Αριθμός 979/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Πάρου" (ΔΕΥΑΠ), που εδρεύει στην Παροικία Πάρου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βερβεσό. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: Α. 1) Ι. Μ. του Δ., εως και 24) Σ. Μ. του Γ. και Β. 1) Μ. Κ. του Π., όλων κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην του υπό στοιχ. Β1 των αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Ν. Κ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πάρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-7-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 29-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα ή αν επισπεύδει ο ίδιος τη συζήτηση και σε αποφατική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση. Σύμφωνα δε με το δεύτερο εδάφιο, που προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου 576 ΚΠολΔ με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, η διάταξη του οποίου κατά το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στη προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 12-7-2011 αίτηση του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Πάρου", για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας υπ' αριθμ. 23/2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, το αναιρεσείον εκπροσώπησε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βερβεσός, δυνάμει του υπ' αριθμ…/30-11-2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πάρου Ελευθερίας Ιορδάνη - Μυτιληναίου. Από τους είκοσι πέντε (25) συνολικά αναιρεσιβλήτους, οι είκοσι τέσσερις (24) εξ αυτών εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη, δυνάμει του υπ' αριθμ…/23-11-2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πάρου Ευρυδίκης Τσάση. Ο τελευταίος αναιρεσίβλητος Μ. Κ. του Π. δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Το παριστάμενο αναιρεσείον δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει έκθεση επιδόσεως αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση αυτής στον απολειπόμενο ως άνω αναιρεσίβλητο (αν το αναιρεσείον επισπεύδει τη συζήτηση), ούτε τυχόν επιδοθέν σ' αυτό (αναιρεσείον) από τον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο αντίγραφο κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος). Τέλος, δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε με επιμέλεια κάποιου από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι παρίστανται νόμιμα, δεδομένου ότι κανένας από αυτούς δεν επικαλείται, αλλά ούτε και προσκομίζει σχετική έκθεση επιδόσεως αρμόδιου δικαστικού επιμελητή. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση του απολειπόμενου αναιρεσιβλήτου Μ. Κ. του Π. ή ότι αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της ως προς τον αναιρεσίβλητο αυτόν και να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την συνδρομή των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια. Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής. Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις αυτές συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α. ή σε Ν.Π.Δ.Δ. και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1069/1980 "Για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας...", δύνανται να συνιστώνται, κατά την παρ. 3 του άρθρου αυτού, σε κάθε Δήμο ή Κοινότητα της χώρας ή από περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες ή Δήμους και Κοινότητες ενιαίες επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο. Εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2685/1999 διατηρήθηκαν σε ισχύ ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακινήσεως σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εντός έδρας και ορίστηκε επιπλέον, ότι με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού τα εν λόγω έξοδα μπορούν να αναπροσαρμόζονται και να επεκτείνονται από την 1η Ιανουαρίου 1998 σε υπαλλήλους του ίδιου Υπουργείου, που η φύση της εργασίας τους επιβάλλει συνεχείς μετακινήσεις εντός έδρας. Η παροχή αυτή, ως εφάπαξ αποζημίωση, ανερχόμενη σε 90.000 δραχμές για το έτος 1998 και σε 120.000 δραχμές για το έτος 1999, καταβάλλεται στους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. για την κάλυψη των δαπανών κινήσεως, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσεως της απασχολήσεώς τους, ήδη από 1-4-1998, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2040222/4110/0022/19-6-1998 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών. Αναπροσαρμόσθηκε δε ακολούθως, διαδοχικά, με τις υπ' αριθμ. 21548/0022/99, 2/83422/0022, 2/71516/0022, 1607/0022, 2/6771/0022, 2/3557/0022 και 2/50025/0022/3-10-2006 Κοινές Αποφάσεις των ίδιων πιο πάνω Υπουργών, σε 300.000 δραχμές από 1-7-1999, σε 396.000 δραχμές από 1-3-2000, σε 112 ευρώ από 1-1-2002, σε 206 ευρώ από 1-1-2004, σε 238 ευρώ από 1-1-2005 έως 30-6-2005, σε 270 ευρώ από 1-7-2005 και σε 325 ευρώ από 1-7-2006 αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο έφεση των ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 64/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πάρου, δέχθηκε τα εξής: Οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και με διάφορες ειδικότητες, στο εναγόμενο (αναιρεσείον), που είναι δημοτική επιχείρηση, η οποία συστήθηκε σύμφωνα με το Ν. 1069/1980, έχει ως σκοπό την άσκηση δραστηριοτήτων σχετικά με την ύδρευση και την αποχέτευση του Δήμου Πάρου του νομού Κυκλάδων και αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα. Οι όροι εργασίας και οι αποδοχές των εναγόντων καθορίζονται: α) από τις ισχύουσες εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, στις οποίες υπάγεται το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου όλων των κατηγοριών και ειδικοτήτων, που απασχολείται στους Δήμους και στις Κοινότητες (ΠΟΠ - ΟΤΑ), στους Συνδέσμους, στα Ιδρύματα και στα Ν.Π.Δ.Δ. των Δήμων και Κοινοτήτων και σε Οργανισμούς, που εξαρτώνται ή επιχορηγούνται από τους Δήμους ή τις Κοινότητες, με συμβάσεις αορίστου και ορισμένου χρόνου, από τις διατάξεις του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου, καθώς και από την υπ' αριθμ. 12074/17-9-1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 1042 της 6-10-1998), με την οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική η από 7-7-1998 ΣΣΕ "για την ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης όλης της χώρας", σε συνδυασμό με την από 1-6-2001 κλαδική ΣΣΕ των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης, και από τις από 7-8-2003 και 26-3-2004 κλαδικές ΣΣΕ μεταξύ της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΠΟΕ - ΔΕΥΑ), β) από την εκάστοτε ισχύουσα επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση και γ) από την ατομική σύμβαση εργασίας κάθε εργαζόμενου, στην οποία, όσον αφορά το ωράριο εργασίας, αναφέρεται χαρακτηριστικά, ότι "η ημερήσια απασχόληση μπορεί να είναι μέχρι και οκτώ (8) ώρες και η εβδομαδιαία σύμφωνα με τα ισχύοντα για τους ΟΤΑ και τις Δημοτικές Επιχειρήσεις", εξισώνοντας έτσι τους ενάγοντες με το αντίστοιχο προσωπικό των ΟΤΑ και των Δημοτικών Επιχειρήσεων. Γίνεται ακόμη δεκτό από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι στις επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας, για την ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στο εναγόμενο, που υπογράφηκαν στις 21-4-2003 και στις 22-3-2005 μεταξύ αυτού (εναγομένου) και του Σωματείου Εργαζομένων στην Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Πάρου, ορίζεται (στο άρθρο 2) ότι ως βασικός μισθός και ημερομίσθιο των διαφόρων ειδικοτήτων και επαγγελμάτων του προσωπικού της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πάρου θεωρούνται οι βασικοί μισθοί και τα ημερομίσθια που καθορίζονται από το ενιαίο μισθολόγιο του δημόσιου τομέα (Ν. 3205/2003), εξισώνοντας με αυτόν τον τρόπο τους εργαζόμενους στο εναγόμενο με τους εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Περαιτέρω - συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο - με Κοινές Αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών χορηγήθηκε στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ, χωρίς διάκριση ειδικότητας ή άλλων ιδιαίτερων, με βάση τη φύση της εργασίας καθενός από αυτούς, προϋποθέσεων, αποζημίωση για τα έξοδα κινήσεως (επίδικη παροχή), ανερχόμενη αρχικά σε εφάπαξ ποσά ετησίως, τα οποία διαμορφώθηκαν, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, σε μηνιαίες παροχές, ύψους 206 ευρώ από 1-1-2004, 238 ευρώ από 1-1-2005 έως 30-6-2005, 270 ευρώ από 1-7-2005 έως 30-6-2006 και 325 ευρώ από 1-7-2006 και εφεξής. Η επίδικη αυτή παροχή - όπως δέχεται το Πολυμελές Πρωτοδικείο - καταβάλλεται και στους υπαλλήλους του Δήμου Πάρου, καταλήγοντας δε το παραπάνω Δικαστήριο, έκρινε ότι, ενόψει του γενικού χαρακτήρα της επίδικης παροχής για τα έξοδα κινήσεως, που προσαυξάνει τον μισθό των υπαλλήλων των ΟΤΑ και των, υπό όμοιες συνθήκες εργασίας με τους ενάγοντες απασχολουμένων, συναδέλφων τους, υπαλλήλων του Δήμου Πάρου, η μη χορήγηση της εν λόγω παροχής και στους ενάγοντες συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών, ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος τους, γι' αυτό και προς αποκατάσταση της παραβιασθείσας συνταγματικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, θα πρέπει να λάβουν και οι ενάγοντες την επίδικη παροχή. Με την κρίση του, όμως, αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, το οποίο ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη), κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε την αγωγή αυτών, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και τις διατάξεις των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, καθόσον, υπό τις εκτιθέμενες παραδοχές, η διαφορετική νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται, στην προκείμενη περίπτωση, από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι ενάγοντες - αναρεσίβλητοι, ως εργαζόμενοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή (ΑΠ 1585/2010). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας του έτερου λόγου της αναιρέσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Εν προκειμένω, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), με την από 5-12-2006 αγωγή τους (αρ. καταθ. 65/18-12-2006) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πάρου, ισχυρίσθηκαν ότι απασχολούνται ως υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από της προσλήψεώς τους και συνεχώς έκτοτε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενοι μισθολογικά στο καθεστώς του Ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 στις διατάξεις του Ν. 3205/2003 και ότι το εναγόμενο, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, δεν τους καταβάλλει την αποζημίωση για τα έξοδα κινήσεως, η οποία, με τις αναφερόμενες στην αγωγή κοινές υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις εργασίας, χορηγείται, χωρίς διάκριση ειδικότητας ή άλλων με βάση τη φύση της εργασίας προϋποθέσεων, στους εργαζόμενους στους Ο.Τ.Α., καταβάλλεται δε και στους συναδέλφους τους, υπαλλήλους του Δήμου Πάρου Νομού Κυκλάδων, με τους οποίους αυτοί (ενάγοντες) υπάγονται στο ίδιο (ενιαίο) μισθολογικό πλαίσιο και τελούν υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας. Με βάση δε το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι ενάγοντες να αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται και αυτοί να λαμβάνουν την ως άνω αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών κινήσεως, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσεως της απασχολήσεώς τους, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών, για την αιτία αυτή, το αναφερόμενο στην αγωγή χρηματικό ποσό, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας, άλλως λόγω αδικοπραξίας, άλλως κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το περιεχόμενο αυτό, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η αγωγή δεν είναι νόμιμη (τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς τις επικουρικές βάσεις της). Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της. Έτσι, λοιπόν, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Πάρου), με την υπ' αριθμ. 64/2007 οριστική απόφασή του, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη στο σύνολό της. Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως άσκησαν την από 27-4-2009 έφεση (αρ. εκθ. καταθ. 106/2009) οι αναιρεσίβλητοι, προβάλλοντας τις σχετικές πλημμέλειες, οι οποίες είναι αβάσιμες. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση. Οι αναιρεσίβλητοι - ενάγοντες (πλην του τελευταίου Μ. Κ.), που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος - εναγομένου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-7-2011 αιτήσεως του Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης - Αποχέτευσης Πάρου", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, ως προς τον τελευταίο αναιρεσίβλητο Μ. Κ. του Π.. Αναιρεί την παραπάνω υπ' αριθμ. 23/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου ως προς όλους τους άλλους αναιρεσιβλήτους. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 27-4-2009 έφεση (αρ. εκθ. καταθ. 106/2009) των αναιρεσιβλήτων αυτών. Απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση. Και Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες (πλην του τελευταίου Μ. Κ.) στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος - εναγομένου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ