Αριθμός 1472/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου -Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Γ., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτρη Καραμήτσα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: (υπό εκκαθάριση) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το δ.τ. "… Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Καρυοφύλλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3903/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η 3125/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι) Από τις διατάξεις των άρθρων, 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν κάποιος διάδικος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλον διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση αυτής, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1695/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως η παρ. 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 139 παρ. 1 Ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6-6-2022), κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, ενώ ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και, εφόσον δεν έχει κλητευθεί από τον αντίδικό του ούτε από κάποιον από τους τυχόν ομοδίκους του για να παραστεί στη συζήτηση, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 140/2023, ΑΠ 1471/2021, ΑΠ 1160/2020, ΑΠ 1591/2018, ΑΠ 1672/2017). ΙΙ) Κατά το άρθρο 82 εδ. 3 του ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη της παρ. 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 του ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους παρεμβαίνοντος, για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του", και του άρθρου 558 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απευθύνεται κατ' αρχάς η αναίρεση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως ο προσθέτως παρεμβάς πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι προαναφερόμενες διατάξεις, άλλως δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 205/2019, ΑΠ 797/2018, ΑΠ 920/2013, ΑΠ 1462/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση α) η από 10-10-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …/2020) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 3125/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) οι από 16-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …/2022) πρόσθετοι λόγοι αυτής, δικάσιμος προς συζήτηση των οποίων είχε αρχικώς οριστεί η 17-1-2023 ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος, κατά την οποία η συζήτηση αυτών αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21-3-2023 ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21-3-2023), ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Δημήτριο Καραμήτσα (ΑΜ ΔΣΑ …), ο οποίος προσκόμισε την από 29-3-2022 εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος Σ. Σ. του Γ., το γνήσιο της οποίας επιβεβαιώνεται από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης μέσω της εφαρμογής gov.gr και με την οποία ο τελευταίος εγκρίνει την εκ μέρους του ως άνω δικηγόρου άσκηση της από 10-10-2020 και με αριθμό έκθ. κατάθεσης 733/922/12-10-2020 αίτησης αναίρεσης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτής, κατά της υπ' αριθ. 3126/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και του παρέχει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να μεριμνήσει για τον προσδιορισμό δικασίμου προς συζήτηση αυτών, καθώς και να παραστεί και εκπροσωπήσει αυτόν ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, που προσκομίστηκε από τον παρασταθέντα δικηγόρο Δημήτριο Καραμήτσα, δεν αφορά την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής και συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. Ι μείζονα σκέψη, εφόσον ο ως άνω δικηγόρος, που εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση αυτών, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και, δεδομένου ότι δεν έχει κλητευθεί από την αντίδικό του για να παραστεί στη συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση α) της υπ' αριθ. 3903/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 15-1-2013 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7092/188/ 2013) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και β) της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθ. 3125/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 5-6-2015 έφεσης και των από 9-3-2018 πρόσθετων λόγων, που άσκησε ο ενάγων κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης, προκύπτει ότι στη δίκη που άνοιξε με την ένδικη από 15-1-2013 αγωγή, παραδεκτά ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, υπέρ του ενάγοντος - εκκαλούντος, από 1) τη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ" και 2) το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ (Ε.Τ.Ε.Ρ.)", που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, Γεώργιο Μελισσάρη και Βάγια Μίταλα αντίστοιχα, κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου. Πλην όμως, οι ως άνω προσθέτως παρεμβάντες δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21-3-2023), όπως προκύπτει δε από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, τόσο ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, όσο και η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, δεν κλήτευσαν τους ως άνω προσθέτως παρεμβάντες στη συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης ούτε, άλλωστε, επικαλούνται με τις κατατεθείσες προτάσεις τους κλήτευση αυτών. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην υπό στοιχ. ΙΙ μείζονα σκέψη, πρέπει, και για τον λόγο αυτό, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση α) της από 10-10-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 7731/921/2020) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 3125/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) των από 16-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 177/2022) πρόσθετων λόγων αυτής. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ