα χωρίζεται με νησίδα-πλάτους 1,5 μ., από την παράπλευρη βοηθητική οδό, η οποία (νησίδα) βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά 0,60 μέτρων από αυτήν. Επίσης στο ως άνω σημείο η λεωφόρος είναι ευθεία και οριζόντια, άσφαλτος, ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μεγάλη, των πεζών μικρή, καιρικές συνθήκες καλοκαιρία, υπήρχε φως ημέρα, η ορατότητα ήταν καλή και το όριο ταχύτητας ήταν 50χλμ/ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Την ίδια στιγμή ο Αθανάσιος Παπαρήγας, πατέρας της ενάγουσας, βρισκόταν πεζός στο ύψος του αριθμού 84-86 της ως άνω Λεωφόρου και αφού εξήλθε από παρακείμενο κατάστημα και διέσχισε την παράπλευρη βοηθητική οδό, ανήλθε στη νησίδα, που χώριζε το ρεύμα κυκλοφορίας προς Μαραθώνα με την οδό αυτή έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα τη Λεωφόρο από δεξιά προς τ' αριστερά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του εναγομένου, για να διέλθει απέναντι. Πραγματοποιώντας την πρόθεση του αυτή κατέβηκε από τη νησίδα στο οδόστρωμα, εκτός διαβάσεων πεζών, οι οποίες υπήρχαν σε απόσταση 65 περίπου μέτρων, στο ύψος του φωτεινού σηματοδότη, που ρύθμιζε και τη διέλευση των πεζών και ενώ είχε πραγματοποιήσει ένα βήμα και επιχειρούσε να κάνει το δεύτερο, είχε δηλ. διανύσει 0,70 μ. περίπου επί του οδοστρώματος, προσέκρουσε επ' αυτού με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε ξεκινήσει πρώτος από το φωτεινό σηματοδότη, που εν τω μεταξύ έδειξε πράσινο φως, κινούμενος με αναπτυσσόμενη ταχύτητα, που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς, πάντως δεν είχε υπερβεί το προαναφερόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας των 50 χλμ./ώρα, λόγω της μικρής απόστασης (65 περίπου μέτρα) από το φωτεινό σηματοδότη, μέχρι το σημείο της πρόσκρουσης στον πεζό. Λόγω της παραπάνω πρόσκρουσης ο πεζός εκτινάχθηκε στον αέρα και στη συνέχεια κατέπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι του στο κράσπεδο της ως άνω νησίδας και να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε στις 11-10-2002 ο θάνατος του στο Γ. Ν. Αττικής "ΚΑΤ", όπου νοσηλευόταν (βλ. 3104/4-11-2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Ν. Κ.). Τα παραπάνω προκύπτουν σαφώς από τις ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των φερομένων την έκθεση αυτοψίας ως αυτόπτων μαρτύρων Χ. Μ., Ι. Π. και Σ. Σ.. Μετά το ατύχημα, κατόπιν δύο διαδοχικών μετρήσεων με αλκοολόμετρο που διενεργήθηκαν στον πρώτο εναγόμενο, διαπιστώθηκε ποσοστό οινοπνεύματος, που ανερχόταν σε 0,44 και 0,39 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού και του πεζού, κατά ποσοστό 50% του καθενός. Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου οδηγού, ήτοι η έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει συνίσταται στο ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, χωρίς σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του (αρ. 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (αρ. 19 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.) και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδιαίτερα ότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή, σε κεντρικό και πολυσύχναστο σημείο της Ν. Μάκρης, σε ώρα λειτουργίας των καταστημάτων και με συχνή διέλευση πεζών, που συνηθίζουν έστω και κατά του Κ.Ο.Κ. να διασχίζουν εκτός διαβάσεως την παραπάνω Λεωφόρο, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του οχήματος του, μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (αρ. 19 παρ. 2, 3 Κ.Ο.Κ.). Αντίθετα αυτός, παρόλο που μόλις είχε ξεκινήσει από το φωτεινό σηματοδότη, που απείχε 65 μ. από το σημείο του ατυχήματος, όταν αυτός έδειξε πράσινο φως, ανέπτυξε ταχύτητα που δεν υπερέβαινε μεν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ./ώρα της κατοικημένης περιοχής, ανερχόμενη σε 45 χλμ./ώρα περίπου, πλην όμως ήταν υπερβολική για τις προαναφερόμενες επικρατούσες στο σημείο ατυχήματος συνθήκες, με αποτέλεσμα αφενός μεν να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό, αν και μπορούσε να τον αντιληφθεί από απόσταση τουλάχιστον 15 μ., δεδομένου ότι, το αυτοκίνητο ήταν σε απόσταση 15μ. από τον πεζό, όταν αυτός κατήλθε και διήνυσε 0,70 μ. εντός του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, αφετέρου δε να μην αντιδράσει, όπως όφειλε, για ν' αποφύγει ή έστω να μειώσει τις συνέπειες του ατυχήματος, καθόσον ούτε τροχοπέδησε, ούτε έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων του οχήματος του για να προειδοποιήσει τον πεζό, ούτε τέλος πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά, όπως μπορούσε να κάνει, καθόσον ναι μεν υπήρχε μεγάλη κίνηση οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, πλην όμως ενόψει του ότι ο πεζός βρισκόταν ακόμα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, αφού είχε διανύσει μόλις 0,70 μ. εντός αυτού (με πλάτος οδοστρώματος 8,50 μ.), αρκούσε μικρή παρέκκλιση του αυτοκινήτου του για να τον αποφύγει, χωρίς να χρειαστεί να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ας σημειωθεί εξάλλου ότι σε κάθε περίπτωση η κίνηση του πεζού πάνω στη νησίδα ήταν ορατή από τον εναγόμενο οδηγό, από μεγαλύτερη των 15 μ. απόσταση, δεδομένου ότι τα δέντρα, που είναι φυτεμένα αραιά στη διαχωριστική νησίδα, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, δεν περιόριζαν την ορατότητα του, σε συνδυασμό με το ότι ο πεζός ήταν μεγαλόσωμος και δεν πραγματοποιούσε βιαστικές κινήσεις, αλλά περπατούσε κανονικά, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των πιο πάνω αυτόπτων μαρτύρων. Επιπλέον ας σημειωθεί ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος εκ μέρους του εναγομένου οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, επέφερε μείωση της οδηγητικής του ικανότητας, όπως προκύπτει από το ότι αφενός μεν δεν αντελήφθη εγκαίρως τον πεζό, όπως θα έπρεπε, αφετέρου δε δεν πραγματοποίησε τους ενδεδειγμένους ελιγμούς προς αποφυγή του ατυχήματος, οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα ήταν εφικτοί. Περαιτέρω η αμέλεια του πεζού, ήτοι η έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει συνίσταται στο ότι επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της Λεωφόρου Μαραθώνος, σε σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, η οποία, όπως αναφέρθηκε, βρισκόταν σε απόσταση 65 μ. περίπου, σε κάθε δε περίπτωση, κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων και χωρίς να λάβει υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία πλησίαζαν, με αποτέλεσμα, έχοντας διανύσει μόλις 0,70 μ. επί του οδοστρώματος, να παρεμβληθεί στην πορεία του εναγομένου και να παρασυρθεί από αυτόν, ήτοι ενήργησε κατά παράβαση των προβλεπομένων στο άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ. Η παράβαση δε αυτή εκ μέρους του πεζού, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος και ήταν πρόσφορη στην δημιουργία του αποτελέσματος αυτού, γενομένης εν μέρει δέκτης, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της ένστασης συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος που πρότειναν οι εναγόμενοι. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε την απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συγκλίνουσας αμέλειας περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τόσον του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος όσο και του θανατηφόρου τραυματισθέντος πεζού που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας. Ειδικότερα, καθορίζονται σαφώς τα χαρακτηριστικά της λεωφόρου Μαραθώνος στο σημείο, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, διευκρινίζεται η κίνηση του ζημιογόνου οχήματος οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες, η παραβατική οδική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ενώ εξ άλλου προσδιορίζεται η αμελής συμπεριφορά του πεζού που συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού θανατηφόρο τραυματισμό του. Ο πρώτος λόγος επομένως της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τη δυνατότητα διενέργειας αριστερού ελιγμού από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου άνευ κινδύνου πρόσκρουσης σε αντιθέτως διερχόμενα οχήματα, δεν προσδιορίζει το χώρο του οδοστρώματος που καταλάμβαναν τα σταθμευμένα οχήματα στο με κατεύθυνση από Μαραθώνα προς Ραφήνα ρεύμα πορείας της ανωτέρω λεωφόρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ενόσω στην αναιρεσιβαλλομενη, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ουδεμία αναφορά γίνεται περί της ύπαρξης σταθμευμένων οχημάτων στο με κατεύθυνση προς Ραφήνα ρεύμα πορείας της ανωτέρω λεωφόρου. Επειδή, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μη της δικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικαστεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος. Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμματίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοομέτρου. Τέλος ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 230/2009). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα. Μετά το ατύχημα κατόπιν δύο διαδοχικών μετρήσεων με αλκοόμετρο που διενεργήθηκαν στον πρώτο εναγόμενο, διαπιστώθηκε ποσοστό οινοπνεύματος που ανερχόταν σε 0,44 και 0,39 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρου εκπνευόμενου αέρα, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του εναγόμενου οδηγού και του πεζού, κατά ποσοστό 50% του καθενός. Ας σημειωθεί, ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος εκ μέρους του εναγομένου οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα αφού κατά τα προαναφερόμενα, επέφερε μείωση της οδηγητικής του ικανότητας, όπως προκύπτει από το ότι αφενός μεν δεν αντελήφθη εγκαίρως τον πεζό, όπως θα έπρεπε, αφετέρου δε δεν πραγματοποίησε τους ενδεδειγμένους ελιγμούς προς αποφυγή του ατυχήματος οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα ήταν εφικτοί. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με συνοπτικές μεν πλην με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες αναφέρεται στο ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας της παράβασης του άρθρου 42 του ΚΟΚ από τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος του τραυματισμού θανατηφόρα του πεζού. Ο δεύτερος επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμόν 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα της ύπαρξης σχέσης αιτίας αιτιατού μεταξύ της κατανάλωσης της ως άνω μικρής ποσότητας αλκοόλ και της πρόκλησης του τροχαίου ατυχήματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ' όσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν αυτά χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τόσο του θανατηφόρα τραυματισθέντος πεζού, όσο και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα κοινής πείρας αναφορικά με την υπάρχουσα δυνατότητα αποφυγής πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος στην περίπτωση που ο πεζός κινείται εντός των διαβάσεων. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι αναφέρεται στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και την εκτίμηση των αποδείξεων σε σχέση με τις συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα πρέπει να απορριφθεί η από 15.12.2011 αίτηση αναιρέσεως της 3422/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστική δαπάνη καθένα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15.12.2011 αίτηση αναιρέσεως της 3422/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη καθένα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ