ΑΡΙΘΜΟΣ 1275/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη- Εισηγητή, Βασίλειο Λυκούδη, Βασιλείου Κουρκάκη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ......... και ήδη κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο συμβούλιο περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 1334/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με συγκατηγορούμενους τους 1........ και 2...... Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 374/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή με αριθμό 164/24-4-2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: 1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 476 παρ.1,485 παρ.1 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την 73/19-6-06 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ........, κρατουμένου στη Δικ. Φυλακή Λάρισας, κατά της 1334/06 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για διακεκριμένες κλοπές, κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφία εγγράφων-πιστοποιητικών και ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε δέκα ετών και ενός μηνός, και εκθέτω τα ακόλουθα: 2.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 2, 476 παρ. 1, 482, 484, 509 παρ. 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ΄ ακολουθία το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά βουλεύματος ή αποφάσεως πρέπει στη δήλωση ασκήσεώς της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ΄ αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στα άρθρα 484 και 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης κατά του βουλεύματος ή κατά της αποφάσεως, αντίστοιχα, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 476, 485 παρ. 1, 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης [άρθρο 485 παρ.2 ΚΠΔ], οι οποίοι, προκειμένου περί αποφάσεως, προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 παρ. 2 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από τα άρθρα 484 παρ.1 περ.δ, 510 παρ. 1 στοιχ. δ ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα, και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας, (Α.Π. Ολ.19/2001, ΠΟΙΝ.ΛΟ. 01/1693, ΑΠ. ΟΛΟΜ. 2/2002 ΠΟΙΝ. ΔΙΚ. 02/128, ΑΡΜ 02/439, ΠΟΙΝ. ΛΟΓ 02/26). Ούτε αρκεί για το ορισμένο του λόγου να γίνεται επίκληση έννοιας της αναιρετικής πλημμέλειας που δίνεται σ' αυτήν από την πάγια νομολογία και θεωρία της κρατούσας νομολογίας και θεωρίας. 3-Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττει 1334/06 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για διακεκριμένες κλοπές, κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφία εγγράφων-πιστοποιητικών και ψευδή ανώμοτη κατάθεση σε δέκα ετών και ενός μηνός, για τους εξής κατά λέξη λόγους: "διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική αιτιολογία, κατ' άρθρο 484 παρ.1 εδ. ε ΚΠΔ, το οποίο αυτεπαγγέλτως εξετάζεται. Συγκεκριμένα, χωρίς να υπάρχει επιβαρυντικό σε βάρος του στοιχείο και χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει η συμμετοχή του στην αξιόποινη πράξη που δικάσθηκε, παρά ταύτα, το άνω δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο. Εν όψει των ανωτέρω εκτεθέντων και με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του, ως και της εκθέσεως προσθέτων λόγων, η προσβαλλόμενη απόφαση δέον να αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας". Από το κείμενο αυτό της αίτησης αναιρέσεως του κατηγορουμένου προκύπτει ότι αυτή δεν περιέχει κανένα σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από εκείνους που προβλέπονται από το άρθρο 510 ΚΠΔ. 4-Κατ' ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη, το δε να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στο ποσό των 220 Ε. ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩ Α-Να απορριφθεί ως απαράδεκτη η 73/19-6-06 αίτηση αναίρεσης του κατηγορουμένου ......, κατά της 1334/06 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και Β-Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των 220 €. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τα άρθρα 148-153, 473 παρ.2, 474 παρ.2 και 509 παρ.1α ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση του κύρους της αιτήσεως ή δηλώσεως αναιρέσεως κατ΄αποφάσεων είναι οι περιεχόμενοι σ'αυτές λόγοι, από τους περιοριστικώς διαλαμβανομένους στο άρθρο 510 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, γιατί διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη, από την ανωτέρω δε αξίωση του νόμου, να είναι δηλαδή σαφείς και ορισμένοι οι αναιρετικοί λόγοι, δεν εξαιρείται και ο προβλεπόμενος στο παραπάνω άρθρο 510 παρ.1Δ τέτοιος, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογία, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ. Ενόψει τούτων, για το ορισμένο του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως πρέπει: Α) αν ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, να προτείνεται με την αίτηση αναιρέσεως η ανυπαρξία αυτής, σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και β) αν υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να διευκρινίζεται επί πλέον σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 19/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττει την υπ'αριθμ. 1334/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή καθείρξεως δέκα ετών και ενός μηνός για διακεκριμένες κλοπές κατ΄εξακολούθηση, πλαστογραφία εγγράφων και πιστοποιητικών και ψευδή ανώμοτη κατάθεση, επικαλούμενος, ως λόγο αναιρέσεως, έλλειψη αιτιολογίας της αποφάσεως. Ο λόγος αυτός διατυπώνεται ως εξής, κατά πιστή μεταφορά από την έκθεση αναιρέσεως: "Διότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική αιτιολογία, κατ'άρθρο 484 παρ.1 εδ.ε ΚΠΔ, το οποίο αυτεπαγγέλτως εξετάζεται. Συγκεκριμένα, χωρίς να υπάρχει επιβαρυντικό σε βάρος του στοιχείο και χωρίς από κανένα στοιχείο να προκύπτει η συμμετοχή του στην αξιόποινη πράξη που δικάστηκε, παρά ταύτα το άνω δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο. Ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων και με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός του, ως και της εκθέσεως προσθέτων λόγων η προσβαλλομένη απόφαση δέον να αναιρεθεί για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας". 'Όπως έχει ο παραπάνω λόγος είναι παντελώς αόριστος, γιατί δεν προτείνεται , αν θεωρεί ο αναιρεσείων ότι ελλείπει παντελώς η αιτιολογία, η ανυπαρξία αυτής σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα κεφάλαια της αποφάσεως, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αιτίαση και αν (θεωρεί) ότι υπάρχει αιτιολογία, αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δεν διευκρινίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή, αναφορικά με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια. Εντεύθεν η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη (άρθρ. 476 παρ.1 ΚΠΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19-6-2006 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ'αριθμ,1334/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007 Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ