Αριθμός 893/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ . Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΑΞΤΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ασημένη Βεργή. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Νοεμβρίου 2000 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου (διαδικασία Ασφαλιστικών μέτρων). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1334/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 15/2008 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16 Ιουνίου 2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 27 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στην δικαστική δαπάνη της. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/ 1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται με πρωτόκολλο αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση. Η αποζημίωση ορίζεται, κατά κρίση αγαθού ανδρός, με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εκείνος εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το πρωτόκολλο αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει ανακοπή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σ' αυτόν του πρωτοκόλλου, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση. Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέτρο επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου ουδεμία επιρροή ασκεί στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως (ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί), αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτελέσεως κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά του οποίου ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού. Εκ τούτου παρέπεται ότι αν το πρωτόκολλο αποζημίωσης ακυρωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση είναι σαν να μην εκδόθηκε ποτέ και καμιά έννομη συνέπεια παράγει εις βάρος εκείνου του οποίου εκδόθηκε. Με τις παραπάνω διατάξεις θεσπίζεται σύντομη διαδικασία καθορισμού αποζημιώσεως, στηριζομένου στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γι' αυτούς που κατέχουν αυθαίρετα δημόσια κτήματα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 388/1943 "η βεβαίωσις αποζημιώσεως δι' αυθαίρετον χρήσιν κτημάτων τελούντων υπό την διαχείρισιν του Δημοσίου εις βάρος των νεμηθέντων ταύτα, δεν δύναται εφεξής να περιλαμβάνει χρονικόν διάστημα μείζον της πενταετίας, αφ' ης το πρώτον λαμβάνει χώραν αύτη (βεβαίωσις)". Κατ' ορθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με την προεκτεθείσα του άρθρου 115 του Π.Δ. 11/12-11-1929, με αυτήν δεν προβλέπεται παραγραφή της σχετικής αξίωσης του Δημοσίου αλλά περίπτωση ανεπιτρέπτου και εντεύθεν ακυρότητος του πρωτοκόλλου περί καθορισμού αποζημίωσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας στην περίπτωση που για πρώτη φορά εκδίδεται τέτοιο πρωτόκολλο και όχι όταν πρόκειται για μεταγενέστερο του πρώτου πρωτόκολλο οπότε το Δημόσιο έχει τη δυνατότητα να συμπεριλάβει αξίωση αποζημίωσης και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα (ΑΠ 261/2009, ΑΠ 1002/2010). Τούτο όμως δεν ισχύει στην περίπτωση που τα προηγουμένως εκδοθέντα πρωτόκολλα αποζημίωσης ακυρώθηκαν με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, και επομένως, με το μεταγενεστέρως εκδιδόμενο αυτών πρωτόκολλο δεν μπορεί αναζητηθεί αποζημίωση για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την πενταετία εφόσον πρόκειται για το πρώτο εγκύρως εκδιδόμενο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Δωδεκανήσου, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσίβλητης, δικάζοντας επί ανακοπής της τελευταίας κατά του υπ' αριθ. 44/2000 πρωτοκόλλου του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου περί καθορισμού αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, με την υπ' αριθ. 15/2008 απόφασή του, έκανε αυτήν κατά ένα μέρος δεκτή. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη, ως άνω, απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο ΚΟΛΟΣΣΟΣ ΜΠΗΤΣ που βρίσκεται στην παραλιακή περιοχή ... του Δήμου ... . Το έτος 1979 που κατασκευαζόταν το εν λόγω ξενοδοχείο η ανακόπτουσα ζήτησε, με αίτησή της στο Νομάρχη Δωδεκανήσου, να της χορηγηθεί άδεια διευθετήσεως της κοίτης του παρακείμενου βορείως της ιδιοκτησίας της (επί της οποίας το ξενοδοχείο) χειμάρρου με την ονομασία "ΒΑΛΤΑΝΗΣ" ποταμός για την απομάκρυνση των εκεί λιμναζόντων υδάτων και την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας της προς την πλευρά του χειμάρρου. Ο Νομάρχης Δωδεκανήσου εξέδωσε την υπ' αριθ. 2304/18-10-1979 απόφασή του με την οποία εγκρίθηκε η διευθέτηση του εν λόγω χειμάρρου από τη γέφυρα της οδού Νερά Καλλιθέας-Φαληράκι μπροστά από το υπό κατασκευή ξενοδοχείο μέχρι τη θάλασσα και συγκεκριμένα εγκρίθηκε η κατασκευή, με έξοδα της ανακόπτουσας, τοιχίου αντιστήριξης με οπλισμένο σκυρόδεμα ύψους 1,50 μ. μετά επικλινούς αναχώματος κατά μήκος του χειμάρρου που θα χώριζε αυτόν από την ιδιοκτησία της ανακόπτουσας, ακολουθώντας τα όρια του Κτηματολογίου. H ανακόπτουσα όμως κατασκεύασε το εν λόγω τοιχίο εντός της κοινόχρηστης κοίτης του χειμάρρου (ποταμού ΒΑΛΤΑΝΗ) ενσωματώνοντας στην ιδιοκτησία της τμήμα αυτού εμβαδού 1.816 τ.μ., στο οποίο έχει εμφυτεύσει φυτά χαμηλής βλάστησης και γκαζόν, ενώ το τοιχείο αποτελεί την περίφραξη του ξενοδοχείου (φράκτη). Επομένως ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι δεν γίνεται χρήση του παραπάνω τμήματος και δεν αναιρείται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του είναι αβάσιμος κι απορριπτέος, αφού ο χώρος αυτός μετά την περίφραξή του χρησιμοποιείται ως αύλειος χώρος του ξενοδοχείου, όπως ορθά δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την κατάληψη-χρήση τμήματος της κοινόχρηστης κοίτης του εν λόγω χειμάρρου (1338 τ.μ.) η Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου εξέδωσε σε βάρος της ανακόπτουσας τα με αριθ. 18 και 19/1987 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για τα χρονικά διαστήματα από 1-1-1980 μέχρι 31-12-1981 (το 1ο) και από 1-1-1981 έως 31-12-1986 (το 2ο), τα οποία (κατόπιν προσφυγών) ακυρώθηκαν αμετάκλητα με τις προσκομιζόμενες υπ' αριθ. 987/1994 και 988/1994 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, που έκρινε ότι η ανακόπτουσα δεν προέβη σε αυθαίρετη χρήση του ως άνω κοινόχρηστου ακινήτου. Δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι, εφόσον τα δύο προεκδοθέντα πρωτόκολλα ακυρώθηκαν αμετάκλητα, το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ανεπίτρεπτα καθόρισε αποζημίωση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και πρέπει να ακυρωθεί για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-8-1995. Επομένως το Εφετείο, το οποίο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης, με τον οποίο προσβάλλετο η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει αντίστοιχο λόγο της ανακοπής, έκρινε ότι ακύρως εκδόθηκε το ένδικο υπ' αριθ. 44/2000 πρωτόκολλο, κατά το μέρος που καθορίστηκε αποζημίωση και για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-8-1995, ενόψει του ότι είχαν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις τα δύο προηγούμενα πρωτόκολλα που καθόριζαν αποζημίωση σε βάρος της ανακόπτουσας για αυθαίρετη χρήση της επίδικης έκτασης για τα χρονικά διαστήματα από τις 1-1-1980 μέχρι 31-12-1981 (το 1ο) και από 1-1-1981 έως 31-12-1986 (το 2ο), και επομένως πρώτο εγκύρως εκδιδόμενο πρωτόκολλο ήταν το επίδικο με το οποίο δεν μπορούσε να αναζητηθεί αποζημίωση πέραν της πενταετίας, αφού τα προηγούμενα δεν παρήγαγαν καμιά έννομη συνέπεια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την παραπάνω διάταξη του άρθρου 2 του ν. 388/1943, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", που εφάρμοσε, γι αυτό και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-06-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 15/2008 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ