Αριθμός 1524/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Άννα Γλάστρα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουλίου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39991/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 406/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Σεπτεμβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 21 Νοεμβρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, λόγω συνταξιοδότησης, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 406/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε στην ουσία την από 27.11.2006 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 39991/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 16.7.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 65.604,21 ευρώ για τις λιμενικές υπηρεσίες που η αναιρεσίβλητη προσέφερε στα πρακτορευόμενα από την αντίδικό της πλοία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία κατά το νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού, ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995), ο σχετικός δε με το λόγο αυτό ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς παραδεκτά κατά το άρθρ. 562§2(γ) ΚΠολΔ προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 98/2005? 1450/2007). Κατά το άρθρ. 94§1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ανήκει στα διοικητικά δικαστήρια, όπως ο νόμος ορίζει, υπήχθησαν δε στη δικαιοδοσία τους με τη διάταξη του άρθρ. 1§2(ι) του ν. 1406/1983 μεταξύ άλλων και οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις διοικητικές συμβάσεις, δηλαδή αυτές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, στην ερμηνεία και στην εκτέλεσή της ή σε οποιασδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση. Ειδικότερα η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψή της επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, προς εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού, βρίσκεται βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση ή βάσει ρητρών κανονιστικής ισχύος, που έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στο συμβατικό δεσμό που ρυθμίζουν οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικού δικαίου και οι διαφορές που απορρέουν από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010? ΟλΑΠ 8/2000? 7/2001? ΑΠ 1671/2008? 901/2011). Με το άρθρ. 6§1 του ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Θεσσαλονίκης", που ιδρύθηκε με το ν.δ. 2551/1953 έχοντας αρχικά την επωνυμία "Ελευθέρα Ζώνη και Λιμήν Θεσσαλονίκης", όπως οι σχετικές με αυτό ρυθμίσεις τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με το ν.δ. 449/1970, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την αυτή επωνυμία και με διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Θ. Α.Ε.", η οποία χαρακτηρίζεται ως εταιρεία κοινής ωφελείας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, λειτουργεί δε κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από το νόμο αυτό (2688/1999) και τον κ.ν. 2190/1920, συμπληρωματικά δε από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του ν.δ. 2551/1953, όπως κάθε φορά ισχύουν. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρ. 6 του ν. 2688/1999, όλη η κινητή και ακίνητη περιουσία του μετατρεπόμενου νομικού προσώπου περιέρχεται στην εταιρεία "Ο.Λ.Θ. Α.Ε.", η οποία υπεισέρχεται αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, συνεχίζοντας τις εκκρεμείς δίκες του, χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτούνται άλλες ειδικότερες διατυπώσεις ή ενέργειες για τη συνέχισή τους, τυχόν δε προβλήματα δικαιοδοσίας, που μπορεί να προκύψουν, επιλύονται από τα δικαστήρια στα οποία εκκρεμούν οι υποθέσεις. Περαιτέρω κατά μεν τη διάταξη του άρθρ. 7§1 του ν. 2688/1999, οι διατάξεις του ν.δ. 2551/1953, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως στην εταιρεία "Ο.Λ.Θ. ΑΕ", εκτός εκείνων που αναφέρονται σε θέματα, τα οποία ρυθμίζονται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος νόμου (2688/1999), κατά δε τη διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρ. 7 του ν. 2688/1999, οι διατάξεις του άρθρ. 3 του α.ν. 1559/1950, όπως με το άρθρ. 10 του ν.δ. 2551/1953 ισχύουν για τον Ο.Λ.Θ., εφαρμόζονται στην εταιρεία "Ο.Λ.Θ. ΑΕ", η οποία υπόκειται μόνο σε φόρο εισοδήματος. Επομένως, η εταιρεία αυτή απολαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρ. 3 του ως άνω α.ν. 1559/1950, όλων των προνομίων, απαλλαγών και ατελειών, των οποίων απολαμβάνει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του και γενικά εφαρμόζονται όλες οι εξαιρετικού δικαίου διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο, οι δε απαιτήσεις της εταιρείας κατά τρίτων για την έγκαιρη πληρωμή των δικαιωμάτων της βεβαιώνονται και εισπράττονται κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ, όπως αυτό ορίζεται με το άρθρ. 4§9 της υπ' αριθ. 3422/3.7.1995 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ 998 Β'/5.12.1995). Ωστόσο η εφαρμογή των διατάξεων του ΚΕΔΕ στις ως άνω απαιτήσεις της εταιρείας δεν αρκεί για να καταστήσει διοικητικές τις σχετικές μ' αυτές διαφορές από τη λειτουργία ειδικότερα συμβάσεων που σύναψε ο Ο.Λ.Θ. ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και στις οποίες η εταιρεία υπεισήλθε και αντίστοιχα δεν έχουν διοικητικό χαρακτήρα οι συμβάσεις αυτές ούτε είναι διοικητικές διαφορές ουσίας όσες αναφύονται κατά το στάδιο πλέον της εκτέλεσης προς είσπραξη των απαιτήσεων με τη διαδικασία του ΚΕΔΕ, εφόσον σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η υποκείμενη έννομη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 5/1989? 8/1989? 18/1993? 23/1999). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη 182 τιμολόγια των ετών 1997 έως και 2000, που εξέδωσε αρχικά ο Ο.Λ.Θ., ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και στη συνέχεια, από το Μάρτιο του 1999, η ίδια και αφορούν αντίστοιχα δικαιώματά τους αφενός μεν από την προσόρμιση, την παραβολή ή και την πρυμνοδέτηση στο λιμένα της Θεσσαλονίκης πλοίων πρακτορευόμενων από την αναιρεσείουσα, αφετέρου δε (δικαιώματα) από τον εφοδιασμό των πλοίων αυτών με ποσότητες νερού, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 65.604,21 ευρώ, με βάση τις τιμές που περιλαμβάνονται στα αντίστοιχα γενικά τιμολόγια του Ο.Λ.Θ., όπως αυτές καθορίστηκαν με την υπ' αριθ. 24545/11.12.1995 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του, η οποία, αφού εγκρίθηκε από τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθ. ΦΕΚ 113 Β'/27.2.1996. Η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, που παραδεκτά και αυτή επισκοπείται, έκρινε ότι "η επίδικη διαφορά, στο σύνολό της εκτιμώμενη, δεν αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, αλλά ιδιωτική διαφορά, απορρέουσα από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, το γεγονός δε ότι τα σχετικά τέλη προσορμίσεως, παραβολής, πρυμνοδετήσεως, παροπλισμού κλπ. καθορίστηκαν με μονομερή απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Λ.Θ., εγκριθείσα με υπουργική απόφαση, δεν αρκεί από μόνο του να προσδώσει στη διαφορά το χαρακτήρα διοικητικής διαφοράς ουσίας και δεν εξασφαλίζει στον Ο.Λ.Θ., ως συμβληθέντα, υπερέχουσα θέση που δεν προσιδιάζει σε σύμβαση διεπόμενη από το ιδιωτικό δίκαιο". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε και για το πριν από το Μάρτιο του 1999 χρονικό διάστημα, που ο Ο.Λ.Θ. είχε τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, την ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ως προς την επίδικη διαφορά, που πρότεινε με τις πρωτόδικες προτάσεις της η αναιρεσείουσα και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 4 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με μέρος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη έννομου συμφέροντος την ένδικη αγωγή (άρθρ. 68 ΚΠολΔ), αφού, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η δυνατότητα είσπραξης των επίδικων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης με απευθείας εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, στο πλαίσιο της οποίας τα σχετικά τιμολόγια αποτελούν από μόνα τους νόμιμο τίτλο, καθιστά περιττή την επιδίωξη εκτελεστού τίτλου με την έκδοση καταψηφιστικής απόφασης για την ένδικη αγωγή. Με δεδομένο όμως ότι η διοικητική εκτέλεση μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή κατά το άρθρ. 73 του ΚΕΔΕ και έτσι να αμφισβητηθεί δυνητικά από την αναιρεσείουσα και η ουσιαστική βασιμότητα των εναντίον της απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης μετά την υπό στενή έννοια βεβαίωσή τους, υφίσταται έννομο συμφέρον για την άσκηση και την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ώστε να διαγνωσθεί ήδη με δύναμη δεδικασμένου στις μεταξύ τους σχέσεις η ύπαρξη των αξιώσεων αυτών και να αποκλεισθεί αντίστοιχα η μεταγενέστερη αμφισβήτησή τους στο πλαίσιο της τυχόν εκτέλεσης για την είσπραξή τους. Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης είναι και κατά την ως άνω αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αβάσιμος και απορριπτέος. 3. Κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 1452/2007). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Από την παραδεκτή και πάλι επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε την ένσταση αοριστίας αυτής, που πρότεινε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό η αναιρεσείουσα, δεχόμενο ότι στην αγωγή διαλαμβάνονται αναλυτικά όλα τα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, "με τα επιμέρους αξιούμενα ποσά για δικαιώματα προσορμίσεως και παραβολής εκάστου πρακτορευόμενου από την εναγομένη πλοίου, το όνομα και η σημαία κάθε πλοίου, οι κόροι και οι πόδες αυτού, η ημερομηνία προσορμίσεώς του και παραβολής στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, καθώς και ο τρόπος υπολογισμού των δικαιωμάτων προσορμίσεως και παραβολής", ενώ ως προς τα τιμολόγια ειδικότερα παροχής νερού από τα υδροστόμια της αναιρεσίβλητης στα πρακτορευόμενα από την αναιρεσείουσα πλοία αναφέρεται "η χορηγηθείσα ποσότητα κυβικών μέτρων νερού σε κάθε πλοίο ονομαστικά, καθώς και η τιμή μονάδος ανά κυβικό μέτρο νερού με τις προσαυξήσεις (σε ποσοστό 25%) λόγω υπερωρίας (στις περιπτώσεις που η παροχή νερού έγινε εκτός του κανονικού ωραρίου του απασχοληθέντος προσωπικού της ενάγουσας)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας περιέχονται πράγματι όλα τα παραπάνω στοιχεία, που την καθιστούν ορισμένη και μάλιστα σαφώς διευκρινίζεται ότι η κοστολόγηση των υπηρεσιών, που παρασχέθηκαν στα πρακτορευόμενα από την αναιρεσείουσα πλοία, έγινε ως προς τα δικαιώματα ειδικότερα από την προσόρμιση, την παραβολή και την πρυμνοδέτηση των πλοίων με βάση το υπ' αριθ. 5 γενικό τιμολόγιο του Ο.Λ.Θ., σύμφωνα με το οποίο τα μεν δικαιώματα του Ο.Λ.Θ. από την προσόρμιση των πλοίων δεν είναι συνάρτηση του χρόνου διάρκειας της προσόρμισης, αλλά υπολογίζονται με τον κατάπλου σε εφάπαξ ποσό, που είναι το γινόμενο των κόρων ολικής χωρητικότητας κάθε πλοίου επί την αντίστοιχη τιμή μονάδας για κάθε κόρο, τα δε δικαιώματα του Ο.Λ.Θ. από την παραβολή των πλοίων υπολογίζονται ανά ημέρα και πόδα μήκους, που παραβάλλουν τα πλοία στο κρηπίδωμα, επί την αντίστοιχη τιμή μονάδας, ενώ τα δικαιώματα πρυμνοδέτησης των πλοίων υπολογίζονται στο 1/3 των αντίστοιχων κατά περίπτωση δικαιωμάτων παραβολής, δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις ο υπολογισμός γίνεται σε ημερήσια και όχι σε ωριαία βάση. Εξ άλλου η αναφορά στην ένδικη αγωγή ότι ο εφοδιασμός των πλοίων της αναιρεσείουσας με ποσότητες νερού από τα υδροστόμια του Ο.Λ.Θ. έγινε σε ορισμένες περιπτώσεις εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, αρκεί για να δικαιολογείται η προσαύξηση της τιμής για κάθε κυβικό νερού σε ποσοστό 25% κατά τα οριζόμενα στο αντίστοιχο υπ' αριθ. 6 γενικό τιμολόγιο του Ο.Λ.Θ. και δεν ήταν έτσι αναγκαίο να εξειδικεύεται ο χρόνος έναρξης και λήξης του εφοδιασμού, αφού ο εφοδιασμός στις περιπτώσεις αυτές έγινε, κατά τα παρατιθέμενα στην αγωγή αντίστοιχα τιμολόγια, στο σύνολό του εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας. Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει αυτός να απορριφθεί κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην ίδια απόφαση η πλημμέλεια ότι είναι ανεπαρκής η αιτιολογία, με την οποία κρίθηκε ορισμένη η ένδικη αγωγή, αφού ο συναφής λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αφορά ανεπάρκεια των αιτιολογιών που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή ως προς την κατ' ουσίαν έρευνα της υπόθεσης και όχι αιτιολογίες αναφορικά με το ορισμένο ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΟλΑΠ 44/1990? 3/1997? ΑΠ 159/2004). Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9.9.2008 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 406/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ