Αριθμός 905/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα - Ξένου - Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "E. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ - ΙΔΙΩΤΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ - ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΠΟΛΥΙΑΤΡΕΙΑ" μετονομασθείσας ήδη σε "O. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΥΓΕΙΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Σπυριδαντωνάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ε. Μ. του Κ., κατοίκων ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λουκέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο. Εκδόθηκαν η 766/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 786/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 23.7.2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ'αριθ.786/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των εναγουσών ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ'αριθ. 766/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή των. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα [άρθρα 522, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ]. Η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιουμένων από τον νόμο. Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της, ελέγχεται από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη. Ο ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να εκτίθενται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος. Για να είναι όμως ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του (ΑΠ 1558/2013, 1291/2010). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι όροι της υπ'αριθ. 5/2016 Διαιτητικής Αποφάσεως είχαν καταστεί με κοινή συμφωνία όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων και η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι ορισμένη και βάσιμη έσφαλε, αφού δεν γίνεται σαφής επίκληση ότι οι όροι της συγκεκριμένης συλλογικής ρύθμισης είχαν καταστεί με κοινή συμφωνία όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας. Γι αυτό, έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, όπως δεν εκτίθεται και ο τρόπος υποβολής του. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά [έλλειψη αιτιολογίας], ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του [ανεπαρκής αιτιολογία], ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [αντιφατική αιτιολογία] [ΟλΑΠ 1/1999]. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης "οι ενάγουσες προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στις 18.10.1999 [η πρώτη] και την 1.7.1996 [η δεύτερη] προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως παρασκευάστριες στο μικροβιολογικό εργαστήριο της Γενικής Κλινικής στο .... Οι ενάγουσες παρείχαν τις ως άνω υπηρεσίες τους εργαζόμενες επί 5 ημέρες την εβδομάδα επί 8 ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα με βάρδιες αντί μηνιαίων αποδοχών, της πρώτης 1.370,99 ευρώ και της δεύτερης 1500.35 ευρώ. Από την πρόσληψη των εναγουσών είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτών και της εναγομένης ότι ανά 4 εβδομάδες και για 11 συνολικά εβδομάδες κάθε χρόνο, τις ημέρες κατά τις οποίες με βάση το πρόγραμμα εργασίας που εκπονούσαν τα αρμόδια όργανα της εναγομένης οι ενάγουσες παρείχαν τις ως άνω υπηρεσίες τους κατά την απογευματινή βάρδια [από 15.00 ώρα έως 23.00 ώρα], οι τελευταίες θα βρίσκονταν κατά τη διάρκεια της νύχτας ήτοι από 23.00 έως την 7.00 ώρα της επομένης ημέρας σε ετοιμότητα να αναλάβουν εργασία, εφόσον παρίστατο ανάγκη προς τούτο. Είχε δηλαδή συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι οι ενάγουσες το πιο πάνω χρονικό διάστημα ήταν υποχρεωμένες να βρίσκονται σε απλή ετοιμότητα παροχής εργασίας στις οικίες τους με το τηλέφωνο ανοιχτό ["on call"], ώστε εάν καλούνταν από τους αρμόδιους υπαλλήλους της εναγομένης να μετέβαιναν άμεσα στην κλινική για παροχή εργασίας. Ως αμοιβή για την ανωτέρω απλή ετοιμότητα ανάληψης εργασίας είχε συμφωνηθεί, επί πλέον των πιο πάνω αποδοχών, το ποσό των 30 ευρώ κάθε ημέρα κατά την οποία οι ενάγουσες τελούσαν σε ετοιμότητα...". Υπό τις παραδοχές αυτές η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες, διότι δεν διαλαμβάνονται περιστατικά εξηγούντα ικανοποιητικά το μισθολογικό καθεστώς των αναιρεσιβλήτων. Πότε συγκεκριμένα καταρτίσθηκαν οι σχετικές συμφωνίες, κατά την πρόσληψη ή μετά, εάν συμφωνήθηκε όρος ότι οι αποδοχές αυτών θα ρυθμίζονταν από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή ανεξαρτήτως αυτών και εάν η αμοιβή της απλής ετοιμότητας προς εργασία είχε συμφωνηθεί με αναφορά στις εν λόγω συλλογικές συμβάσεις ή όχι. Συνεπώς, είναι βάσιμος ο έκτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, δια του οποίου προσάπτεται η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως και πρέπει να γίνει δεκτός. Σε περίπτωση ικανοποιήσεως του δανειστή κατόπιν αναγκαστικής εκτελέσεως ή εκπληρώσεως της οφειλόμενης παροχής από τον οφειλέτη, ενόψει επαπειλούμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, έχει κατ' αρχήν εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και επέρχεται απόσβεση της ενοχής διά καταβολής. Αν η σχετική δικαστική απόφαση αναιρεθεί ή εξαφανισθεί κατόπιν αναψηλαφήσεως, ο οφειλέτης δύναται να αναζητήσει τα καταβληθέντα ασκώντας το δικαίωμά του για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, συγχρόνως δε θα πληρούνται και οι προϋποθέσεις των ΑΚ 904 επ. Εάν όμως ο δανειστής ικανοποιηθεί, είτε κατόπιν εκτελέσεως προσωρινώς εκτελεστής δικαστικής αποφάσεως ή αποφάσεως που διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, είτε κατόπιν "εκουσίας" εκπληρώσεως από τον οφειλέτη εξαιτίας της επαπειλούμενης αναγκαστικής εκτελέσεως των ανωτέρω αποφάσεων, δεν υπάρχει καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε και αν αυτή γίνει με επιφύλαξη αναζητήσεως των καταβληθέντων. Αυτό οφείλεται στο ότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται απλώς και μόνο για μια προσωρινή ρύθμιση της επίδικης σχέσεως προς όφελος του δανειστή, που δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα του οφειλέτη. Συνεπώς τα έννομα αποτελέσματα της "καταβολής" που έγινε μένουν μετέωρα μέχρις ότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Εάν εξαφανισθεί ή μεταρρυθμισθεί η προσωρινώς εκτελεστή κηρυχθείσα απόφαση, ο οφειλέτης δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή των καταβληθέντων βάσει της ΚΠολΔ 914 και αποζημίωση κατά την ΚΠολΔ 940 παρ. 1, συγχρόνως δε πληρούται το πραγματικό της ΑΚ 904, χωρίς η αναζήτηση να αποκλείεται εξαιτίας της ΑΚ 905 παρ. 1, αφού η καταβολή, όπως άλλωστε και στην αμέσως προηγούμενη περίπτωση, δεν έγινε με την ελεύθερη βούληση του οφειλέτη, αλλά κάτω από την πίεση της επαπειλούμενης αναγκαστικής εκτελέσεως. Με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δυνατό να αναζητηθούν ομοίως τα καταβληθέντα, όταν μεταρρυθμισθεί ή ανακληθεί η δικαστική απόφαση που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο ή αρθεί αυτό [ΑΠ 1295/2021, 956/2021, 446/2016]. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του. Στην κρινομένη υπόθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε περαιτέρω τις εξής παραδοχές: "...κατόπιν δικαστικών διενέξεων μεταξύ των διαδίκων μερών ...και σε εκτέλεση σχετικής συμφωνίας που καταρτίσθηκε στις 4.6.2019 μεταξύ της εναγομένης, των εναγουσών και άλλων συναδέλφων των τελευταίων, η εναγομένη κατέβαλε σε κάθε μία από τις ενάγουσες χωρίς καμία επιφύλαξη για τη μελλοντική τους αναζήτηση εκ μέρους της, τα αιτούμενα με την αγωγή και οφειλόμενα ποσά των 9.450 ευρώ για κάθε μία ενάγουσα ως αμοιβή για την ανωτέρω απλή ετοιμότητα ανάληψης εργασίας για τα έτη 2013, 2014, 2015, 2016, 2017 και από 1.1.2018 έως 12.10.2018....Επομένως τα ως άνω κονδύλια της αγωγής μετά την ανωτέρω καταβολή τους από την εναγομένη στις ενάγουσες κρίνονται ως ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 4.6.2019 συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, παραλείποντας κρίσιμες περικοπές και αποδίδοντας περιστατικά διαφορετικά από αυτά που περιέχει, καταλήγοντας σε επιβλαβές αποδεικτικό πόρισμα για την αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του ως άνω συμφωνητικού, που καταρτίσθηκε στις 4.6.2019, ενόψει έκδοσης της υπ'αριθ. 557/10.6.2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την από 8.5.2019 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων με σκοπό να αποφευχθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της εταιρείας προκύπτει ότι αναφέρεται ότι για την αμοιβή ετοιμότητας εργασίας εκάστης αναιρεσίβλητης, ποσού 9.450 ευρώ, κατά το παράρτημα που συνοδεύει τη συμφωνία, η αναιρεσείουσα δήλωσε ότι η καταβολή των ποσών αυτών ουδόλως σημαίνει τη συνομολόγηση ή αποδοχή των εκτιθεμένων στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων οφειλών ιδίως των αμφισβητουμένων απαιτήσεων, όπως των αξιώσεων από αμοιβή για ετοιμότητα εργασίας, ως προς τις οποίες επιφυλάσσεται για κάθε νόμιμο δικαίωμά της και δη για την απαίτηση επιστροφής των καταβληθέντων ποσών, εφόσον ήθελε κριθεί στα πλαίσια τακτικής αγωγής ότι δεν οφείλονται, εν τούτοις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα το ανέγνωσε θεωρώντας ότι η αναιρεσείουσα συνομολόγησε και αποδέχθηκε τα αιτούμενα ποσά από αμοιβές ετοιμότητας εργασίας, παρότι δήλωνε ότι κατέβαλε αυτά μόνο προς αποφυγή εκτέλεσης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων που επιδίκαζε προσωρινά τα καταβληθέντα ποσά, επιφυλασσόμενη για την αναζήτησή τους σε περίπτωση δικαίωσής της στα πλαίσια της τακτικής αγωγής. Συνεπώς ο εκ του αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, δια του οποίου προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η προαναφερόμενη πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Από τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α' του Ν. 2112 /1920 ορίζεται ότι "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ήν ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του [ή να γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος - άρθρο 281 ΑΚ]. Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επί πλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ'αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 288, 648, 652 παρ.1 και 656 παρ. 1 του ΑΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες: α] να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ'άρθρο 361 ΑΚ σύναψη [σιωπηρά] νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β] να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από τον Ν 2112/1920 και γ] να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτή, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας [ο μισθωτός] την αντίδρασή του, να παράσχει [προσωρινά] τη νέα εργασία του υπό τους τροποποιηθέντες όρους και παράλληλα να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους [ΑΠ 216/2017, 1134/2015, 447/2015, 791/2014, 24/2014]. Η κατά τα ανωτέρω εξομοίωση της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη δεν επέρχεται αυτόματα, αλλά εξαρτάται από τη βούληση του εργαζομένου, έχοντος προς τούτο διαζευκτική ευχέρεια να μην θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία, αλλά, εμμένοντας στην σύμβαση εργασίας υπό τους αρχικούς της όρους, να ασκήσει όλα τα δικαιώματά του που απορρέουν από τη μονομερή τροποποίηση των όρων αυτής. Στο τρίτο εδάφιο του ως άνω άρθρου 7 του ν. 2112/1920, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 56 ν. 4487/2017 [ΦΕΚ Α'116/9.8.2017], πριν την εκ νέου τροποποίησή του με το άρθρο 58 Ν. 4635/2019 [ΦΕΚ Α' 167/30.10.2019] ορίζεται ότι: "Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού, για να θεωρηθεί ότι συνιστά βλαπτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής σύμβασης, πρέπει να είναι αξιόλογη, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται αυτή [η καθυστέρηση καταβολής του μισθού] δολίως, και δη για να εξαναγκασθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του, όπως επικράτησε να ερμηνεύεται η ανωτέρω διάταξη του πρώτου ως άνω εδαφίου από τα ελληνικά δικαστήρια [ΑΠ 1215/2022]. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ΟλΑΠ 7/2006. 4/2005]. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγχτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση [ΑΠ 625/2022. 319/2017, 130/2016]. Στην προκειμένη υπόθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε περαιτέρω τα εξής: "...Aπό το έτος 2015 και μετά η εναγομένη αντιμετώπισε δυσκολίες στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών στους εργαζομένους αυτής. Λόγω δε της μη καταβολής και στις ενάγουσες των μηνιαίων αποδοχών τους από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2018, οι τελευταίες κάνοντας ορθά χρήση του σχετικού τους δικαιώματος κατ'άρθρο 7 του ν. 2112/1920, θεώρησαν τη μη καταβολή των δεδουλευμένων τους ως λόγο καταγγελίας των ως άνω συμβάσεων εργασίας τους από την εναγομένη, επιδίδοντας, στις 12.10.2018, στην εναγομένη τις σχετικές, από 11.10.2018 εξώδικες δηλώσεις τους. Επομένως, δικαιούνται ως αποζημίωση απόλυσης από την εναγομένη : α] η πρώτη ενάγουσα ...19.283,86 ευρώ, όπως το ύψος του ποσού αυτού δεν αμφισβητείται από την εναγομένη και β] η δεύτερη ενάγουσα ...21.004,90 ευρώ...". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 7 εδ. β'του ν. 2112/1920, διέλαβε δε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, χωρίς να προσαπαιτείται συμφώνως προς τα ανωτέρω να διαλάβει και κρίση ότι η καθυστέρηση των οφειλομένων αποδοχών είχε γίνει δολίως. Επομένως, ο όγδοος λόγος της αιτήσεως, δια του οποίου προσάπτεται η εν λόγω πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος [ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 166/2016, ΑΠ 625/2008]. Για να ιδρυθεί ο λογος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης [λυσιτελής]. 'Ετσι δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου να απαντήσει με ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή [ΟλΑΠ 25/2013, ΑΠ 298/2012]. Με τον ένατο λόγο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ] και ειδικότερα παρέλειψε να αποφανθεί επί της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος απαίτησης καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η εταιρεία, γεγονός που γνώριζαν οι αναιρεσίβλητες.. Ο λόγος αυτός, που προβλήθηκε με το ίδιο περιεχόμενο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται επίκληση γεγονότων καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, συνεπώς δεν αποτελεί ουσιώδη ισχυρισμό και το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορούσε να τον λάβει υπόψη [ΟλΑΠ 2/2001]. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια της αμοιβής για απλή ετοιμότητα παροχής εργασίας, ως και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή [άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ] και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες ως ηττώμενες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής [άρθρ. 176, 180 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ]. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 786/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων [2.300] ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ