ΑΡΙΘΜΟΣ 720/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Μ. Π. του Τ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Τσιρογιάννη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2368/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους 1. Ν. Κ. του Β. και 2. Λ. Α. του Ε., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνος Μπανάκα. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Νοεμβρίου 2012 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1228/2012. Αφού άκουσε Τους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 32§1 του ΚΠΔ, "καμιά απόφαση του Δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας". Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 138§§2, 3 του ΚΠΔ, πριν από κάθε απόφαση ή διάταξη του δικαστή που εκδίδεται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο παίρνουν το λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ο εισαγγελέας ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει, καθώς και οι παρόντες διάδικοι. Η παράβαση της παρ.2 συνεπάγεται την ακυρότητα της απόφασης, του βουλεύματος και της διάταξης. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 369§1 του ΚΠΔ, όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή στους εισαγγελείς, έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα .... Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, πρέπει να δίνεται ο λόγος στον εισαγγελέα της έδρας για να προτείνει επί της ενοχής ή μη του κατηγορουμένου, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας. Η πρόταση, όμως, του εισαγγελέα επί της κατηγορίας στο τέλος, μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ζητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, εμπεριέχει οπωσδήποτε και την πρόταση του για απόρριψη των τυχόν αυτοτελών ισχυρισμών που έχει προβάλει ο κατηγορούμενος και, κατά συνέπεια, η παράλειψη του εισαγγελέα να προτείνει ειδικώς επί των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου καλύπτεται με τη συνολική του πρόταση επί της ενοχής και δεν δημιουργείται καμία ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά τα άρθρα 170, 171 και 510§1 στοιχ. Α του ΚΠΔ (ΑΠ 210/2011). Περαιτέρω από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 333 παρ. 2 και 3 ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν, μετά την περί ενοχής πρόταση του εισαγγελέα, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του υποβάλουν προτάσεις ή αιτήματα προς απόκρουση της κατηγορίας, ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν έχει υποχρέωση να δώσει εκ νέου το λόγο στον εισαγγελέα επί των εν λόγω προτάσεων ή αιτημάτων, εκτός αν αυτός ζητήσει να δευτερολογήσει (ΑΠ 802/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης 2368/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη είχε προβάλει, στην αρχή της διαδικασίας, τους ισχυρισμούς ότι η αγορά του προϊόντος δεν έγινε απευθείας από τους παραγωγούς αλλά δυνάμει συμβάσεως από την Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας και ότι αγοράστηκε ποσότητα ντομάτας 7100 τόνων αξίας 331.804,12 ευρώ. Ο εισαγγελέας επιφυλάχθηκε να προτείνει επί των εν λόγω ισχυρισμών, καθόσον αυτοί συνείχοντο με την ουσία της υποθέσεως. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, δόθηκε ο λόγος στον Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος "ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη ως κατηγορείται". Η πρόταση αυτή του Εισαγγελέως της έδρας επί της ενοχής, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εμπεριέχει και πρόταση απορρίψεως των ως άνω προβληθέντων ισχυρισμών της κατηγορουμένης και ως εκ τούτου δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα. Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω οι ως άνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικοί της κατηγορίας, και η αιτιολογία ως προς αυτούς εμπεριέχεται στην επί της ενοχής πρόταση του Εισαγγελέα. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αφού ακούστηκε κατά τα ως άνω ο εισαγγελέας, δόθηκε ο λόγος στο συνήγορο της κατηγορουμένης, ο οποίος ζήτησε την απαλλαγή της, άλλως την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, αφού είχε περατωθεί η αποδεικτική διαδικασία και ο εισαγγελέας είχε αγορεύσει και είχε προτείνει την ενοχή της κατηγορουμένης, δεν είχε υποχρέωση η πρόεδρος του Δικαστηρίου να δώσει εκ νέου το λόγο στον εισαγγελέα επί του πιο πάνω αιτήματος που υπέβαλε ο συνήγορος της αναιρεσείουσας κατά την αγόρευσή του, και συνεπώς δεν δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα από την παράλειψη αυτή. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι, ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται, μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την σφραγίδα και υπογραφή του εισαγγελέα που το εξέδωσε, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Η μη αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα της ιδιότητας υπό την οποία φέρεται να έχει τελέσει την πράξη ο κατηγορούμενος, δεν καθιστά άκυρο το κλητήριο θέσπισμα, αφού αυτό αποτελεί στοιχείο που πρέπει να περιληφθεί στην αιτιολογία της απόφασης (ΑΠ 960/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της δευτεροβάθμιας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο συνήγορος της κατηγορουμένης υπέβαλε στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων ένσταση ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος, για το λόγο ότι δεν αναφερόταν σ' αυτό η ιδιότητα υπό την οποία αυτή αγόρασε τα γεωργικά προϊόντα. Η ένσταση απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 1091/2-9-2008 απόφαση και η κατηγορουμένη την επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ειδικό λόγο εφέσεως, αναφέροντας κατά την ανάπτυξη της στο ακροατήριο ότι στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ότι αυτή ενήργησε ως φυσικό πρόσωπο, σε κανένα δε σημείο αυτού δεν αναφέρεται ότι αυτή ενήργησε με την ιδιότητα της ως νόμιμη εκπρόσωπος της ΑΕ, το οποίο παραλείπεται, ενώ αυτό προκύπτει από την επικαλούμενη σχετική σύμβαση. Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή με την ακόλουθη αιτιολογία: "Σύμφωνα με το κατηγορητήριο η κατηγορουμένη κατηγορείται ότι ως αγοράστρια αγροτικών προϊόντων (βιομηχανικής ντομάτας) κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή του σχετικού τιμήματος, επομένως αναφέρεται στο κατηγορητήριο η ιδιότητά της αυτή με την οποία φέρεται ότι διέπραξε το εν λόγω αδίκημα και συνεπώς δεν πάσχει ακυρότητα το κατηγορητήριο λόγω μη αναγραφής της ιδιότητας της κατηγορουμένης με την οποία αγόρασε τα προϊόντα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η τελευταία. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η προταθείσα από αυτήν ένσταση ακυρότητας του κατηγορητηρίου". Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι εσφαλμένα και χωρίς ειδική αιτιολογία το δικαστήριο απέρριψε την νομοτύπως προβληθείσα ένσταση της κατηγορουμένης, περί ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτήν κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος. Το ότι η κατηγορουμένη τελικώς με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε για την πράξη αυτή ως νόμιμη εκπρόσωπος της αναφερόμενης εταιρείας, τούτο δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας, αφού η ιδιότητα του δράστη, ως ελέχθη, πρέπει να περιλαμβάνεται στην αιτιολογία της απόφασης και συνεπώς ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 63, 64 και 68 του ιδίου Κώδικα, παράνομη είναι η παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο, όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεώς του για την άσκηση της πολιτικής αγωγής καθώς και όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με το χρόνο και τον τρόπο ασκήσεώς της ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου. Από την ως άνω απόλυτη ακυρότητα ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 64, 82-84 και 87 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι νομιμοποιείται ενεργητικώς να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία, εκείνος που δικαιούται ν' απαιτήσει αποζημίωση, ως παθών από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα από το διωκόμενο έγκλημα ή υπέστη ηθική βλάβη από αυτό. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠΔ να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (Ολ. ΑΠ 762/1992). Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η κατηγορουμένη, ως εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΙ ΑΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2004 έως 29-10-2004 αγόρασε από τους πωλητές παραγωγούς μέλη της Ομάδας παραγωγών της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου-Αγιάς συνολικά 14.926.717 κιλά βιομηχανικής τομάτας, συνολικού τιμήματος 629.091.98 ευρώ, συμφώνησε δε με τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω οργάνωσης, Α. Κ., ο οποίος ενεργούσε ως πωλητής για λογαριασμό των μελών του συνεταιρισμού (δεδομένου ότι ο συνεταιρισμός δε είχε αγοράσει τις ως άνω ποσότητες για δικό του λογαριασμό) την εξόφληση των εντός 60 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της κάθε επί μέρους ποσότητας και όχι πέραν της 15-11-2004, πλην όμως καίτοι παρήλθε η παραπάνω δήλη ημέρα και παρά τις οχλήσεις αυτή δεν κατέβαλε το ανωτέρω τίμημα, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Κατά συνέπεια αμέσως παθόντες από την πράξη της αυτή και ως εκ τούτου εκείνοι που δικαιούνται ν' απαιτήσουν αποζημίωση, ως παθόντες από το έγκλημα, ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, οι πωλητές παραγωγοί μέλη της Ομάδας παραγωγών της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου-Αγιάς, μεταξύ των οποίων και οι παραγωγοί Ν. Κ. και Λ. Α., οι οποίοι δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής και παρέστησαν ως πολιτικώς ενάγοντες τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Προσέτι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η κατηγορουμένη δεν είχε εξοφλήσει τον πολιτικώς ενάγοντα, Ν. Κ.. Ενόψει των προεκτεθέντων, οι προαναφερόμενοι παραγωγοί νομιμοποιούνταν ενεργητικώς να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και συνεπώς δεν εχώρησε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι πωλήτρια της βιομηχανικής ντομάτας ήταν η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου-Αγιάς, η οποία εδικαιούτο να παραστεί και ως πολιτικώς ενάγουσα, και όχι οι αγρότες παραγωγοί καθώς και ότι ο παραστάς ως πολιτικώς ενάγων Ν. Κ. είχε εξοφληθεί, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 3424/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983, αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 992/1979 "περί οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών για την εφαρμογήν της συνθήκης προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκός κοινότητας και ρυθμίσεως συναφών θεσμικών και οργανωτικών θεμάτων" για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών. Η ποινική δίωξη ασκείται και αυτεπαγγέλτως. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου ν.δ. 3424/1955 εάν ο αγοραστής γεωργικών προϊόντων είναι εταιρία ευθύνεται ο με οποιοδήποτε τίτλο εκπρόσωπος αυτής, ως και ο δια λογαριασμό της εταιρείας συμβληθείς αντιπρόσωπος. Την αυτή ευθύνη υπέχει και ο ενεργήσας την αγοράν δια λογαριασμόν άλλου ως αντιπρόσωπος αυτού.... Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του ιδίου ν.δ., υπό την έννοια του παρόντος πωληταί αγρόται είναι και οι γεωργικοί συνεταιρισμοί, οι πωλούντες τα γεωργικά ή κτηνοτροφικά προϊόντα των μελών των, δεν είναι όμως ούτοι αγορασταί δια τας μετά των μελών των συναλλαγάς προς τον σκοπόν διαθέσεως της παραγωγής αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο γεωργικός συνεταιρισμός, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και έχει εμπορική ιδιότητα, είναι πωλητής, όταν προβαίνει ατομικά, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, στην αγορά της παραγωγής των μελών του προς περαιτέρω μεταπώληση για δικό του όφελος. (ΑΠ 1397/2005). Επομένως επί παραβάσεως του Ν.Δ. 3424/1955 αμέσως παθών και νομιμοποιούμενος σε παράσταση πολιτικής αγωγής είναι ο παραγωγός γεωργικών προϊόντων, των οποίων το τίμημα δεν καταβλήθηκε, έστω και αν στη σύμβαση εμφανίζεται ως πωλητής ο γεωργικός συνεταιρισμός. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε ανελέγκτως ότι: "Στις 15-11-2004 στην ... ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2004 έως την 29-10-2004 ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΙ Α.Ε." αγόρασε από τους πωλητές παραγωγούς μέλη της Ομάδας παραγωγών της Ένωσης Αγροτικών συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου-Αγιάς που εδρεύει στην …συνολικά 14.926.717 κιλά βιομηχανικής τομάτας, συνολικού τιμήματος εξακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων, ενενήντα ένα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτά συμφώνησε δε με τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπό της παραπάνω Οργάνωσης Α. Κ., ο οποίος ενεργούσε ως πωλητής, για λογαριασμό των μελών του άνω συνεταιριστικού λογαριασμού [(δεδομένου ότι ως άνω συνεταιρισμός δεν είχε αγοράσει τις ως άνω ποσότητες για δικό του λογαριασμό και στη συνέχεια τις πωλούσε (ΑΠ 653/2010, 1397/2005 ΝΟΜΟΣ)] την εξόφληση των εντός 60 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της κάθε επιμέρους ποσότητας και όχι πέραν της 15-11-2004 πλην όμως παρελθούσης της παραπάνω δήλης ημέρας και μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις με πρόθεση δεν κατέβαλε το εκ 629.091,98 ευρώ, τίμημα το οποίο εξακολουθεί να οφείλει, ως αγοράστρια με την ως άνω ιδιότητά της αγροτικών προϊόντων. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη της πράξεως για την οποία κατηγορείται, όπως στο διατακτικό. Απορριπτομένου των ισχυρισμών για αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2β ΠΚ ως αορίστου". Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα της πράξεως της παράβασης των άρθρων 1 και 2 του άνω νόμου, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτήν ένοχη του ότι: στις 15-11-2004 στην ... με πρόθεση δηλαδή θέλοντας την πραγμάτωση των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, έγινε υπαίτιος παράβασης του Ν.Δ. 3424/1955 ενώ δηλαδή ήταν αγοράστρια γεωργικών προϊόντων όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Ν. 992/1979 (Φ.Ε.Κ. 280 Α') περί "οργανώσεως των διοικητικών υπηρεσιών δια την εφαρμογή της συνθήκης Προσχωρήσεως της Ελλάδος εις τας Ευρωπαϊκός Κοινότητας και ρυθμίσεως συναφών θεσμικών και οργανωτικών θεμάτων", για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, κατέστη υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς, συγκεκριμένα, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2004 έως την 29-10-2004 ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΙ Α.Ε." αγόρασε από τους πωλητές παραγωγούς μέλη της Ομάδας παραγωγών της Ένωσης Αγροτικών συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου-Αγιάς που εδρεύει στην …συνολικά 14.926.717 κιλά βιομηχανικής τομάτας, συνολικού τιμήματος εξακοσίων είκοσι εννέα χιλιάδων, ενενήντα ένα ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτά (629.091,98 €), συμφώνησε δε με τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω Οργάνωσης Α. Κ. την εξόφληση των εντός 60 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της κάθε επιμέρους ποσότητας και όχι πέραν της 15-11-2004 πλην όμως παρελθούσης της παραπάνω δήλης ημέρας και μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εξακολουθεί να οφείλει το εκ 629.091,98 ευρώ τίμημα, ως αγοράστρια με την ως άνω ιδιότητά της, αγροτικών προϊόντων". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 του ΠΚ, 1, 2 και 3 του ν.δ. 3424/1955 όπως το άρθρο 1 αντικ. με το άρθρο 8 του ν. 1409/1983 σε συνδ. με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 992/1979, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα εκτίθεται στην απόφαση, ότι η κατηγορουμένη, ως εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΙ ΑΕ", κατά το χρονικό διάστημα από 7-8-2004 έως 29-10-2004 αγόρασε από τους πωλητές παραγωγούς μέλη της Ομάδας παραγωγών της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας-Τυρνάβου-Αγιάς συνολικά 14.926.717 κιλά βιομηχανικής τομάτας, συνολικού τιμήματος 629.091.98 ευρώ, συμφώνησε δε με τον Πρόεδρο και νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω οργάνωσης, Α. Κ., ο οποίος ενεργούσε ως πωλητής για λογαριασμό των μελών του συνεταιρισμού (δεδομένου ότι ο συνεταιρισμός δε είχε αγοράσει τις ως άνω ποσότητες για δικό του λογαριασμό) την εξόφληση των εντός 60 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης της κάθε επί μέρους ποσότητας και όχι πέραν της 15-11-2004, πλην όμως καίτοι παρήλθε η παραπάνω δήλη ημέρα και παρά τις οχλήσεις αυτή δεν κατέβαλε το ανωτέρω τίμημα, το οποίο εξακολουθεί να οφείλει. Η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε την από 8-11-2009 απόδειξη, σύμφωνα με την οποία καταβλήθηκε το ποσό των 83.456,96 ευρώ, το οποίο θα έπρεπε να αφαιρεθεί από το σύνολο της οφειλής, είναι αβάσιμη, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, Β. Μ. και Ν. Κ., οι οποίοι κατέθεσαν ότι δεν πληρώθηκε κανένας από τους παραγωγούς. Περαιτέρω οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι πωλητές δεν ήταν οι παραγωγοί αλλά πωλήτρια ήταν Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λάρισας, η οποία συναλλάχθηκε απευθείας με την αγοράστρια εταιρεία, ότι αγοράστηκε ποσότητα ντομάτας 7.100 τόνων αξίας 331.804,12 ευρώ, από τα οποία καταβλήθηκε στους παραγωγούς ποσό 83.456,96 ευρώ, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και είναι απαράδεκτες. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίαση της εφαρμοσθείσης ουσιαστικής ποινικής διατάξεως είναι αβάσιμοι. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που απαιτείται από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά πού απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, μη αρκούσης σχετικώς μόνης της επικλήσεως της διατάξεως νόμου που τους προβλέπει. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 1494/2010). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου, περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία β' και δ', ήτοι αντίστοιχα το ότι ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε όχι από ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης και το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο συνήγορος υπεράσπισης της κατηγορουμένης αφού έλαβε το λόγο ζήτησε την απαλλαγή της, άλλως την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 β του ΠΚ. Έτσι όμως, όπως διατυπώθηκε, ο πιο πάνω αυτοτελής ισχυρισμός, ήταν παντελώς ασαφής και αόριστος, αφού δεν συνοδεύτηκε με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα στην πράξη της ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση την επ' αυτού απορριπτική κρίση του. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για το λόγο ότι το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπο της των ελαφρυντικών περιστάσεων α) των μη ταπεινών αιτίων και β) της ειλικρινούς μεταμέλειας και ότι επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της, (ελαφρυντική περίσταση η δεύτερη την οποία, όπως αναφέρθηκε δεν πρόβαλε ούτε ζήτησε η αναιρεσείουσα) είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, και ο τελευταίος λόγος αναίρεσης περί του ότι πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής του εγκλήματος είναι απαράδεκτος, αφού δεν έγινε δεκτός κατ' ουσίαν κάποιος λόγος αναίρεσης (άρθρ. 511γ' ΚΠΔ, ΑΠ 511/2010). Κατ' ακολουθίαν η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων και επιβληθούν σε αυτήν τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 15-11-2012 αίτηση της Μ. Π. του Τ., κατοίκου ... για αναίρεση της 2368/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισα. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως πολιτικώς εναγόντων Ν. Κ. του Β. και Λ. Α. του Ε., κατοίκων ... την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ