Αριθμός 1505/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7725/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2338/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-10-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 2-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθμ. 2338/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 7725/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την υπ' αριθμ. .../2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία (έκδοση ακάλυπτων επιταγών) για το ποσό των 48100 ευρώ. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 191/2022). Ειδικότερα, παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρο 914 ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημίωσης είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισής της, αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του τελευταίου κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε (Ολ ΑΠ 23/2007, ΑΠ 191/2022). Στην έννοια της κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια τού παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος με το χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας. Η έννοια του δόλου προκύπτει, κατά βάση, από τη διάταξη του άρθρ. 27 του ΠΚ και συντρέχει, όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας, αλλά και όταν αποδέχεται τη ζημία, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του (ΑΠ 719/2017, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 1861/2013). Δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012). Ακόμη, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον. Με την ως άνω διάταξη προστίθεται ότι, εκτός του νομικού προσώπου, συνευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο όργανο αυτού για την πράξη ή παράλειψή του. Τούτο σημαίνει ότι, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη είναι υπαίτια και παράγει κατά τα ως άνω υποχρέωση αποζημίωσης γι' αυτόν που έπραξε ή παράλειψε, ευθύνεται και αυτός, εις ολόκληρον, μετά του νομικού προσώπου, ούτως ώστε να μην υποτεθεί ότι η ευθύνη μεταβιβάζεται αποκλειστικά στο νομικό πρόσωπο (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 853/2019). Εκ τούτου παρέπεται ότι επί πτωχεύσεως ανώνυμης εταιρίας στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικής ημερομηνίας εκδόσεως της μεταχρονολογημένης επιταγής και εκείνης που αυτή εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, ήτοι εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη ημερομηνία, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του άρθρου 79 Ν.5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου της εταιρίας που την εξέδωσε, εντεύθεν δε, και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση. Τούτο διότι το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης που επήλθε με βάση το άρθρο 104 ΠτΚ (Ν.3588/2007), που στερεί αυτοδικαίως τον πρωτεύσαντα της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας και την επιλεκτική εξόφληση των εταιρικών χρεών, δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου αντιπροσώπου της πτωχεύσασας εταιρίας, η ποινική και αστική ευθύνη του οποίου από την έκδοση της ακάλυπτης και μη πληρωθείσας επιταγής διατηρείται, μη επηρεαζόμενη από την επελθούσα εκ της πτωχεύσεως μεταβολή στη νομική κατάσταση της ανώνυμης εταιρίας (ΑΠ 705/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν έχει αντιφατικές αιτιολογίες (αντιφατική αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 191/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος και Διευθύνων Σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων του, εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας και της παρέδωσε πέντε (5) μεταχρονολογημένες δίγραμμες επιταγές, συνολικού ποσού 48.100 ευρώ, πληρωτέες οι τέσσερις εξ αυτών από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος σε χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν ανωτέρω εταιρείας και η μία εξ αυτών από την Attica Bank σε. χρέωση του υπ' αριθμ. ... λογαριασμού της ίδιας ανωτέρω εταιρείας και συγκεκριμένα: α) την υπ' αριθμ, ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 28-3-2011 ποσού 5.000 ευρώ) β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Attica Bank, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 5-5-2011, ποσού 4,000 ευρώ, γ) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 20-5-2011, ποσού 15.000 ευρώ, δ) την αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 28-6-2011, ποσού 10.000 ευρώ και ε) την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 28-7-2011, ποσού 14.100 ευρώ. Από τις ανωτέρω (μεταχρονολογημένες) επιταγές, που εκδόθηκαν πραγματικά και παραδόθηκαν στην ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 15-12-2010 έως 28-1-2011, η τελευταία την υπ' αριθμ. ... επιταγή την οπισθογράφησε και την παρέδωσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ως "αξία για κατάθεση", ενώ τις υπόλοιπες τις οπισθογράφησε και τις κατέθεσε στην ίδια ως άνω τράπεζα λόγω ενεχύρου, και την αριθμ. ... επιταγή της Attica Bank, την οπισθογράφησε και την κατάθεσε λόγω ενεχύρου στην τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε. Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και η EFG Eurobank Ergasias, οι οποίες απέκτησαν την κατοχή των ανωτέρω επιταγών λόγω ενεχύρου και ως αξία προς κατάθεση, τις εμφάνισαν προς πληρωμή στις 4-4-2011 την πρώτη, στις 9-5-2011 την δεύτερη, στις 20-5-2011 την τρίτη, στις 4-7-2011 την τέταρτη και στις 5-8-2011 την πέμπτη, αλλά δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας. Το γεγονός αυτό, της μη πληρωμής, βεβαιώθηκε κι αναγράφηκε στα σώματα των επιταγών. Ακολούθως, η ενάγουσα τα ανωτέρω ποσά των τεσσάρων επιταγών, που είχε οπισθογραφήσει λόγω ενεχύρου στην Εθνική Τράπεζα και στην EFG Eurobank Ergasias κατέβαλε στις τελευταίες (νόμιμους κομιστές τους) και από τις οποίες ανέλαβε τα σώματα αυτών και έτσι κατέστη και πάλι νόμιμη κομίστριά τους,.... Όσον αφορά στην υπ' αριθμ. ... επιταγή, που οπισθογραφήθηκε από την ενάγουσα στην Εθνική Τράπεζα ως "αξία για κατάθεση", πρέπει να αναφερθεί ότι η τελευταία,..., είχε κάθε δικαίωμα να εμφανίσει τη συγκεκριμένη επιταγή προς πληρωμή, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών - εναγόμενος καθώς η οπισθογράφηση της εν λόγω επιταγής ουδόλως επάγεται τη μεταβίβαση της κυριότητας του τίτλου και του εξ αυτού πηγάζοντος δικαιώματος, αλλά ο κομιστής της, δηλαδή η Εθνική Τράπεζα, ασκεί λόγω πληρεξουσιότητας, τα από την επιταγή δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα εμφάνισης της επιταγής, ως αντιπρόσωπος του εντολέα της, δηλαδή της ενάγουσας, και όχι στο δικό της όνομα. Η ενάγουσα την εν λόγω επιταγή, ενόψει της μη πληρωμής της, λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας, την ανέλαβε από την Εθνική Τράπεζα και έκτοτε παραμένει απλήρωτη στα χέρια της. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος γνώριζε κατά τον χρόνο της έκδοσης και πληρωμής των επιταγών πως δεν υπήρχαν στις πληρώτριες τράπεζες αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, λόγος εξάλλου για τον οποίον αυτές κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες, η γνώση δε αυτή συνέτρεχε και κατά τον χρόνο εμφάνισής τους προς πληρωμή, δεδομένου ότι με την προαναφερθείσα ιδιότητα του είχε απολύτως σαφή εικόνα της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας που εκπροσωπούσε και πλήρη γνώση ότι η εταιρεία αυτή, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει τρέχουσες οφειλές της. Το γεγονός ότι οι ανωτέρω επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες δεν ασκεί έννομη επιρροή, παρά τα όσα αντίθετα διατείνεται ο εκκαλών-εναγόμενος, αφού και στην περίπτωση αυτή είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια στα οποία οφείλει ο εκδότης να έχει επαρκή προς εξόφληση της επιταγής κεφάλαια. Όπως αποδείχθηκε εξάλλου και συνομολογεί και ο εναγόμενος η εκδότρια εταιρεία που εκπροσωπούσε, με βάση την από 12-4-2011 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../12-4-2011 αίτησή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ζήτησε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, με βάση τα αρθρ. 99-104 του Ν. 3588/2007 και επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 21910/2011 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που διέταξε το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής και απαγόρευσε, μέχρι την έκδοση της απόφασης της επικυρωτικής της συμφωνίας συνδιαλλαγής, από. το πτωχευτικό δικαστήριο, την ατομική ή συλλογική αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της εκδότριας εταιρείας και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της. Με την υπ' αριθμ. 22069/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2012 αίτηση της οφειλέτιδας εταιρείας να επικυρωθεί η συμφωνία της συνδιαλλαγής, που πέτυχε με τους δανειστές της, λόγω του ότι οι συμμετέχοντες δανειστές συγκέντρωναν ποσοστό 45,10 % των συνολικών χρεών της ανωτέρω εταιρείας, και επομένως η αιτούσα εταιρία δεν είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις, ώστε να επικυρωθεί η συμφωνία συνδιαλλαγής που πέτυχε. Κατά της ανωτέρω απόφασης η αιτούσα εταιρεία άσκησε την υπ' αριθμ. 3672/2012 έφεση ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 336/2013 απόφασή του εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και επικύρωσε την διαδικασία συνδιαλλαγής, κηρύσσοντας ταυτόχρονα και το πέρας της διαδικασίας. Επομένως, ο εναγόμενος, ο οποίος με την προαναφερθείσα ιδιότητά του εξέδωσε στο όνομα και για λογαριασμό της άνω εταιρείας τις επίδικες επιταγές εν γνώσει της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, διαπράττοντας το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, ευθύνεται προς αποζημίωση της ενάγουσας σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δεδομένου ότι ζημίωσε την τελευταία κατά τα ποσά των επιταγών, συνολικού ποσού (5.000+ 4.000 + 15.000 + 10.000 +14.100 =) 48.100 υπαίτια και παράνομα. Η υποχρέωση του εναγομένου λόγω της ως άνω αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αντίστοιχη υποχρέωση του νομικού προσώπου της εταιρείας, ο δε ισχυρισμός του περί απαραδέκτου της συζητήσεως της εναντίον του αγωγής, λόγω επικύρωσης με την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου της ως άνω διαδικασίας συνδιαλλαγής αφορούσα την εκπροσωπούμενη απ' αυτόν εταιρεία, που συνιστά και τον πρώτο λόγο της έφεσης, αλυσιτελώς προτείνεται και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο, διότι, εκτός του γεγονότος ότι με το πέρας της διαδικασίας συνδιαλλαγής έληξε και η αναστολή των ατομικών μέτρων διώξεως, η αναστολή αυτή με το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής αφορά στην αιτούσα εταιρεία και τις απαιτήσεις που απορρέουν από αξιόγραφα, χωρίς να καταλαμβάνει και την επιδίωξη αποζημίωσης από αδικοπραξία, στρεφόμενη ατομικά κατά του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας-εναγομένου. Συνεπώς, ο εναγόμενος είναι υπόχρεος σε ανόρθωση της ζημίας της ενάγουσας, νόμιμης κομίστριας κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα των επίδικων επιταγών, η οποία νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής αποζημιώσεως...., απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου, που συνιστά και τον δεύτερο λόγο της έφεσής του καθώς και τον συναφή πρόσθετο λόγο αυτής, ως ουσιαστικά αβάσιμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αγωγή αποζημιώσεως και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 48.100 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, έστω και με ελλιπείς αιτιολογίες, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε, γι' αυτό, αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες με αυτές της παρούσας αποφάσεως (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν όλοι οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 7725/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την από 21-10-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να της καταβάλει το ποσό των 48100 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 79 Ν.5960/1933, 914, 297, 298, 71 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον εκτίθενται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής όλων των όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα: α) η έκδοση από τον αναιρεσείοντα, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", των αναφερόμενων πέντε μεταχρονολογημένων επιταγών, συνολικού ποσού 48.100 ευρώ, β) ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και η EFG Eurobank Ergasias, οι οποίες απέκτησαν την κατοχή των ανωτέρω επιταγών λόγω ενεχύρου και ως αξία προς κατάθεση, τις εμφάνισαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή, εντός του χρονικού διαστήματος από τον πραγματικό χρόνο έκδοσης αυτών έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο χρόνο έκδοσης της κάθε επιταγής, αλλά δεν πληρώθηκαν, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας, γ) ότι, ακολούθως, η αναιρεσίβλητη κατέβαλε στην Εθνική Τράπεζα και στην EFG Eurobank Ergasias τα ποσά των τεσσάρων επιταγών, αναλαμβάνοντας τα σώματα αυτών και έτσι κατέστη και πάλι νόμιμη εξ αναγωγής κομίστρια των επιταγών, ενώ, ανέλαβε και την άλλη επιταγή από την Εθνική Τράπεζα, στην οποία την είχε οπισθογραφήσει ως "αξία για κατάθεση" και την οποία την είχε εμφανίσει ως πληρεξούσια αυτής (αναιρεσίβλητης), δ) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε κατά τον χρόνο της έκδοσης και πληρωμής των επιταγών πως δεν υπήρχαν στις πληρώτριες τράπεζες αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, η γνώση δε αυτή συνέτρεχε και κατά τον χρόνο εμφάνισής τους προς πληρωμή, δεδομένου ότι με την προαναφερθείσα ιδιότητα του είχε απολύτως σαφή εικόνα της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας που εκπροσωπούσε και πλήρη γνώση ότι η εταιρεία αυτή, κατά τη χρονική εκείνη περίοδο, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει τρέχουσες οφειλές της και ε) ότι η αναστολή των ατομικών μέτρων διώξεως με το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής αφορά μόνον την ως άνω εταιρεία και δεν καταλαμβάνει και την επιδίωξη αποζημίωσης από αδικοπραξία, στρεφόμενη ατομικά κατά του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας-εναγομένου, του οποίου η υποχρέωση, λόγω της αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς του, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την αντίστοιχη υποχρέωση του νομικού προσώπου της εταιρείας. Πέραν των ανωτέρω, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση της αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντος από την έκδοση των επίδικων ακάλυπτων επιταγών και ιδίως α) ως προς τη γνώση του αναιρεσείοντος για την έλλειψη κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρίας που εκπροσωπούσε, β) ως προς την αδικοπρακτική του ευθύνη ανεξάρτητα από την ευθύνη της εταιρίας και την μετέπειτα πτώχευσή της, γ) ως προς την πληρωμή και την κατοχή των επίδικων επιταγών από τον αναιρεσείοντα νόμιμο κομιστή τους. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19, 40, 44, 46 και 47 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει ότι τελευταίος νόμιμος κομιστής οπισθογραφήσιμης επιταγής είναι αυτός που με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων κατέχει τον τίτλο κατά το χρόνο της βεβαίωσης της μη πληρωμής. Ο κομιστής αυτός μπορεί να στραφεί κατά των άλλων προσώπων που ευθύνονται από την επιταγή για την πληρωμή της. Το ίδιο δικαίωμα έχει και κάθε υπογραφέας της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε (ΑΠ 1435/2003). Επίσης, ο πληρώσας την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος μπορεί, αφενός μεν να απαιτήσει κατά την πληρωμή της την προς αυτόν παράδοση του εν λόγω τίτλου, αφετέρου δε να εναγάγει τους προηγούμενους υπογραφείς της επιταγής (ΑΠ 1435/2003). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 34 εδ. α Ν.5960/1933 "ο πληρωτής πληρώνων την επιταγή δύναται ν' απαιτήσει όπως του εγχειρισθεί αυτή εξοφλημένη υπό του κομιστού", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "πας υπόχρεως, κατά του οποίου, ασκείται ανάγωγη ... δύναται να απαίτηση κατά την πληρωμήν την προς αυτόν παράδοσιν της επιταγής". Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. α' του ΑΚ "ο οφειλέτης καταβάλλοντας έχει το δικαίωμα να απαιτήσει, αν εξοφλήσει ολοσχερώς, απόδοση του χρεωστικού εγγράφου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 εδ. β' του ΑΚ "από την απόδοση του χρεωστικού εγγράφου τεκμαίρεται η εξόφληση του χρέους''. Από την τελευταία αυτή διάταξη (424 εδ. β' του ΑΚ) καθιερώνεται νόμιμο, γνήσιο, δικονομικό και μαχητό τεκμήριο για το πραγματικό γεγονός, ότι έγινε ολοσχερής καταβολή του χρέους. Χρεωστικό έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου αυτού είναι το έγγραφο που φέρει την υπογραφή του οφειλέτη με το οποίο αποδεικνύεται η ύπαρξη του χρέους, αδιάφορα αν τούτο συντάχτηκε μόνο προς απόδειξη του χρέους ή και προς σύσταση αυτού, όπως π.χ. η τραπεζική επιταγή. Για την ύπαρξη του προαναφερόμενου τεκμηρίου αρκεί η απόδοση του χρεωστικού εγγράφου στον οφειλέτη από το δανειστή. Επομένως, η παράδοση της επιταγής από το νόμιμο κομιστή της σε άλλο υπόχρεο από αυτή πρόσωπο, παράγει το τεκμήριο της καταβολής του ποσού της προς αυτόν που την κατείχε σε εκείνον που του την παρέδωσε (ΑΠ 1012/2018). Κατά συνέπεια για την απόδειξη καταβολής του ποσού της επιταγής αρκεί η επίκληση και η προσκομιδή του σώματος αυτής από την κατοχή του οποίου τεκμαίρεται η πληρωμή της και δεν είναι αναγκαία και εξοφλητική απόδειξη του ποσού της επιταγής, αφού υπέρ του πληρωτή της λειτουργεί το παραπάνω τεκμήριο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται για το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 486/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, συγκεκριμένα, ενώ ο αναιρεσείων αρνήθηκε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης, ότι η αναιρεσίβλητη πλήρωσε τις επίδικες επιταγές και έτσι δεν απέδειξε τη νομιμοποίησή της για την άσκηση της ένδικης αγωγής, προσκομίζοντας αποδείξεις πληρωμής των ανωτέρω επιταγών και συνεπώς δεν απέδειξε την ιδιότητα του πληρώσαντος ως εξ επιταγής υποχρέου, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε χωρίς αποδείξεις ότι "... η ενάγουσα τα ανωτέρω ποσά των τεσσάρων επιταγών, που είχε οπισθογραφήσει λόγω ενεχύρου στην Εθνική Τράπεζα και στην EFG Eurobank Ergasias, κατέβαλε στις τελευταίες (νόμιμες κομίστριές τους) και από τις οποίες ανέλαβε τα σώματα αυτών και έτσι κατέστη και πάλι νόμιμη κομίστρια...". Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνονται και επικυρωμένα αντίγραφα των επιταγών που αναφέρονται στην αγωγή, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα η αναιρεσίβλητη και από την κατοχή των οποίων τεκμαίρεται η πληρωμή των επίδικων επιταγών από την αναιρεσίβλητη, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, ο παραπάνω δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 11 του ίδιου άρθρου) είναι αβάσιμος. Για την πληρότητα, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αποζημίωση του κομιστή ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής για αποκατάσταση της ζημίας του από την μη πληρωμή της και στρέφεται και κατά του προσώπου, που ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας εξέδωσε την επιταγή, δεν απαιτείται για το νόμιμο και ορισμένο αυτής (αγωγής) να αναγράφεται στο δικόγραφό της ότι πρόκειται περί μεταχρονολογημένης επιταγής, καθώς και ο χρόνος της πραγματικής έκδοσής της. Και τούτο, διότι, ναι μεν από τα άρθρα 1, 2 και 28 του ν. 5960/1933 συνάγεται ότι η σημείωση πάνω στην επιταγή του χρόνου της έκδοσής της είναι απαραίτητο στοιχείο του κύρους της, δεν θίγεται όμως το κύρος της επιταγής αν η σημειούμενη σε αυτήν ημερομηνία έκδοσής της δεν είναι αληθινή, καθόσον στην περίπτωση αυτή της μεταχρονολογημένης επιταγής, απλώς είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη και είναι πάντοτε πληρωτέα "εν όψει" (ΑΠ 559/2022, σχετ. ΑΠ 263/2008, ΑΠ 1512/2006, ΑΠ 193/1999). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 433/2019). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1016/2017, ΑΠ 29/2017), όχι όμως με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 477/2017, ΑΠ 67/2011). Εξάλλου, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 511/2016), ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του πραγματικού χρόνου έκδοσης των ένδικων μεταχρονολογημένων επιταγών και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη τις εκτυπώσεις από το μηχανογραφικό σύστημα της αναιρεσίβλητης των καρτελών των χρεοπιστώσεων με την εταιρία "...", από τις οποίες προέκυπτε ο πραγματικός χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών, οι οποίες προσκομίστηκαν με επίκληση με την προσθήκη των προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη οι ως άνω εκτυπώσεις, καθώς αναφέρεται ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση του από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, χωρίς οποιαδήποτε μνεία αυτών που προσκομίστηκαν με την προσθήκη των προτάσεων της αναιρεσίβλητης. Σε κάθε περίπτωση το Εφετείο για την κρίση του δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα ως άνω έγγραφα αλλά σχημάτισε την κρίση του από τα προαναφερόμενα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Επομένως, ο παραπάνω τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου) είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμος είναι ο ως άνω λόγος αναίρεσης και ως προς την προβαλλόμενη από την αρ. 8 πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απαραδέκτου της προσκόμισης από την αναιρεσίβλητη των εκτυπώσεων από το μηχανογραφικό σύστημα, τον οποίο προέβαλε με τον 2ο πρόσθετο λόγο έφεσης, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον παραπάνω πρόσθετο λόγο έφεσης (τον οποίο από προφανή παραδρομή αναφέρει ως τρίτο πρόσθετο λόγο), κρίνοντας ότι ο πραγματικός χρόνος έκδοσης των επιταγών, σε περίπτωση μεταχρονολόγησής τους, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής αποζημιώσεως, η ορθότητα δε της κρίσεως αυτής δεν ελέγχεται με τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-10-2019 αίτηση του Α. Β. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2338/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Επιβάλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ