Αριθμός 1125/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Κ. Κ. Π. Π. Ν. Α.", που εδρεύει στη ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Β. του Β., 2. Θ. Ζ. του Μ., 3. Γ. Κ. - Σ. του Ι., 4. Φ. - Μ. Κ. του Κ., 5. Ε. Μ. του Ν., 6. Π. Φ. του Δ., και 7. Τ. Φ. του Ε., όλων κατοίκων …... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κόκκινο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκε η 86/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 4-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ). Κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 31/2016, 179/2014). Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, η οποία αρχίζει ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει τα εν λόγω ένδικα μέσα (ΑΠ 818/2020). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με την από 4.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης …/7.6.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 86/22.10.2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 16.5.2017 και με αριθ. καταθ. …../16.5.2017 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων (επτά από τους αρχικά οκτώ ενάγοντες), η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς την τρίτη ενάγουσα και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες 4.000 ευρώ στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτά κατά της ανωτέρω απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, η οποία είναι τελεσίδικη, δεδομένου ότι αυτή επιδόθηκε στο ερήμην δικασθέν ΝΠΔΔ, στις 8.4.2021 (βλ. υπ' αριθμ. …../8.4.2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Δωδεκανήσου με έδρα το Πρωτοδικείο Ρόδου, Σ. Κ.) και κατ' αυτής το τελευταίο, δεν άσκησε ούτε ανακοπή ερημοδικίας ούτε έφεση (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. …../2023 Πιστοποιητικό της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Ρόδου Σ. Ζ.). Ασκήθηκε, επίσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 7.6.2021, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την τελεσιδικία της ανωτέρω απόφασης (10.5.2021) (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.-Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 § 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 §§ 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης". Περαιτέρω, στο άρθρο 79 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 § 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...". Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, 431/2018). Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή. Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 889/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 0λΣτΕ1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018 ΟλΣτΕ 668/2012). Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ. α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 3373/2015 ΟλΣτΕ 668/2012). Ειδικότερα δε ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ... καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής: "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους". Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013". Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο. Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος. Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει. Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης. Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ. σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ. Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 § 2 & 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ. έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ. Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο. Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ. ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ. έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ (Κ. Κ. Π. Π. Ν. Α.) και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 476/20222, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019). Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019). 3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, του άρθρου 4 παρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη και των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 4 και 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ.1 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στη δημοσιονομική πειθαρχία, στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη Χώρα μας από αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που γίνεται για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 16.5.2017 και με αριθμό κατάθεσης …./16.5.2017 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρόδου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (οι επτά εκ των αρχικώς οκτώ εναγόντων), ισχυρίζονταν ότι από τον αναφερόμενο για τον καθένα τους χρόνο και με τις αντίστοιχες ειδικότητες, συνδέονται με το εναγόμενο με υπαλληλική σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου. Ότι το εναγόμενο προέβη σε διαδοχικές περικοπές των επιδομάτων εορτών των Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας και, τελικά, στην πλήρη κατάργησή τους. Ότι ειδικότερα οι εν λόγω περικοπές είχαν ξεκινήσει με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, με τις οποίες περικόπηκαν κατά ποσοστό 30% τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με αναδρομική ισχύ από 1.1.2010. Ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του ν. 3845/2010, τα εν λόγω επιδόματα περικόπηκαν περαιτέρω και καθορίσθηκαν στα ποσά των 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 01.06.2010, ότι, με το άρθρο 16 του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο), επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 01.11.2011 και ότι με την υποπαράγραφο Γ.1 "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" επήλθε ολοσχερής κατάργησή τους από 01.01.2013. Ότι η διάταξη με την οποία καταργήθηκαν τα ανωτέρω επιδόματα, ως αντικείμενη στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 κι έχει υπερνομοθετική ισχύ, στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας 87, 98, 150, 151 και στο άρθρο 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα είναι αντισυνταγματική και ανίσχυρη, διότι και στην αιτιολογική έκθεση του Ν, 4093/2012 ουδεμία αιτιολογία αναφέρεται που να δικαιολογεί τη σκοπιμότητα της εν λόγω καταργήσεως, όπως εκ του Συντάγματος ρητά απαιτείται. Ότι με την εν λόγω κατάργηση παραβιάζεται το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ περί προστασίας των περιουσιακής φύσεως δικαιωμάτων στην έννοια των οποίων υπάγονται οι πάσης φύσεως μισθολογικές αμοιβές. Ότι κατέθεσαν νομίμως τις αναφερόμενες στο δικόγραφο της αγωγής τους αιτήσεις τους προς το αντίδικο, τον Ιανουάριο του 2017, με τις οποίες ζήτησαν να τους δοθούν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα και αδείας, διακόπτοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την παραγραφή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα εξ αυτών, το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2015 έως το Δεκέμβριο του 2018 (μήνας πιθανής συζήτησης της αγωγής τους], που αναλύεται σε ποσό 1.000 ευρώ (500 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων + 250 ευρώ επίδομα εορτών Πάσχα + 250 ευρώ επίδομα αδείας= 1.000 ευρώ) για το καθένα από τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από το χρόνο γέννησης της αξίωσής τους, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής τους. Επιπλέον, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, εφεξής, από την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της αγωγής τους, να συμπεριλάβει τα ως άνω επιδόματα στις ετήσιες αποδοχές τους. Όλως επικουρικά δε, ζήτησαν να τους αποδοθούν τα ανωτέρω ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας τους, χωρίς νόμιμη αιτία. Το Ειρηνοδικείο Ρόδου, που δίκασε την υπόθεση, ερήμην του εναγομένου, με τη με αριθμό 86/22.10.2020 απόφασή του α) κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής για την τρίτη ενάγουσα, β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, για τους λοιπούς ενάγοντες και γ) υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ένα από τους λοιπούς ενάγοντες το ποσό των 4.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το Ειρηνοδικείου Ρόδου, δέχθηκε, μετά την εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) τα εξής: "Οι ενάγοντες εργάζονται ως υπάλληλοι διαφόρων ειδικοτήτων στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με υπαλληλική σχέση, ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, προσληφθέντες κατά τις ημερομηνίες και με τις ειδικότητες που αναφέρονται παρακάτω. Ειδικότερα: 1) η πρώτη εξ αυτών, Σ. Β., με την υπ' αριθ. πρωτ. …/3.6.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.4, Ζ.2, και Ζ.1 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α), μετατάχθηκε στο ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ του ΠΑΙΔΙΟΥ …., με εργασιακή σχέση Ι.Δ.Α.Χ., σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, σύμφωνα με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχε την ημέρα δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, 2) η δεύτερη εξ αυτών, Θ. Ζ., με την υπ' αριθ. πρωτ. …../3.6.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.4, Ζ.2, και Ζ.1 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α), μετατάχθηκε στο ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ του ΠΑΙΔΙΟΥ ….., με εργασιακή σχέση Ι.Δ.Α.Χ, σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, σύμφωνα με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχε την ημέρα δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, 3) η τέταρτη εξ αυτών, Γ. Κ. - Σ., με την υπ' αριθ. …/2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του "Ο. Ε. Δ./Σ." προσλήφθηκε σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Προσωπικού, με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του Οίκου Ευγηρίας ….. "Χ. Γ. Ρ.", 4) η πέμπτη εξ αυτών, Φ. - Μ. Κ., με την υπ' αριθ. πρωτ. …../3.6.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.4, Ζ.2, και Ζ.1 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν, 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α), μετατάχθηκε στο ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ του ΠΑΙΔΙΟΥ ….., με εργασιακή σχέση Ι.Δ.Α.Χ., σε συνιστώμενη προσωποπαγή θέση ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, σύμφωνα με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχε την ημέρα δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, 5) η έκτη εξ αυτών, Ε. Μ., με την υπ' αριθ. …./3.6.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.4, Ζ.2, και Ζ.1 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α'), μετατάχθηκε από τον Δήμο …. στο Θεραπευτήριο Χρόνιων Παθήσεων (Θ.Χ.Π.) …… και τα παραρτήματα αυτού, με εργασιακή σχέση Ι.Δ.Α.Χ., σε συνιστώμενη θέση ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, σύμφωνα με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχε την ημέρα δημοσίευσης του Ν. 4093/2012. 6) ο έβδομος εξ αυτών, Π. Φ., με την υπ' αριθ. …./3.6.2013 απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ.4, Ζ.2, και Ζ.1 της παρ. Ζ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ 222 Α'], μετατάχθηκε από τον Δήμο … στο Θεραπευτήριο Χρόνιων Παθήσεων (Θ.Χ.Π.) …. και τα παραρτήματα αυτού, με εργασιακή σχέση Ι.Δ.Α.Χ., σε συνιστώμενη θέση ειδικότητας ΔΕ Διοικητικού, σύμφωνα με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχε την ημέρα δημοσίευσης του Ν. 4093/2012, 7) η όγδοη εξ αυτών, Τ. Φ., με την υπ' αριθ. …./2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του "Ο. Ε. Δ./Σ." προσλήφθηκε σε κενή οργανική θέση του κλάδου ΥΕ Βοηθητικού Προσωπικού, με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες του Οίκου Ευγηρίας …. "Χ. Γ. Ρ.". Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 Ν. 3106/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4025/2011, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Κ. Α. - Φ. και Κ. Α. Α. με Α.", με έδρα το Δήμο ….., που συστήθηκε και λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων των Π.Δ. 14/1986 και 254/1996, μετονομάζεται σε "Θ. Χ. Π. Δ.", στο οποίο συγχωνεύονται και λειτουργούν ως παραρτήματά του το "Θ. Χ. Π. Π." της …. και ο "Ο. Ε. Δ. Χ. Γ.", τα οποία καταργούνται ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ακολούθως, με το άρθρο 9 Ν. 4109/2013, τα δύο Ν.Π.Δ.Δ. που υπάγονται στην Περιφέρεια ….., ήτοι το "Θ. Χ. Π. Δ." και το "Κ. Π. Π. Δ.", συγχωνεύονται και συνιστούν νέο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Κ. Κ. Π. Π. Ν. Α." με έδρα το Δήμο …... Επομένως, οι ενάγοντες τυγχάνουν υπάλληλοι του εναγομένου, εργαζόμενοι σε αυτό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ., όπως αυτό ρυθμίζεται με το ν. 4024/2011, οι δε πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές τους, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων, ήταν κάτω των 3.000 ευρώ σε δωδεκάμηνη βάση. Κατ' εφαρμογή της διάταξης της υποπαραγράφου Γ.1 "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" (περ. 1} του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, εορτών Πάσχα και αδείας που λάμβαναν. Εν τούτοις, σύμφωνα με τα όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχεία I και II) της παρούσας, η ανωτέρω διάταξη τυγχάνει ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις των διεθνών συνθηκών, καθόσον στερεί από τους ενάγοντες το δικαιούμενο, ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης χαμηλόμισθων ελλήνων μισθωτών. Το Δικαστήριο δε, δεν δεσμεύεται από τυχόν αντίθετες αποφάσεις, καθώς η ισχύς αυτών περιορίζονται μόνο στις συγκεκριμένες περιπτώσεις και δεν έχουν ισχύ έναντι όλων. Επιπλέον, οι ενάγοντες υπέβαλαν στο εναγόμενο τις παρακάτω αιτήσεις για να τους δοθεί το δώρο Χριστουγέννων, το δώρο Πάσχα και το επίδομα αδείας: α) η πρώτη ενάγουσα την υπ' αριθ, πρωτ, …./23.01.2017 αίτηση, β) η δεύτερη ενάγουσα την υπ' αριθ. πρωτ. …./25.01.2017 αίτηση, γ) η τέταρτη ενάγουσα την υπ' αριθ. πρωτ. …./23.01.2017 αίτηση, δ) η πέμπτη ενάγουσα την υπ1 αριθ. πρωτ. …./23.01.2017 αίτηση, ε) η έκτη ενάγουσα την υπ' αριθ. πρωτ. …./26.01.2017 αίτηση, στ) ο έβδομος ενάγων την υπ' αριθ. πρωτ. …./25.01.2017 αίτηση και ζ) η όγδοη ενάγουσα την υπ' αριθ. πρωτ. …./25.01.2017 αίτηση, με τις οποίες διεκόπη η παραγραφή, όπως αναλυτικά αναφέρεται στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο III, συνεπώς οι παραπάνω ενάγοντες διεκδικούν νομίμως και το επίδομα εορτών Πάσχα του έτους 2015, καθώς μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεν παρήλθε η διετής παραγραφή του ν. 4270/2014. Ως εκ τούτου, πρέπει το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο των 1ης, 2ης, 4ης, 5ης, 6ης, 7ου και 8ης των εναγόντων τα αιτούμενα ποσά. Κατόπιν τούτου, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή από άποψη ουσιαστικής βασιμότητας κατά την κύρια βάση αυτής και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους 1η, 2η, 4η, 5η, 6η, 7ου και 8ης των εναγόντων το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ, ποσό που αναλύεται σε χίλια (1000) ευρώ (500 ευρώ για επίδομα εορτών Χριστουγέννων + 250 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα + 250 ευρώ για επίδομα άδειας = 1.000 ευρώ) για το καθένα από τα έτη 2015, 2016, 2017 και 2018 (1.000 x 4), με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση". Το Ειρηνοδικείο Ρόδου, με την ως άνω κρίση του, ότι, δηλαδή, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα επιδόματα εορτών και αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, είναι αντισυνταγματική και ότι οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015 - 2018, όπως αυτά επανακαθορίσθηκαν με το άρθρο 16 του ν 4024/2011, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22, 25 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με την ως άνω διάταξη του ν. 4093/2012 καταργούνται από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τα οποία τους είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και, επομένως, και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 4024/2011. Κατόπιν τούτου ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, όπως ήδη εκτέθηκε, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ευθεία παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, είναι βάσιμος. Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, αφού κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης, η ένδικη αναίρεση γίνεται δεκτή, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου (και τελευταίου) από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, η παραδοχή του οποίου οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 533/2020, ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017). Ενόψει δε του ότι η υπόθεση, μετά την αναίρεσή της, δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη η από 16.5.2017 και με αριθμό κατ. 126/16.5.2017 αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής (η επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, είχε απορριφθεί με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως μη νόμιμη). Τέλος, πρέπει, να συμψηφισθεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 εδ.α του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την προσθήκη δευτέρου εδαφίου με το άρθρο 8 του Ν. 4842/2021 ΦΕΚ Α 190 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, κατ' άρθ. 116 παρ. 1 εδ. β του νόμου αυτού, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 65 Ν. 4871/10.12.2021 ΦΕΚ Α'246). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 86/22.10.2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου.- ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση.- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16.5.2017 και με αριθμό κατ. …./16.5.2017 αγωγή, ως νομικά αβάσιμη.- ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ