ΑΡΙΘΜΟΣ 149/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή και Βασίλειο Καπελούζο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος S. M. του L. K., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 45/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Το Πενταμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Οκτωβρίου 2011 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1296/11. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σταύρος Μαντακιοζίδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 12 και ημερομηνία 24 Ιανουαρίου 2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: " -Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 § 3 β', 528 § 1α' και 529 ΚΠΔ, την από 24-10-2011 αίτηση του S. M., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, -την οποίαν υπέβαλε ο ίδιος, δια μέσου της Γραμματείας του ως άνω Καταστήματος-, περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 45/2006 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας εκθέτουμε τ' ακόλουθα: 1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1) ... 2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε". 2. "Νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που είτε προϋπήρχαν της καταδίκης αλλά ήσαν άγνωστα είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο και όχι πιθανό ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου. Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό έστω και εσφαλμένα τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας {(ΑΠ 1300/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 263/2009, ΑΠ 1094/2006 ΠΧ 2007.411, ΑΠ 1139/2003, Π. Τσιρίδης "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπέρ. 1995.673, Δασκαλόπουλος "Περί της εννοίας του εν άρθρω 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ ΙΓ' 1, Δαλακούρας "Η επανάληψη διαδικασίας 2007". σελ. 214 και 215 )}. Δεν συνιστούν "νέα γεγονότα" τυχόν δικονομικά σφάλματα που επικαλείται ο αιτών και επιδιώκουν να γίνουν δεκτές ή να απορριφθούν διάφορες δικονομικές πράξεις (Ολ.ΑΠ 66/1991 ΠΧ' 1991.833, ΑΠ 56/1985 ΠΧ' 1985.661, Δαλακούρας Η επανάληψη διαδικασίας 2007. 190). Εξάλλου, είναι ανεπίτρεπτη μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 460/2008, ΑΠ 551/2011). 3. Η προσβαλλόμενη ως άνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας είναι ήδη αμετάκλητη,- αφού, η ασκηθείσα κατ1 αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος -απορρίπτοντας τις ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις του αιτούντος- έκρινε ότι η απόφαση του Εφετείου, διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσον ως προς την τέλεση εκ μέρους του αιτούντος των ως άνω πράξεων της εισαγωγής στην επικράτεια, της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, όσον και ως προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν. 4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 45/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, εισαγωγής στην επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών και δη 83 κιλών και 160 γραμμαρίων ηρωίνης, πράξεις που τέλεσε κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, -από κοινού με τον T. T.-, και του επιβλήθηκε ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 200.000 ευρώ. Ειδικότερα στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της, δέχθηκε το Εφετείο ότι, από τα αναφερόμενα κατ1 είδος αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής: "... Την 7.9.2005 οι κατηγορούμενοι (ο ήδη αναιρεσείων και ο ανωτέρω T. T.), ενεργώντας με κοινό δόλο, μετά από συναπόφαση, εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια από την Τουρκία (Κωνσταντινούπολη), μέσω Ε/Δ Κήπων Αλεξανδρούπολης, 83 κιλά και 160 γραμμάρια ηρωίνης σε στερεή μορφή, συσκευασμένης σε 162 νάυλον πακέτα, την οποία είχαν τοποθετήσει σε ειδικώς διαμορφωμένη κρύπτη του δαπέδου ΙΧΕ αυτοκινήτου τύπου CITROEN με τις γερμανικές πινακίδες ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο συνεπέβαιναν αυτοί και η γερμανίδα υπήκοος M. D., ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, το οποίο οδηγούσε ο ανωτέρω T. T.. Την ίδια ημέρα, δια μέσου του εθνικού οδικού δικτύου, μετέφεραν την άνω ποσότητα ηρωίνης μέχρι την Ηγουμενίτσα, όπου κατελήφθησαν να την κατέχουν, μετά από ενδελεχή έλεγχο που έγινε από σκύλο στο όχημα, στο χώρο του Τμήματος Αλλοδαπών-Διαβατηριακού Ελέγχου Ηγουμενίτσας, αφού στο μεταξύ, καθ' οδόν, στη Λευκοθέα Ιωαννίνων, προξένησε το όχημα τους τροχαίο ατύχημα χωρίς να σταματήσουν, εντοπισθέντες από περιπολικό της Τροχαίας Ηγουμενίτσας την 17.15' ώρα της άνω χρονολογίας μεταξύ Ηγουμενίτσας και Παραποτάμου. Τις πράξεις αυτές τέλεσαν οι ανωτέρω κατ' επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει και συγκεκριμένα από τον τρόπο που είχαν διαρρυθμίσει το δάπεδο του αυτοκινήτου σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη, σε συνδυασμό με την ποσότητα της ηρωίνης και τον τρόπο συσκευασίας της προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως, είναι δε ιδιαίτερα επικίνδυνοι καθόσον, λόγω της βαρύτητας της πράξεως, του άνω τρόπου και των συνθηκών τελέσεως της, των αιτίων που τους οδήγησαν σε αυτή και της προσωπικότητας τους, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα τους και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων ...". 5. Με την υπό κρίση αίτηση του, ο ανωτέρω καταδικασθείς, προκειμένου να στηρίξει το βάσιμο αυτής, προσάπτει διάφορες αιτιάσεις σε σχέση με την διαδικασία στο ακροατήριο και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία θεωρεί άδικη σε βάρος του, μολονότι παραδέχθηκε την ενοχή του. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι ανωτέρω απόφαση, δεν έχει την απαιτούμενη αιτιολογία την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία: ι)ως προς την τέλεση εκ μέρους του αιτούντος των ως άνω πράξεων της εισαγωγής στην επικράτεια, της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, ιι)προς την παραδοχή των επιβαρυντικών περιστάσεων υπό τις οποίες αυτές τελέσθηκαν και ιιι) ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών του περί συνδρομής στο πρόσωπο του, των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου, της μεταφηβικής ηλικίας του και της καλής του συμπεριφοράς μετά την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Τέλος ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας προκειμένου "να τύχει της δίκαιας δίκης και να εξαφανισθεί η αποδεδειγμένως εσφαλμένη υπ' αριθ. 45/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας, καθόσον, με την επιβληθείσα σ' αυτόν της ποινής της ισόβιας κάθειρξης, δεν τηρήθηκε η θεμελιώδης αρχή της αναλογίας". 6. Με την αίτηση του, όμως αυτή ο αιτών την αναψηλάφηση δεν επικαλείται νέα γεγονότα, η τουλάχιστον, τα όσα αναφέρει στην αίτηση του δεν είναι δυνατό, να εκτιμηθούν σαν νέα γεγονότα κατά την έννοια του νόμου, γιατί και ασαφή και συγκεχυμένα είναι, αλλά και διότι όσα αναφέρει, αποτέλεσαν αντικείμενο διαδικασιών ενώπιον του πρωτόδικου, του κατ' έφεση δικάσαντος δικαστηρίου αλλά και αντικείμενο αίτησης αναίρεσης την οποία άσκησε και απορρίφθηκε. Επομένως, χωρίς καμιά αμφιβολία, σηματοδοτείται n επιδίωξη του καταδικασθέντος -δια της ως άνω διαδικασίας- να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, είναι ανεπίτρεπτος (ΑΠ 551/2011) 7. Κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτηση της για επανάληψη της διαδικασίας, -ως κατ' ουσίαν αβάσιμη-, να επιβληθούν δε τα, εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του (άρθρα 583 §1 Κ.Π.Δ, σε συνδ. με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 58553/28-6-2006 Απόφ. Υπουργ. Οικονομικών & Δικαιοσύνης ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Να απορριφθεί η από 24-10-2011 αίτηση του S. M., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την -αμετάκλητη- υπ' αριθ. 45/2006 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας 2) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (220) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του αιτούντος. Αθήνα 23-1-2012 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Όπως προκύπτει από το υπό ημεροχρονολογία 23-5-2012 αποδεικτικό επιδόσεως της γραμματέως του καταστήματος κράτησης Λάρισας ..., ο κρατούμενος στο εν λόγω κατάστημα κράτησης αιτών, ο οποίος επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την καταδικαστική γι' αυτόν 45/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας και κατέστη ήδη αμετάκλητη μετά την επί αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής εκδοθείσα 1/2008 απόφαση του Αρείου, κλητεύθηκε κατ' άρθρο 528 παρ.1 και 513 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. νομίμως και εμπροθέσμως με την επίδοση σ' αυτόν της υπ' αριθμ.1296/11, υπό ορθή επανάληψη, από 22/5/2012 κλήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17/10/2012. Κατά τη δικάσιμο εκείνη μετά από αίτημα που υποβλήθηκε από την εμφανισθείσα δικηγόρο Μαρία Γυφτάκη για αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως συνεπεία αποχής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος Παναγιώτη Κάσση λόγω της απεργίας του δικηγορικού του συλλόγου, το παρόν δικαστήριο με την 1192/2012 απόφασή του δέχθηκε το αίτημα και ανέβαλε την εκδίκαση της υποθέσεως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο στην οποία όλοι οι διάδικοι οφείλουν να εμφανισθούν χωρίς νέα κλήτευση ακόμη και αν δεν ήταν παρόντες κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης. Εφόσον νομίμως είχε κλητευθεί ο αιτών, παρά την μη εμφάνισή του κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω μετ' αναβολή δικάσιμο πρέπει να ερευνηθεί η αίτηση και χωρίς αυτός να ακουσθεί. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 528 παρ.1 εδάφ. α' σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 527 παρ.3 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι αρμόδιο να αποφασίσει επί της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας είναι το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από το Εφετείο, ενώ από την τελευταία από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 525 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ακόμη ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λογούς για τους οποίους ζητείται η επανάληψη καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Επομένως, ως αρμοδίως εισαγομένη στο παρόν δικαστήριο η κρινόμενη αίτηση, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτής. Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περιπτ. 2 Κ.Ποιν.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν ύστερα από την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν, νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι αυτές που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα της διαδικασίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων, που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλείψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους, αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Επίσης κατά την έννοια της ιδίας παραπάνω διατάξεως βαρύτερο έγκλημα για το οποίο καταδικάσθηκε ο αιτών υφίσταται όταν μεταβάλλεται το είδος της αξιοποίνου πράξεως και όχι όταν παρέχεται η δυνατότητα επιεικέστερης μεταχειρίσεως του υπαιτίου της ίδιας πράξεως όπως με την ενδεχόμενη επιβολή μειωμένης ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται στο παρόν δικαστήριο σε Συμβούλιο η από 24/10/2011 αίτηση του κρατουμένου στο Κ.Κ.Λάρισας, μέσω του προϊσταμένου της διευθύνσεως του οποίου υποβλήθηκε, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της 30/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας με την οποία καταδικάσθηκε αυτός για εισαγωγή, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα από κοινού σε ισόβια κάθειρξη και σε χρηματική ποινή 200.000 ευρώ και η οποία απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετ' απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσης αιτήσεως αναιρέσεως με την 1/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην κρινόμενη αίτηση δεν παρατίθενται νέα γεγονότα και αποδείξεις υπό την προαναφερθείσα έννοια, άγνωστα στους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως, τα οποία αποκαλύφθηκαν μετά την αμετάκλητη καταδίκη του. Αντίθετα ο αιτών επικαλείται με την κρινόμενη αίτηση α)έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την αναφορά με σαφήνεια και πληρότητα των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου για τη συνδρομή των στοιχείων συγκροτήσεως των αξιόποινων πράξεων της εισαγωγής και κατοχής ναρκωτικών ουσιών υπό τις γενόμενες δεκτές επιβαρυντικές περιστάσεις και τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των αποδείξεων στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν, αλλά και όσον αφορά την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του για αναγνώριση στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων προτέρου εντίμου βίου και τελέσεως των πράξεων από νεαρό ενήλικο δράστη όπως και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του β)ότι χρησιμοποιήθηκε ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο U. K. του J., κάτοικος Γερμανίας, αστυνομικός, ο οποίος και άσκησε ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση στη Γερμανία και ότι ανακριβώς αναφέρεται στην απόφαση ότι οι κατηγορούμενοι και οι συνήγοροι τους σε ερώτηση του Προέδρου του δικαστηρίου απάντησαν ότι έχουν κλήτευση του ως άνω μάρτυρα που δεν κλητεύθηκε με επιμέλεια του ιδίου, αλλά προφανώς με επιμέλεια του συγκατηγορουμένου του άλλως του Εισαγγελέα και ότι είναι ακυρωτέα η όλη διαδικασία καθόσον βεβαιώνεται, ότι η κλήτευση του άνω μάρτυρα έγινε προφανώς υπό την επιμέλεια του συγκατηγορουμένου του T. T. για απώτερους σκοπούς και ότι άσκησε ο μάρτυρας εκείνος ανακριτικά καθήκοντα μόνον σε βάρος του ιδίου του αιτούντος παραπλανώντας και επηρεάζοντας την κρίση του δικαστηρίου χωρίς να τύχει ίσου μέτρου κρίσεως μέσω της αποφάσεως καθόσον καταδικάσθηκε σε ισόβια κάθειρξη σε αντίθεση με τον συγκατηγορούμενό του που καταδικάσθηκε για τις ίδιες πράξεις σε κάθειρξη δεκαοκτώ (18) ετών και ήδη βρίσκεται στην Αμερική από το έτος 2008 γ)παραλείψεις και αντιφάσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως και διάσταση μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της που όπως ισχυρίζεται δικαιολογούν την αναίρεσή της σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Ποιν.Δ. καθόσον πέραν της ελλείψεως αιτιολογίας δεν ερείδεται επί του αποδεικτικού υλικού και το αιτιολογικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού και επί πλέον το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση καθ' υπέρβαση της εξουσίας του παρ' ότι εδίκασε επί εφέσεώς του επέβαλε σ' αυτόν ποινή μεγαλύτερη από την επιβληθείσα από το δικάσαν πρωτοδίκως Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, δ)ότι λόγω της επελθούσης κατά τους ισχυρισμούς του νέας νομικής καταστάσεως από τα άρθρα 47 έως 50 του από 1/12/2009 ισχύοντος δεσμευτικού χαρακτήρα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.1 της Συνθήκης ΕΕ, χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά και την εκδοθείσα 1/2011 απόφαση της Ολομελείας του Αρείου Πάγου, πέραν των λοιπών αιτιάσεων περί μη δίκαιης δίκης ως προς την καταδίκη του σε αυτήν την έσχατη ποινή ή σε βάρος του επιβολή της ποινής ισόβιας κάθειρξης με την προαναφερόμενη καταδικαστική απόφαση του κατ'έφεση δικάσαντος δικαστηρίου αντίκειται ευθέως στη διάταξη του άρθρου 49 παρ.3 του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι δεν τηρήθηκε ως προς αυτόν η θεμελιώδης αρχή της αναλογίας "principle of proportionality" μεταξύ της επιβληθείσης ποινής και του αμετάκλητα φερομένου ως τελεσθέντος αδικήματος που δικαιολογεί την επανάληψη της διαδικασίας για να απαλλαγεί από κάθε αθεμελίωτη κατηγορία σε βάρος του μετά συνεκτίμηση της νέας αυτής καταστάσεως. Έχοντας η αίτηση αυτό το περιεχόμενο και χωρίς να εκτίθενται ποια είναι τα νέα γεγονότα ή οι νέες αποδείξεις τα οποία να είναι σχετικά με τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες εχώρησε η καταδίκη του, πέραν εκείνων που είχαν προσκομιστεί και λήφθηκαν υπόψη από τους δικαστές που τον καταδίκασαν, δεν βεβαιώνεται ο από το άρθρο 525 παρ.1 περ.2 Κ.Ποιν.Δ. προσβαλλόμενος από τον αιτούντα λόγος επαναλήψεως της αμετάκλητης περατωθείσης ποινικής διαδικασίας περί αποκαλύψεως μετά την οριστική καταδίκη του τέτοιων νέων γεγονότων ή αποδείξεων με συνέπεια να είναι απορριπτέος αυτός ως απαράδεκτος από έλλειψη των στοιχείων που θα καθιστά εφικτό τον έλεγχο βασιμότητάς του. Οι λοιπές προσβαλλόμενες αιτιάσεις και ισχυρισμοί του αιτούντος δεν εμπίπτουν ούτε στον λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας που θεσπίζει η περίπτ. 2 της παρ.1 του άρθρου 525 ή σε κάποιον από τους άλλους λόγους επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που θεσπίζονται με τις λοιπές διατάξεις του ίδιου άρθρου περιοριστικώς. Από αυτά που επικαλείται ο αιτών, ότι είχε εκτελέσει ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση στη Γερμανία - ο εξετασθείς στο ακροατήριο του εκδόσαντος την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση δικαστηρίου ως μάρτυρας υπερασπίσεως U. J. K. γερμανός αστυνομικός, οι πράξεις για τις οποίες συνελήφθησαν και παραπέμφθησαν και καταδικάσθηκαν ο αιτών από κοινού με τον συγκατηγορούμενο του έγινε δεκτό ότι τελέσθηκαν στην Ελλάδα και από την κλήτευση από τους κατηγορουμένους και αν αυτή έγινε μόνον με επιμέλεια του συγκατηγορουμένου του αιτούντος όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος και την εξέταση του παραπάνω μάρτυρα δεν στοιχειοθετούν προβολή συνδρομής απόλυτων αποδεικτικών απαγορεύσεων δηλωτικών προσβολής του δικαιώματος προσωπικότητος του αιτούντος ως κατηγορουμένου ή άλλου ατομικού του δικαιώματος έτσι ώστε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση της ως άνω καταθέσεως αυτού του μάρτυρα να είναι ανεπίτρεπτη με συνέπεια να είναι δυνατόν να αποδυναμώσει την αποδεικτική βάση της καταδικαστικής αποφάσεως. Επομένως δεν δύναται να θεωρηθεί αυτή η κλήτευση και εξέταση του παραπάνω μάρτυρα ως νέο γεγονός που να θεμελιώνει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας όσον αφορά τον αιτούντα. Επίσης δεν αποτελούν νέα γεγονότα υπό την έννοια που προαναφέρθηκε η επικαλούμενη από τον αιτούντα με την υπογραφή της συμβάσεως της Λισσαβόνας που υπογράφηκε στις 13/12/2007 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 3671/2008, ισχύει δε από 1/12/2009 οπότε κυρώθηκε από όλα τα συμβληθέντα μέλη, αναγνώριση από την Ένωση των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και των αρχών που περιέχονται στο χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7/12/2000 όπως προσαρμόσθηκε στις 12/12/2007 στο Στρασβούργο και ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες και με το άρθρο 49 παρ.1 του οποίου ορίζεται ότι κανείς δεν μπορεί να καταδικασθεί για πράξη ή παράλειψη που δεν αποτελούσε κατά τη στιγμή της τέλεσής της, αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο, ούτε επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που ίσχυε κατά τη στιγμή τελέσεως του αδικήματος ενώ εάν μετά την τέλεση του αδικήματος προβλεφθεί με νόμο ελαφρύτερη ποινή επιβάλλεται αυτή η ποινή με την παράγραφο 3 δε του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι η αυστηρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το αδίκημα. Οι αρχές της νομιμότητας και της αναλογικότητας αξιόποινων πράξεων και ποινών που καθιερώνει το πιο πάνω άρθρο του χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και πριν την αναγνώριση των αρχών του απευθυνόμενου και στα κράτη μέλη της ενώσεως εφόσον εφαρμόζουν το δίκαιο αυτής, ως άνω χάρτη με το άρθρο 6 παρ.1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όπως αντικαταστάθηκε με τη Σύμβαση της Λισσαβόνας είχαν ήδη εισαχθεί στην ημεδαπή νομοθεσία και ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αιτών και κατά το χρόνο εκδόσεως της καταδικαστικής αποφάσεως του πενταμελούς Εφετείου της οποίας επιδιώκεται επανάληψη της διαδικασίας με τα άρθρα 1,2 και 79 του Π.Κ. και με το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997. Επιπλέον δεν μεταβάλλεται το είδος των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες εχώρησε η καταδίκη του αιτούντος και ο χαρακτήρας των ως κακουργηματικών από την δυνατότητα, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων σε περίπτωση που συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις επιβολής από το δικαστήριο που τον καταδίκασε μειωμένης ποινής που όμως δεν συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, αφού κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται ότι ήταν ελαφρότερο κατ' είδος το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. Οι λοιπές περιεχόμενες στην κρινόμενη αίτηση, αιτιάσεις αφορούν σε ελλείψεις στην αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως όσον αφορά τις γενόμενες δεκτές ότι συνέτρεχαν επιβαρυντικές περιστάσεις τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αιτών και όσον αφορά την απόρριψη ως αβασίμων των αυτοτελών ισχυρισμών του περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων καθώς και σε άλλες μη προσδιοριζόμενες αντιφάσεις και παραλείψεις που μαζί με την επικαλουμένη ότι συνιστά υπέρβαση εξουσίας χειροτέρευση της θέσεώς του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε κατόπιν εφέσεώς του, μπορούσαν να προβληθούν μόνον με την αίτηση αναιρέσεως και δεν συνιστούν λόγους επαναλήψεως της διαδικασίας. Συνεπώς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και σε βάρος του αιτούντος πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24/10/2011 αίτηση του S. M. του L. K., κρατουμένου στο κατάστημα κράτησης Λάρισας για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που έχει περατωθεί αμετάκλητα με την 45/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2013. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2013. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ