Αριθμός 513/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρωμοσιό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 3/11/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 997/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 458/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/4/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 458/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή συνεκδικάστηκαν: α) η από 28-2-2014 και με αριθμό κατάθεσης 24/4-3-2014 έφεση της αναιρεσείουσας και β) η από 3-3-2014 και με αριθμό κατάθεσης 26/5-3-2014 έφεση του αναιρεσίβλητου, κατά της με αριθμό 997/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Η πρωτόδικη απόφαση συνεκδίκασε: 1) την από 18-11-2010 και με αριθμό κατάθεσης ΤΠ/1534/2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 67.358,05 ευρώ ως αποζημίωσή της, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 2) την από 3-11-2011 και με αριθμό κατάθεσης ΤΠ/1299/2011 αντίθετη αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 9.686 ευρώ για αποζημίωση και το ποσό των 100.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αίτημα που παραδεκτά περιόρισε σε αναγνωριστικό. Στη συνέχεια η ίδια απόφαση, απέρριψε την πρώτη, από 18-11-2010 αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος την δεύτερη, από 3-11-2011 αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ευθυνομένης κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 12.686 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά τις δύο παραπάνω εφέσεις και τις απέρριψε στην ουσία της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Σημειώνεται δε, ότι το πραγματικό επώνυμο του αναιρεσίβλητου είναι Μ., όπως αναμφίβολα προκύπτει από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και δη από τα εισαγωγικά δικόγραφα, από τις προτάσεις και από την προσβαλλόμενη απόφαση και όχι Μ., όπως, από προφανή παραδρομή, αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης. ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 949/2015). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι, για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται, στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημόσιας τάξης, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ και επίσης να μην προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων (Ολ. ΑΠ 33/2002, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019). Μόνη δε η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Είναι δυνατό, ωστόσο, μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί καθένας υπαίτια ζημία σε άλλον (Ολ. ΑΠ 967/1973, ΑΠ 116/2014, ΑΠ 590/2014, ΑΠ 1500.2014, ΑΠ 1381/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (Ολ. ΑΠ 18/2005, Ολ. ΑΠ 57/2000, ΑΠ 53/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 1326/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο διέλαβε στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασής του τις ακόλουθες πραγματικές παραδοχές: "... Ο εφεσίβλητος της πρώτης (α') έφεσης, εκκαλών της δεύτερης (β') έφεσης, εναγόμενος της πρώτης (Α) αγωγής και ενάγων της δεύτερης (Β) αγωγής Δ. Μ. (εφεξής εναγόμενος / ενάγων χάριν συντομίας), που είναι επιχειρηματίας δραστηριοποιούμενος στην ενοικίαση μοτοποδηλάτων και αυτοκινήτων, στην εμπορία αυτοκινήτων, μηχανών θαλάσσης και σκαφών και ανταλλακτικών και στην επισκευή τους, στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αυτής και προς εκτέλεση μίας παραγγελίας με πελάτη εξωτερικού, διαθέτοντας προς τούτο ειδικό μητρώο εξαγωγέων, παρέλαβε προς είσπραξη του αντίστοιχου αντιτίμου την υπ' αριθ. ... τραπεζική επιταγή ποσού 100.000 δολαρίων της τράπεζας των Η.Π.Α. CALIFORNIA BANK & TRUST. Την επιταγή αυτή ο εναγόμενος/ενάγων την κατέθεσε στις 9.12.2009 στο υποκατάστημα της εκκαλούσας της πρώτης (α') έφεσης, εφεσίβλητης της δεύτερης (β') έφεσης, ενάγουσας της πρώτης (Α) αγωγής και εναγόμενης της δεύτερης (Β) αγωγής Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (εφεξής ενάγουσας/εναγόμενης χάριν συντομίας) Λεωνίδιο Αρκαδίας ζητώντας να ελεγχθεί, προκειμένου να βεβαιωθεί για την γνησιότητά της και να προβεί στην είσπραξη της. Η ενάγουσα/ εναγομένη κατέθεσε το ποσό της επιταγής με δέσμευση στον τηρούμενο στο υποκατάστημα Λεωνιδίου με αριθμό ... λογαριασμό του εναγόμενου/ενάγοντος, δηλαδή λογαριασμό συναλλάγματος που ανοίχθηκε προς τον σκοπό αυτό και ταυτόχρονα αυτός υπέγραψε το υπ' αριθ. 187/9.12.2009 ένταλμα πληρωμής αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε ζημία της τράπεζας σε περίπτωση μη πληρωμής της επιταγής. Στις 22.1.2010 ο εναγόμενός/ενάγων ειδοποιήθηκε από το ως υποκατάστημα της ενάγουσας/εναγομένης ότι η επιταγή είχε ελεγχθεί και μπορούσε να εισπράξει το ποσό. Αυθημερόν ο εναγόμενος/ενάγων μετέβη στο ως άνω υποκατάστημα, όπου το ποσό της επιταγής, 70.348,22 ευρώ, κατατέθηκε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό του, αφαιρούμενης της ανάλογης προμήθειας της τράπεζας. Εν συνεχεία, στις 27.1.2010, 29.1.2010 και 1.2.2010 ο εναγόμενος/ενάγων προέβη σε μεταφορές από τον αμέσως παραπάνω λογαριασμό σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, ποσών συνολικού ύψους 69.432,49 ευρώ, οι οποίες αφορούσαν τακτοποίηση οικονομικών του υποχρεώσεων. Στις 4.2.2010 η ενάγουσα/εναγόμενη ειδοποίησε τον αντίδικο της ότι η επιταγή είναι εικονική και να μην προχωρήσει στην συναλλαγή με τον φερόμενο ως εκδότη της ... ενώ στις 12.2.2010 προέβη σε συμψηφισμό του οφειλόμενου κατά τους ισχυρισμούς της ποσού της επίδικης επιταγής, που επεστράφη απλήρωτη από την τράπεζα της Καλιφόρνιας, με ποσά που δέσμευσε από τους υπ' αριθ. ... και ... τηρούμενους στο υποκατάστημα της λογαριασμούς του εναγόμενου/ενάγοντος. Η ενάγουσα/εναγόμενη δεν απέδειξε τα θεμελιωτικά της ένδικης Α αγωγής της πραγματικά περιστατικά, μολονότι ήταν επιφορτισμένη με το οικείο βάρος αποδείξεως (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συγκεκριμένα, δεν απέδειξε ούτε ποιο ήταν το ουσιώδες ελάττωμα της επιταγής, το οποίο οδήγησε στην μη πληρωμή της, ούτε και αν ο εναγόμενος/ενάγων γνώριζε ή αγνοούσε ένα τέτοιο ελάττωμα από αμέλεια του (από έλλειψη της προσοχής που όφειλε, δηλαδή εκείνης που μπορούσε να επιδείξει ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος έμπορος και εξαγωγέας αυτοκινήτων και σκαφών: άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ), ώστε εξαιτίας του δόλου ή της αμέλειας του αυτής να το αποκρύψει και να αποκομίσει παράνομα το ποσό της επιταγής εις βάρος της περιουσίας αυτής (ενάγουσας/εναγόμενης). Χαρακτηριστική της έλλειψης οποιασδήποτε γνώσης ή υπαίτιας (από άνευ συνειδήσεως αμέλεια) άγνοιας του εναγόμενου/ενάγοντος είναι ακόμη και η κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου του μάρτυρα που εξετάσθηκε πρωτοδίκως με την επιμέλεια της ενάγουσας/εναγόμενης, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρωτόδικα πρακτικά. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος καταθέτει (βλ. 7ο φύλλο των ως άνω πρακτικών): "Η γνησιότητα της επιταγής είναι δύσκολο πράγμα. Δεν πέρασε μόνο από το κατάστημα. Σε μας δεν υπήρξε, ούτε και στις Κεντρικές Υπηρεσίες της Τράπεζας, που είναι πιο ειδικευμένοι. Μόνο η Τράπεζα του Εξωτερικού. Αφού δεν ξέραμε εμείς ότι είναι πλαστή, θα ήξερε ο κ.Μ.; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα". Επιπλέον, το επιχείρημα της ενάγουσας/εναγόμενης, ότι η γνώση ή υπαίτια άγνοια του αντιδίκου της προκύπτει από το ότι αυτός, έσπευσε να κάνει μεταφορές ποσών σε τρίτα πρόσωπα και μάλιστα ποσών δυσανάλογα υψηλών σε σχέση με την δραστηριότητα της επιχείρησης του εναγόμενου/ενάγοντος, δεν ευσταθεί. Και αυτό γιατί πράγματι ο εναγόμενος/ενάγων με την είσπραξη της επιταγής προέβη αυθημερόν σε εκτέλεση της παραγγελίας της εξαγωγής των πωληθέντων προϊόντων, όπως αυτό αποδεικνύεται από το υπ' αριθ. ... τιμολόγιο πώλησης της εταιρείας ... ποσού 44.814,25 ευρώ σε συνδυασμό με την από 27.1.2010 βεβαίωση της πωλήτριας εταιρείας περί εξοφλήσεως του τιμήματος. Η 1η δε μεταφορά που έλαβε χώρα αυθημερόν στις 27.1.2010 ποσού 44.814 ευρώ ήταν προς την ως άνω ανώνυμη εταιρεία, όπως και η ίδια η ενάγουσα/εναγόμενη αναφέρει στην ένδικη Α αγωγή της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα/εναγόμενη, όπως και η ίδια ιστορεί στην Α αγωγή και στις πρωτόδικες προτάσεις της, δέσμευσε τους ως άνω λογαριασμούς του εναγόμενου/ενάγοντος συνολικού ύψους 9.686 ευρώ. Η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας/εναγόμενης, όπως επίσης και η άρνηση της οποιασδήποτε ευθύνης της λόγω της υπογραφής εκ μέρους του εναγόμενου/ενάγοντος του υπ' αριθ. 187/9.12.2009 εντάλματος πληρωμής διά του οποίου αναλάμβανε ταυτόχρονα την υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε ζημία της ενάγουσας/εναγόμενης από τυχόν ελάττωμα της επιταγής, αντιβαίνει στην ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Ειδικότερα, η ενάγουσα/εναγόμενη είχε στην κατοχή της την επιταγή επί 29 ολόκληρες ημέρες με σκοπό να ελέγξει την γνησιότητα της, για την οποία βεβαιώθηκε και, για τον λόγο αυτό, προέβη στην πληρωμή της και επέτρεψε την είσπραξή της από τον αντίδικό της. Ο τελευταίος δε απευθύνθηκε στην ενάγουσα/εναγόμενη, προκειμένου η τελευταία ως οργανωμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα να ελέγξει το κύρος της επιταγής, έργο το οποίο μπορεί να εκτελέσει σε αντίθεση με τον εναγόμενο/ενάγοντα, ο οποίος δεν είχε καμία πρόσβαση στην πληρώτρια στην Καλιφόρνια τράπεζα, για να συλλέξει τις απαιτούμενες πληροφορίες. Το γεγονός ότι προηγήθηκε ο έλεγχος και εξαιτίας αυτού, η ενάγουσα/εναγόμενη πλήρωσε την επιταγή επιχειρώντας παράλληλα να καταστήσει δέσμιο υποχρεώσεων, χωρίς χρονικό περιθώριο, τον εναγόμενο/ενάγοντα, δημιουργεί υπέρμετρες υποχρεώσεις εις βάρος του τελευταίου. Επομένως, η ενέργεια της ενάγουσας/εναγόμενης να δεσμεύσει τους τηρούμενους σε αυτήν λογαριασμούς του εναγόμενου/ενάγοντος, προκειμένου να καλύψει τη ζημία της από την μη πληρωμή της επιταγής, για την οποία καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον τελευταίο, αντιβαίνει στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ενώ παράλληλα έπληξε το επαγγελματικό του κύρος, την τιμή και την υπόληψή του, δημιουργώντας πρόβλημα στις συναλλαγές του, καθώς στερήθηκε της τόσο αναγκαίας για το επάγγελμά του ρευστότητας. Έπρεπε, επομένως, να γίνει εν όλω δεκτό, ως και κατ' ουσίαν βάσιμο, το οικείο τραπέν σε αναγνωριστικό (μετά απ' τον ανωτέρω περιορισμό) αίτημα της ένδικης Β αγωγής του ενάγοντας αυτής (Δ. Μ.). Έπρεπε, δηλαδή, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη της ένδικης Β αγωγής (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.) είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 9.686 ευρώ που παρανόμως έχει παρακρατήσει. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και δέχθηκε εν όλω το ως άνω αναγνωριστικό αίτημα της ένδικης Β αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Περαιτέρω, αφού ληφθούν υπόψη οι παραπάνω περιγραφόμενες συνθήκες της παραπάνω αδικοπραξίας της ενάγουσας/εναγόμενης, ο βαθμός του πταίσματος αυτής (των νομίμων εκπροσώπων της), η έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος του εναγόμενου/ενάγοντος, το είδος, ο τρόπος και ο χρόνος της προσβολής, η οικονομική κατάσταση των διαδίκων και η κοινωνική κατάσταση του εναγόμενου/ενάγοντος και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας... και το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος/ενάγων υπέστη, πράγματι, από την παραπάνω αδικοπραξία που τελέσθηκε εις βάρος του από την ενάγουσα/εναγόμενη ηθική βλάβη και ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση αυτής έπρεπε να προσδιοριστεί στο ποσό των 3.000 ευρώ. Το παραπάνω ποσό είναι εύλογο κατ' άρθρο 932 εδ. α' και εδ. β' ΑΚ, δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 εδ. α' και εδ. β' ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης... Επομένως, ο εναγόμενος/ενάγων δικαιούται να απαιτήσει από την ενάγουσα/εναγόμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση ύψους 3.000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης του. Επομένως, το οικείο τραπέν σε αναγνωριστικό (μετά απ' τον ανωτέρω περιορισμό) αίτημα της ένδικης Β αγωγής του ενάγοντος αυτής έπρεπε να γίνει εν μέρει και δη κατά το ανωτέρω ποσό δεκτό ως και κατ' ουσίαν βάσιμο, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το πέραν του ανωτέρω ποσού ίδιο παραπάνω αγωγικό αίτημα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και δέχθηκε εν μέρει και δη κατά το ανωτέρω ποσό το ως άνω αναγνωριστικό αίτημα της ένδικης Β αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο τηρώντας και την αρχή της αναλογικότητας και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως,ο εναγόμενος/ενάγων δικαιούται να απαιτήσει από την ενάγουσα/εναγόμενη το συνολικό ποσό των 12.686 ευρώ με το νόμιμο τόκο του από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης Β αγωγής. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, έπρεπε η ένδικη υπ' αρ. εκθ. καταθ. ΤΠ/1534/22.11.2010 πρώτη (Α) αγωγή να απορριφθεί καθ' ολοκληρίαν (στο σύνολό της) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Ενώ η ένδικη υπ' αρ. εκθ. καταθ. ΤΠ/1.299/3.11.2011 δεύτερη (Β) αντίθετη αγωγή έπρεπε να γίνει εν μέρει και δη κατά το ανωτέρω ποσό των 12.686 ευρώ δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί για το πέραν του ανωτέρω ποσού αίτημα ως μη νόμιμη και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας, έτσι, την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την από 3-11-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε απορρίψει, στην ουσία της, την από 18-11-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας Τράπεζας. Η προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, διέλαβε ειδικότερα: α) Ότι ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε στο υποκατάστημα Λεωνιδίου της αναιρεσείουσας τραπεζική επιταγή ποσού 100.000 δολλαρίων, της τράπεζας των Η.Π.Α. CALIFORNIA BANK & TRUST, που είχε παραλάβει από πελάτη του, προκειμένου η αναιρεσείουσα να την ελέγξει και αφού βεβαιωθεί για τη γνησιότητά της να προβεί στην είσπραξή της. β) Ότι η αναιρεσείουσα κατέθεσε την παραπάνω επιταγή σε δεσμευμένο λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, που ανοίχθηκε για το σκοπό αυτό και ο οποίος υπέγραψε το με αριθ. 187/9-12-2009 ένταλμα πληρωμής, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε ζημιά της τράπεζας, σε περίπτωση μη πληρωμής της επιταγής. γ) Ότι στις 22-1-2010 ο αναιρεσίβλητος ειδοποιήθηκε από το ως άνω υποκατάστημα ότι η επιταγή είχε ελεγχθεί και μπορούσε να εισπράξει το ποσό της επιταγής, ύψους 70.348,22 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαρισμό του και τις επόμενες ημέρες προέβη σε μεταφορές, από τον εν λόγω λογαριασμό, σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, ποσών συνολικού ύψους 69.432,49 ευρώ. δ) Ότι στις 4-2-2010 η αναιρεσείουσα Τράπεζα ειδοποίησε τον αναιρεσίβλητο πως η πιο πάνω επιταγή ήταν εικονική και να μην προχωρήσει σε συναλλαγή με τον αλλοδαπό, φερόμενο ως εκδότη της, ενώ στις 12-2-2010 προέβη σε συμψηφισμό του ποσού της επιταγής, που επιστράφηκε απλήρωτη από την Τράπεζα των Η.Π.Α., με ποσά ύψους 9.686 ευρώ, τα οποία δέσμευσε από άλλους λογαριασμούς που τηρούσε ο αναιρεσίβλητος στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας. ε) Ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ποιο ήταν το ουσιώδες ελάττωμα της επίδικης επιταγής, το οποίο οδήγησε στη μη πληρωμή της, ούτε αν ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ή από αμέλειά του αγνοούσε ένα τέτοιο ελάττωμα. στ) Ότι η συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και η άρνηση της οποιασδήποτε ευθύνης της λόγω της υπογραφής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου του ως άνω, με αριθ. 187/9-12-2009, εντάλματος πληρωμής, δια του οποίου αναλάμβανε την υποχρέωση να αποκαταστήσει κάθε ζημία της αναιρεσείουσας από τυχόν ελάττωμα της επιταγής, αντιβαίνει στην ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και ειδικότερα στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, καθόσον η αναιρεσείουσα, ως οργανωμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, μπορούσε να ελέγξει τη γνησιότητα της επιταγής και δεν βαρύνει υπαιτιότητα τον αναιρεσίβλητο από την μη πληρωμή της, ο οποίος επλήγη προσωπικά και επαγγελματικά από τη δέσμευση των λογαρισμών του. Με τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, όμως, που δεν διαλαμβάνει ότι η επίδικη επιταγή ήταν γνήσια και, άρα, πληρωτέα από την Τράπεζα των Η.Π.Α., αλλά ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ποιο ακριβώς ήταν το ελάττωμά της και αν ο αναιρεσίβλητος το γνώριζε, ή από αμέλειά του το αγνοούσε και επίσης δεν διαλαμβάνει ότι η συμφωνία των διαδίκων, που καταρτίστηκε με την υπογραφή του αριθ. 187/9-12-2009 εντάλματος πληρωμής, ήταν άκυρη και για ποιο λόγο, αλλά δέχεται ότι η ενέργεια της αναιρεσείουσας, να δεσμεύσει το ποσό των 9.686 ευρώ από λογαριασμούς του αναιρεσίβλητου αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, δεν πληρούν, οι παραπάνω παραδοχές, τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 57, 914, 932 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο εφάρμοσε, σχετικά με την από 3-11-2011 αγωγή του αναιρεσίβλητου. Τούτο δε, διότι ελλείπει το στοιχείο του παράνομου, ως όρος της αδικοπραξίας, αφού η ενέργεια της αναιρεσείουσας να προβεί στη δέσμευση των λογαριασμών του αντιδίκου της, απορρέει από την υποχρέωση που αυτός είχε συμβατικά αναλάβει, να αποκαταστήσει κάθε ζημία της από τυχόν ελάττωμα της επιταγής. Περαιτέρω, σχετικά με την από 18-11-2010 αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας, το Εφετείο, παρότι δέχεται ανάληψη συμβατικής υποχρέωσης αποζημίωσης αυτής από τον αναιρεσίβλητο - εναγόμενο, σε περίπτωση μη πληρωμής της επιταγής από την Τράπεζα των Η.Π.Α., δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία, με τις παραδοχές του, ήταν εφαρμοστέα. Άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 18-11-2010 αγωγής και της από 28-2-2014 έφεσης της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι η αγωγή αυτή περιέχει και βάση ενδοσυμβατικής ευθύνης, κεφάλαιο που μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της παραπάνω έφεσης, οι δε παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης να προβεί στη δέσμευση των λογαριασμών του αναιρεσίβλητου αντιβαίνει στην ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, παραπέμπουν στο εννοιολογικό, έστω και χωρίς ρητή παράθεση, της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, που ορίζει ότι "Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Την επιτακτική διάταξη αυτής του ουσιαστικού δικαίου, παραβίασε το Εφετείο, όμως, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της, καθόσον, σε περίπτωση παραβίασης των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν επέρχεται ως κύρωση η ακυρότητα της δικαιοπραξίας και η ένεκα τούτης, απαλλαγή του οφειλέτη από την εκπλήρωση της παροχής, αλλά η αναπροσαρμογή της παροχής, υπέρ είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη, στο προσήκον μέτρο, ως προς το μέγεθος, το είδος και τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής (Ολ. ΑΠ 927/1982, ΑΠ 415/2004, ΑΠ 982/2002, ΑΠ 63/2000, ΑΠ 676/1994). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, α) το αναιρετικό σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 57, 59, 932 ΑΚ, τις οποίες ενάριθμα παραθέτει, συνιστάμενο στην εσφαλμένη εφαρμογή τους, αναφορικά με την εν μέρει παραδοχή της από 3-11-2011 αγωγής του αναιρεσίβλητου και β) το αναιρετικό σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361 και 288 ΑΚ, αναφορικά με την από 18-11-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, οι οποίες επίσης ενάριθμα παρατίθενται στο αναιρετήριο, με την αιτίαση ότι η διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε, η δε διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ εσφαλμένα, κατ' ορθήν εκτίμηση, ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε, είναι βάσιμος. Επειδή η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού καλύπτει ολόκληρη την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και τελευταίου αναιρετικού λόγου, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την ένσταση συμψηφισμού που είχε αυτή προτείνει ως εναγόμενη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί ολικά η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και ο αναιρεσίβλητος να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί ολικά την με αριθμό 458/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ