Αριθμός 12/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΕ ΤΑΚΤΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Ρένα Ασημακοπούλου, Πρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Πατινίδη, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπροέδρους, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Πάσσο, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, Νικόλαο Τρούσα, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Ιωάννα Πετροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Γεώργιο Σακκά, Ελένη Διονυσοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Μαρία Βαρελά και Γεώργιο Κοντό, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης) Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Απιλίου 2013, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας - καλούσης: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΑΡΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ - ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε υπό εκκαθάριση", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Π. Π. του Δ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Φλογαΐτη και Αντώνιο Οικονόμου. Της αναιρεσιβλήτου - καθής η κλήση: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΕΡΤ ΑΕ)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Παναγιώτη Λαζαράτο και Γεώργιο Λαλλά. Πρόσθετη Παρέμβαση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Νική Μαριόλη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, Υπέρ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΕΡΤ ΑΕ)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Κατά: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΜΑΡΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ - ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε υπό εκκαθάριση", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη καλούσης - αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3709/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4893/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Μαρτίου 2009 αίτησή της. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1362/2011 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον μοναδικό λόγο της από 16-3-2009 αίτησης της εταιρίας με την επωνυμία ΜΑΡΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ για ανίρεση της υπ' αριθμ. 4893/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 18 Οκτωβρίου 2012 κλήση της καλούσης η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισαγγελέας πρότεινε όπως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια, κριθεί βάσιμος. Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει. Κατά την 23 Μαΐου 2013, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν παρόντες άπαντες οι Αρεοπαγίτες που συμμετείχαν στη συζήτηση της υπόθεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 18-10-2012 κλήση της αναιρεσείουσας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΜΑΡΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ - ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στην ..., εισάγεται νομίμως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο, από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της από 16-3-2009 αιτήσεώς της, για αναίρεση της υπ' αριθ. 4893/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1362/2011 αποφάσεως του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο παρέπεμψε το λόγο αυτό στην Ολομέλεια, γιατί έκρινε, ότι, με την επ' αυτού διάγνωση, δημιουργείται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, αλλά και ως δυνάμενο να οδηγήσει στην άρνηση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1730/1987, ως αντισυνταγματικής (ΚΠολΔ 563 παρ.2 στοιχ. β', 23 παρ.2 του ν. 1756/1988). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον της Ολομελείας του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρεμβάσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται έννομο συμφέρον προς παρέμβαση όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρεώσεως. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες (Ολ.ΑΠ 14/2008, 4/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, παρεμβαίνει προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης, το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο έννομο, προς τούτο, συμφέρον, συνιστάμενο στο ότι, κατά τις διατάξεις του ν. 1730/1987, η αναιρεσίβλητη, ως δημόσια επιχείρηση που ανήκει στον δημόσιο τομέα, ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, το κεφάλαιό της αποτελεί περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο τυγχάνει αποκλειστικός μέτοχος αυτής, επιχορηγείται από τον δημόσιο προϋπολογισμό, επιβαρύνεται ο ελληνικός λαός με εισφορά υπέρ αυτής, τυχόν δε χρεωκοπία της λόγω αδυναμίας εξοφλήσεως των χρεών της, που θα οφείλεται σε πρόβλεψη επιτοκίου υψηλοτέρου του 6%, θα επιβάρυνε υπέρμετρα τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτά, όμως, δεν δικαιολογούν έννομο συμφέρον, γιατί η παραδοχή της αιτήσεως και η επιδίκαση στην αναιρεσείουσα τόκων σε ποσοστό μεγαλύτερο του ισχύοντος για το Δημόσιο 6% ετησίως μόνο εμμέσως θα επηρεάσει το ταμειακό συμφέρον του Κράτους, αφού αυτό θα συμβεί μόνο αν το Κράτος θα προβεί στην κάλυψη των τυχόν ελλειμμάτων της αναιρεσίβλητης και, γενικώς, στην παροχή σ' αυτήν οικονομικής ενισχύσεως. Επομένως, η πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου πρέπει, κατά παραδοχήν του σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, να απορριφθεί ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (ν.δ. της 26 Ιουν./10 Ιουλ.1944), το ποσοστό του επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου), που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου, ανέρχεται σε 6%. Περαιτέρω, στις διατάξεις του ιδρυτικού της ΕΡΤ Α.Ε. ν. 1730/1987, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε και ισχύει, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: Στην παρ.1 του άρθρου 1 ότι: "Ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου για την ελληνική ραδιοφωνία και τηλεόραση που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρείας και έχει έδρα την Αθήνα ...". Στην παρ. 3 του αυτού άρθρου ότι: "Η ΕΡΤ Α.Ε. είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στο δημόσιο τομέα (Ν. 1256/82), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος. Έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και τελεί υπό κοινωνικό έλεγχο που ασκείται από την Αντιπροσωπευτική Συνέλευση Κοινωνικού Ελέγχου Τηλεθεατών - Ακροατών". Στην παρ. 1 του άρθρου 2 ότι: "Σκοπός της ΕΡΤ Α.Ε. είναι η οργάνωση, εκμετάλλευση και ανάπτυξη της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, καθώς και η συμβολή της με τα μέσα αυτά α) στην ενημέρωση β) στην μόρφωση και γ) στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού. Η ΕΡΤ Α.Ε δεν επιδιώκει την απόκτηση κέρδους". Στην παρ. 1 του άρθρου 13 ότι: "Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο της ΕΡΤ ΑΕ, είναι εκείνο που προκύπτει μετά την απογραφή και αποτίμηση των περιερχόμενων σ' αυτήν περιουσιακών στοιχείων, ενεργητικών και παθητικών των καταργούμενων ΕΡΤ-1 και ΕΡΤ-2 και την απεικόνισή τους στον ισολογισμό που συντάσσεται στη συνέχεια. Το κεφάλαιο ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή)". Στην παρ. 1 του άρθρου 14 ότι: "Πόροι της ΕΡΤ είναι α) έσοδα από ανταποδοτικό τέλος (εισφορά) που εισπράττει η ΕΡΤ ΑΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων β) έσοδα από διαφημίσεις γ) έκτακτη επιχορήγηση από τον κρατικό προϋπολογισμό και δ) έσοδα από κάθε άλλη πηγή". Και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι: "Οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ ΑΕ, αποτελούν παροχή προς το κοινό από επαχθή αιτία". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών και ειδικότερα των άρθρων 1 παρ. 1, 3α και 2 παρ.1 του ν. 1730/1987 προκύπτει ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση είναι Ν.Π.Ι.Δ., που λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας, υπό την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε.", κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας υπό την εποπτεία του Κράτους. Εξάλλου, στην παρ. 5 του άρθρου 14 του ίδιου ως άνω νόμου 1730/1987 ορίζεται ότι: "Οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων, για τόκους, προσωποκράτηση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, που ισχύουν υπέρ του Δημοσίου, εφαρμόζονται και υπέρ της "ΕΡΤ ΑΕ" και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαιά της. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εκτός από εκείνες για τόκους, δεν εφαρμόζονται για τις αξιώσεις του προσωπικού των εταιρειών αυτών που προέρχονται από την παροχή εργασίας τους για τις οποίες εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία". Ενώ στην παρ. 13 του άρθρου 19 του νόμου αυτού ορίζεται ότι: "Για µια τριετία από τη δημοσίευση του νόμου αυτού η "ΕΡΤ Α.Ε." και οι θυγατρικές εταιρείες της δεν υπόκεινται σε γενικούς ή ειδικούς άµεσους ή έµµεσους φόρους, σε κάθε μορφής τέλη ή δικαιώµατα ή κρατήσεις ή εισφορές και γενικά απολαμβάνουν αυτοδικαίως όλες τις συναφείς απαλλαγές και ατέλειες (µε την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. β του ν. 1642/86 και του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 1326/83) του Δημοσίου, καθώς και κάθε άλλο προνόµιό του, ιδίως οικονοµικό και δικονοµικό. Εξαιρούνται οι εργοδοτικές εισφορές υπέρ των ασφαλιστικών ταµείων και οι επιβαρύνσεις για το προσωπικό τους, καθώς και οι φόροι και τα τέλη υπέρ των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης". Επομένως, κατά τις διατάξεις αυτές, αναγνωρίζεται στην ΕΡΤ ΑΕ το δικαίωμα να καταβάλει στους πιστωτές της τόκο υπερημερίας με το ειδικό επιτόκιο 6% ετησίως, το οποίο είναι μικρότερο από το γενικό επιτόκιο του τόκου υπερημερίας. Τέλος, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, "όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως, που επίσης κυρώθηκε με το ως άνω ν. δ., ορίζεται ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους". Οι διατάξεις που προαναφέρθηκαν δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. Στην, κατά τα ανωτέρω, περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 31/2007, ΟλΑΠ 40/1998). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (ΟλΑΠ 4/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4893/2008 απόφαση, το Εφετείο Αθηνών αναγνώρισε ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ΕΡΤ ΑΕ υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα, για την αιτία που αναφέρεται σ' αυτήν, το ποσό των σαράντα μιας χιλιάδων ογδόντα πέντε ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (41.085,84 €) με το νόμιμο τόκο προς 6% ετησίως (που ισχύει για το Δημόσιο) από 16.1.1992 μέχρι την εξόφληση. Έκρινε δε ότι η ρύθμιση, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στις δημόσιες επιχειρήσεις που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσίβλητη, να καταβάλουν με την ιδιότητα του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ αυτών εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό τους και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις διατάξεις του Πρώτου προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, και τούτο διότι η προστασία της περιουσίας της αναιρεσίβλητης είναι αναγκαία για να είναι αυτή σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους προέχοντες καταστατικούς σκοπούς και να εξυπηρετεί το γενικότερο κοινωνικό και δημόσιο συμφέρον με την προσφορά της προς τους πολίτες. Με τις παραδοχές του, όμως, αυτές, το Εφετείο αναγνώρισε υπέρ της αναιρεσίβλητης ευνοϊκή μεταχείριση, ως προς το θέμα της επιδικάσεως τόκων, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτή σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη της αναιρεσείουσας, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσία τους και την επιδίκαση για τις αξιώσεις τους τόκου μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες. Εξάλλου, δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι η Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση (η οποία είναι Ν.Π.Ι.Δ. και λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "ΕΡΤ Α.Ε." κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας), είναι δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στον δημόσιο τομέα (ν. 1256/1982), ελέγχεται και εποπτεύεται από το Κράτος, το κεφάλαιό της ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου εκδίδεται ένας ονομαστικός αναπαλλοτρίωτος τίτλος (μετοχή) και δεν επιδιώκει την απόκτηση κέρδους. Η επέκταση αυτή και στην αναιρεσίβλητη ΕΡΤ Α.Ε. της διατάξεως του άρθρου 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόµων περί δικών του Δηµοσίου (ν.δ. της 26.6/10-7-1944), η οποία ορίζει ότι ανάµεσα στα ουσιαστικά προνόµια του Δηµοσίου συγκαταλέγεται και το ποσοστό του τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Δηµόσιο και το οποίο ανέρχεται σε 6%, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλει ο οφειλέτης του Δηµοσίου και το οποίο ισχύει για όλους τους άλλους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση α) µε τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού µε αυτή αναγνωρίζεται υπέρ της ΕΡΤ Α.Ε. ευνοϊκή μεταχείριση, ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτής ο άλλος διάδικος, β) με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού δεν προκύπτει ότι υφίσταται λόγος δηµοσίου συμφέροντος, που να καθιστά ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή και γ) µε τη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενόψει του ότι γίνεται προσβολή της περιουσίας του δανειστή της ΕΡΤ Α.Ε. (στην προκειμένη περίπτωση της αναιρεσείουσας), χωρίς να γίνεται επίκληση σοβαρού λόγου δηµοσίου συμφέροντος. Το προαναφερόμενο προνόμιο δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρίας, όπως είναι η ΕΡΤ ΑΕ, η οποία αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες, μέσω των θυγατρικών της εταιριών, ενόψει του ότι στην παρ. 1 του άρθρου 14 ορίζεται, μεταξύ των άλλων, και ότι πόροι της ΕΡΤ είναι και τα έσοδα από διαφημίσεις και από κάθε άλλη πηγή και ακόμη ότι οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές της ΕΡΤ ΑΕ, αποτελούν παροχή προς το κοινό από επαχθή αιτία και, συνεπώς, είναι πλέον νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας (πρβλ. Ολ ΑΠ.(πλήρη) 5/2011, με την οποία κρίθηκε ότι η προβλεπόμενη επέκταση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, ως προς το ποσοστό του επιτοκίου και στον ΟΛΠ ΑΕ., που αποτελεί επίσης επιχείρηση κοινής ωφέλειας, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ). Έπρεπε, επομένως, το Εφετείο να µην εφαρμόσει τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 του ν. 1730/1987, οι οποίες προβλέπουν χαµηλό τόκο υπερημερίας υπέρ της αναιρεσίβλητης ΕΡΤ ΑΕ (βλ. ΟλΑΠ 4/2012, με την οποία κρίθηκε ομοίως). Και ναι μεν, με την 25/2012 απόφαση του Α.Ε.Δ., η ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, σύμφωνη με το Σύνταγμα, για το λόγο ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να περιορίσει τις οφειλές του Δημοσίου από τόκους και, επομένως, να αποτρέψει την αύξηση του κρατικού χρέους. Όμως, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει την ως άνω κρίση, γιατί αναφέρεται στο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου εν στενή εννοία και όχι σ' αυτό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, έστω και αν αυτά αποτελούν δημόσιες επιχειρήσεις που ανήκουν στον δημόσιο τομέα και ελέγχονται και εποπτεύονται από το Κράτος, όπως είναι η αναιρεσίβλητη, καθόσον, στην περίπτωση αυτών, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, μόνο εμμέσως επηρεάζεται το ταμειακό συμφέρον του Κράτους, αφού αυτό θα συμβεί μόνο αν το Κράτος θελήσει να καλύψει τα τυχόν ελλείμματά τους και, γενικώς, να τους παράσχει οικονομική ενίσχυση. Τέλος, η αναιρεσίβλητη, με σκοπό να δειχθεί η πραγματική κατάσταση, όπως έχει αυτή διαμορφωθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως λόγω της οικονομικής κρίσεως, επικαλείται ότι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως εκδόθηκαν α) Ο ν. 3871/2010 "δημοσιονομική διαχείριση και ευθύνη", με το άρθρο 2 του οποίου προστέθηκαν μετά το άρθρο 1 του ν. 2362/1995, δύο άρθρα με αριθμούς 1 Α και 1Β, κατά την παρ. 3 του δευτέρου, "η Κεντρική Κυβέρνηση περιλαμβάνει την Κεντρική Διοίκηση και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται κυρίως από την Κεντρική Διοίκηση, ...". β) Ο ν. 3899/2010 "επείγοντα δημοσιονομικά, κ.λπ. μέτρα", με το άρθρο 1 του οποίου τροποποιήθηκε το άρθρο 19 του ν. 3429/2005 και ορίσθηκε ότι: "Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του νόμου αυτού, υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α) με εξαίρεση το Ταμείο του ν. 3864/2010 (ΦΕΚ 119 Α) και τις εταιρείες στις οποίες το Δημόσιο αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείρισή τους". Μετά δε την έκδοση και της ως άνω υπ' αριθ. 4/2012 αποφάσεως της Ολομελείας του Αρείου Πάγου εκδόθηκαν οι νόμοι 4046/2012 "Μνημόνιο 2 ...", 4093/2012 "Μεσοπρόθεσμο 2013 ..." και 4111/2013 "Συντάξεις, μισθολογικά ...". Πλην και ανεξαρτήτως του ότι τα νομοθετήματα αυτά δεν μεταβάλλουν το νομοθετικό καθεστώς που διέπει την ΕΡΤ, δεν μπορούν αυτά να ληφθούν υπόψη και να οδηγήσουν, ενδεχομένως, σε διαφορετική κρίση, γιατί κατά γενική αρχή, η οποία συνάγεται από το άρθρο 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο "το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη απόφαση" σε συνδυασμό και προς το άρθρο 4 του ΕισΝΑΚ, νόμος που άρχισε να ισχύει μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν έχει εφαρμογή στην αναιρετική δίκη, έστω και αν έχει προσδοθεί σε αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη περί επεκτάσεώς του και σε κριθέντα τελεσιδίκως (Ολομ.ΑΠ 103/1975), πράγμα που εδώ δεν συμβαίνει. Επομένως, ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια μοναδικός λόγος αναιρέσεως, µε τον οποίο προβάλλεται, οµοίως, αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και, πρέπει, κατά παραδοχήν του, 1) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος με το οποίο αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ΕΡΤ ΑΕ υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα το κατωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο προς 6% ετησίως, 2) αφού η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ) και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των σαράντα μιας χιλιάδων ογδόντα πέντε ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (41.085,84 €), το οποίο έχει επιδικασθεί σ' αυτήν, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αμετακλήτως, με το νόμιμο τόκο, που ισχύει εκάστοτε για τους ιδιώτες οφειλέτες, από 16.1.1992 μέχρι την εξόφληση και 3) να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11 Μαρτίου 2013 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσίβλητης παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου. ΔΕΧΕΤΑΙ την από 16 Μαρτίου 2009 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΡΑΝΤ ΕΛΛΑΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ - ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΜΑΡΚΕΤΙΝΓΚ Ε.Π.Ε.". ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 4893/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος με το οποίο αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη - αναιρεσίβλητη ΕΡΤ ΑΕ υποχρεούται να καταβάλει στην ως άνω ενάγουσα - αναιρεσείουσα το κατωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο προς 6% ετησίως. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ΜΑΡΑΝΤ ΕΠΕ το ποσό των σαράντα μιας χιλιάδων ογδόντα πέντε ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (41.085,84 €) με το νόμιμο τόκο που ισχύει εκάστοτε για τους ιδιώτες οφειλέτες από 16 Ιανουαρίου 1992 μέχρι την εξόφληση. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 13 Ιουνίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ