Αριθμός 206/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ", που εδρεύει στο ... εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Π. Β., το γένος Τ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κατσιλιέρη. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2360/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-8-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ8/2018, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 1130/2020). Εξάλλου, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο διάδικος που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011). Στην προκειμένη περίπτωση τη συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης επέσπευσε η αναιρεσείουσα, όπως αυτό προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της αναίρεσης που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη (βλ. την από 22-4-2021 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή Ι. Ν. που διενήργησε την επίδοση επί του αντιγράφου της αίτησης). Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α`, 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση. Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ` άρθρο 628 του ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, η ακύρωση της διαταγής πληρωμής απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί αυτή με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 682/2015). Ειδικότερα, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής, πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α` του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που να εξατομικεύουν την απαίτηση, όσον αφορά στο αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση, έναντι του αιτούντος (AΠ 1268/2022, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 15/2007) και επιπλέον απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 1569/2022, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 368/20129, ΑΠ 999/2019). Από δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 περ. γ` και δ` ΚΠολΔ (όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω, λόγω του χρόνου εκδόσεως της διαταγής πληρωμής) -που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι αυτή δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρα 631 και 904 παρ. 1 περ. ε' ΚΠολΔ). Περιέχει δε η εκδιδόμενη διαταγή το, κατά το άρθρο 630 στοιχ. γ` ΚΠολΔ. απαιτούμενο στοιχείο της αιτίας της πληρωμής, όταν περιλαμβάνει, και χωρίς έστω νομικό χαρακτηρισμό της απαίτησης, έκθεση περιστατικών που εξατομικεύουν την αποδεικνυόμενη εγγράφως απαίτηση, για την οποία εκδίδεται η διαταγή, ούτως ώστε να προκύπτει ο λόγος της αντίστοιχης οφειλής, αρκεί να μη δημιουργείται καμία αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής, και δεν είναι ανάγκη να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή. Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής, του καταβλητέου ποσού χρημάτων, απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος. Η δε απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό, με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από τον νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013). Αντίθετα, δεν απαιτείται η διαταγή πληρωμής να περιλαμβάνει και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτήν προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που τη συγκροτούν (ΑΠ 1094/2006). Τέλος, ο δανειστής, ενόψει της διαθετικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, δεν εμποδίζεται να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής, όχι για ολόκληρη, αλλά για ένα μέρος μόνο της χρηματικής απαίτησης που έχει κατά του οφειλέτη, ή για μέρος μόνο των οφειλόμενων τόκων, έστω και αν το έγγραφο που προσκομίζει αποδεικνύει ολόκληρη την απαίτηση και οφειλή τόκων αυτής για όλο το ποσό της ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από εκείνο που ζητά. Ο περιορισμός της αίτησης για μέρος μόνο της απαίτησής του η για μέρος της παρεπόμενης απαίτησης τόκων, ο οποίος αποτελεί άσκηση δικονομικής ευχέρειας του δανειστή, δεν απαιτείται να αιτιολογείται (ΑΠ 1512/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1, 633 παρ. 1, 623, 624 παρ. 1, 626 παρ. 1 και 2, 628 και 629 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή εξετάζει την κατά τον χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, βάσει της αιτήσεως προς έκδοσή της και δεν έχει την ευχέρεια μεταβολής της βάσης της αιτήσεως, γιατί ως προς αυτή δεν έχει τηρηθεί η κατ` άρθρο 112 ΚΠολΔ. προδικασία, χωρίς όμως και η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο περί του δικαιώματος, το οποίο ουδόλως διεγνώσθη (ΑΠ 1098/2006). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε. Στην περίπτωση αυτή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (ΑΠ 1352/2022, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 105/2019). Η αμφισβήτηση αυτή από τον οφειλέτη μέρους της απαίτησης και η τυχόν ακυρότητα αυτού δεν θίγει την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ούτε και καθιστά αυτήν ανεκκαθάριστη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Την 1-7-2014 η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη (αναιρεσείουσα), υπέβαλε στη γραμματεία του ΜΠΑ, την υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. .../1-7-2014 αίτηση, για έκδοση διαταγής πληρωμής, στρεφόμενη κατά της ήδη ανακόπτουσας - εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) και του μη διαδίκου, Χ. Γ.. Στην αίτηση αυτή η καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη εξέθετε ότι την 01.02.2007 εξέδωσε η ίδια, στην Αθήνα, σε διαταγή της ιδίας, έντεκα (11) συναλλαγματικές, πληρωτέες άπασες στην Αθήνα, ποσού εβδομήντα δύο χιλιάδων ευρώ (72.000,00 ευρώ) έκαστη, ήτοι συνολικού ποσού επτακοσίων ενενήντα δύο χιλιάδων ευρώ (792.000,00 ευρώ) (72.000,00 X 11 = 792.000), με τη ρήτρα "ΑΝΕΞΟΔΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ", τις οποίες (συναλλαγματικές) αποδέχθηκε η ήδη ανακόπτουσα - εκκαλούσα, επί του σώματος των οποίων, τριτεγγυήθηκε, υπέρ της αποδέκτη, ο μη διάδικος, Χ. Γ.. Ότι, από τις έντεκα (11) συναλλαγματικές, τέσσερις (4) εξ αυτών είχαν εξοφληθεί μερικώς και συγκεκριμένα κατά τα ποσά: α) 68.562,81 ευρώ, β) 59.482,46 ευρώ, γ) 36.509,16 ευρώ, δ) 10.127,09 ευρώ, ήτοι συνολικά κατά το ποσό των εκατόν εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (174.681,52 €) (65.562,81+ 59.482,46+ 36.509,16+ 10.127,09 = 174.681,51), από την εδώ ανακόπτουσα - εκκαλούσα, δια συμψηφισμού, με τα υπό στοιχεία ...29.02.2008, .../26.02.2010, .../14.02.2011 και .../08.02.2012 πιστωτικά τιμολόγια της αιτούσας τη διαταγή πληρωμής - καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητης, προς την ήδη ανακόπτουσα - εκκαλούσα, με αποτέλεσμα η συνολική οφειλή, εκ των ως άνω συναλλαγματικών, να ανέρχεται σε ποσό εξακοσίων δέκα επτά χιλιάδων τριακοσίων δέκα οκτώ ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (617.318,48 ευρώ) (792.000 - 174.681,51= 617.318,48), το οποίο και αναλύεται ως εξής: ποσά α) 3.437,19 €, β) 12.517,54 €, γ) 35.490,84 € δ) 61.872,91 €, ήτοι συνολικά ποσό εκατόν δέκα τριών χιλιάδων τριακοσίων δέκα οκτώ ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών [113.318,48 ευρώ (3.437,19 + 12.517,54 + 35.490,84 + 61.872,91 = 113.318,48)] που υπολείπετο, έκαστο μερικότερο ποσό, από μια από τις 11 συναλλαγματικές, δηλαδή τα ποσά αυτά υπολείπτοντο από τέσσερις (4), εκ των έντεκα (11) συνολικά, συναλλαγματικών, εκ της ονομαστικής αξίας ποσού εβδομήντα δύο χιλιάδων ευρώ (72.000,00 ευρώ) έκαστης, πλέον των λοιπών επτά (7) συναλλαγματικών, ήτοι ποσό πεντακοσίων τεσσάρων χιλιάδων ευρώ [504.000 ευρώ (72.000,00 X 7 = 504.000,00)] και ότι ως εκ τούτου, το συνολικά οφειλόμενο ποσό, από την αποδέκτη (και τον τριτεγγυητή), προς την εκδότη (των συναλλαγματικών), ανήρχετο σε εξακόσιες δέκα επτά χιλιάδες τριακόσια δέκα οκτώ ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτά [617.318,48 (113.318,48 + 504.000,00 = 617.318,48)]. Εξέθετε περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συναλλαγματικές έληξαν, εν τούτοις δεν πληρώθηκαν από την αποδέκτη αυτών - ανακόπτουσα - εκκαλούσα και ότι ως εκ τούτου η αιτούσα τη διαταγή πληρωμής - καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη, κατέστη δικαιούχος εξ αναγωγής, του ποσού των ως άνω συναλλαγματικών, ως αυτό έχει απομειωθεί, μετά και τις μερικές εξοφλήσεις, σε τέσσερις (4) εκ των ανωτέρω έντεκα (11) συναλλαγματικών. Εξέθετε, περαιτέρω ότι είναι νόμιμη κομίστρια των ανωτέρω συναλλαγματικών, ως εκδότης και λήπτης αυτών και ότι οι καθ' ων (η αίτηση) ευθύνοντο για την πληρωμή της άνω οφειλής, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο έκαστος και δη η πρώτη των καθ' ων η αίτηση - ανακόπτουσα - εκκαλούσα, ως πρωτοφειλέτιδα και αποδέκτης των έντεκα (11) συναλλαγματικών και ο δεύτερος των καθ' ων (η αίτηση), ως τριτεγγυητής υπέρ της αποδέκτη, πρώτης των καθ' ων, ευθυνόμενος με την πρωτοφειλέτιδα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον και ως αυτοφειλέτης, για την καταβολή της ονομαστικής αξίας των επίδικων συναλλαγματικών, ως αυτή απομειώθηκε, μετά και την συμψηφιστική μερική εξόφληση, σε τέσσερις (4) εκ των ανωτέρω έντεκα (11) συναλλαγματικών. Με αυτό το ιστορικό ζητούσε την έκδοση διαταγής πληρωμής, σε βάρος αμφοτέρων των καθ' ων η αίτηση, για την καταβολή, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον από αυτούς, του συνολικού ποσού εκ 617.318,48 ευρώ, νομιμοτόκως από την 29-11-2013 (επόμενη της λήξεως των συναλλαγματικών) καθώς και να καταδικασθούν οι καθ' ων (η αίτηση) στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας. Κατά την κατάθεση της άνω αίτησης, στη γραμματεία του Μ.Π.Α., η αιτούσα, μαζί με την άνω αίτησή της, προσκόμισε επικυρωμένα αντίγραφα των άνω συναλλαγματικών (μαζί με τα πρωτότυπα αυτών, κατ' άρθ. 626 παρ. 3 Κ.Πολ,Δ.) καθώς και επικυρωμένα αντίγραφα του υπ' αριθμ. ...29.02.2008 πιστωτικού τιμολογίου, ποσού 68.562,81 ευρώ, .../26.02.2010, πιστωτικού τιμολογίου, ποσού 59.482,46 ευρώ, .../14.02.2011, πιστωτικού τιμολογίου, ποσού 36.509,16 ευρώ και .../08.02.2012 πιστωτικού τιμολογίου, ποσού 10.127,09 ευρώ, έκδοσης της αιτούσας τη διαταγή πληρωμή - καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητης, υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ανακόπτουσας - εκκαλούσας. Επί της αίτησης αυτής εξεδόθη η υπ' αριθμ. 24128/2014 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 24950/2014 Διαταγή Διόρθωσης του ίδιου Δικαστή, με την οποία οι καθ' ων η άνω αίτηση υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αιτούσα - καθ' ης η ανακοπή - εφεσίβλητη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 617.318,48 ευρώ, νομιμοτόκως από την 29-11-2013 καθώς και το ποσό των 10.400 ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη της αιτούσας. Επί των ανωτέρω πρέπει να επισημανθούν τα κάτωθι: Πράγματι ούτε στην αίτηση επί της οποίας εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ούτε στην τελευταία, εκτίθεται γιατί τα ποσά των συγκεκριμένων πιστωτικών τιμολογίων καταλογίστηκαν σε τέσσερις (4) εκ των έντεκα (11), με ίδια ημερομηνία έκδοσης, αποδοχής και λήξης, συναλλαγματικών, δεδομένου μάλιστα ότι, τα πιστωτικά τιμολόγια φέρουν ημερομηνίες μεταγενέστερες της ημερομηνίας έκδοσης των συναλλαγματικών και προγενέστερες της ημερομηνίας λήξης τους. Δηλαδή, κατά τη δημιουργία έκαστου πιστωτικού υπολοίπου, έκαστου πιστωτικού τιμολογίου, θα μπορούσε να είχαν εξοφληθεί δύο (2) συναλλαγματικές, των οποίων τα σώματα θα έπρεπε να είχαν επιστραφεί και μέρος μιας τρίτης συναλλαγματικής. Δεν εκτίθεται δηλαδή στην αίτηση και στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δυνάμει ποιας συμφωνίας, έγγραφης, καταλογίστηκε το πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ανακόπτουσας - εκκαλούσας, ως εξής: 68.562,81 ευρώ, από μία συναλλαγματική (... τιμολόγιο), 59.482,46 ευρώ, από άλλη συναλλαγματική (... τιμολόγιο), 36.509,16 ευρώ, από άλλη, τρίτη συναλλαγματική (... τιμολόγιο) και 10.127,09 ευρώ, από άλλη, τέταρτη συναλλαγματική. Εφόσον δε, δεν υπήρχε, συμφωνία, για τον καταλογισμό του χρέους, έπρεπε στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αλλά και στην ίδια, να γίνεται μνεία ότι το χρέος, δηλαδή το πιστωτικό υπόλοιπο καταλογίζεται, κατ' άρθ. 440 και 422 Α.Κ., στο παλαιότερο χρέος και εφόσον όλες οι συναλλαγματικές είχαν εκδοθεί κατά τον ίδιο χρόνο, να γίνει σύμμετρος καταλογισμός σε όλες. Άλλως, εφόσον η αιτούσα την διαταγή πληρωμής δεν ήθελε να αναφέρει δυνάμει ποιας συμφωνίας έγινε, κατά τον παραπάνω τρόπο, ο καταλογισμός, όφειλε να εκθέσει ότι παραιτείται και περιορίζει την απαίτησή της, κατά ένα μέρος και δη για το ποσό εκ 174.681,51 ευρώ. Εφόσον όμως δεν υπάρχει τέτοια παραίτηση και περιορισμός, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για το ποσό των άνω έντεκα συναλλαγματικών, μετ' αφαίρεση του ποσού των πιστωτικών τιμολογίων, έπρεπε, κατ' άρθ. 624 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναφέρεται η έγγραφη συμφωνία, δυνάμει της οποίας επήλθε ο άνω καταλογισμός ή ότι αυτός λαμβάνει χώρα κατ' άρθ. 441 και 422 Α.Κ., δυνάμει ποιας πρότασης συμψηφισμού. Ο τρόπος με τον οποίο έγινε ο άνω καταλογισμός δεν στερείται σημασίας, ως προς το κύρος της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής παρότι, είτε ο καταλογισμός του ποσού των πιστωτικών τιμολογίων, έγινε με τον τρόπο που αναφέρεται στην αίτηση, επί της οποίας εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε συμμέτρως, το οφειλόμενο υπόλοιπο παραμένει το ίδιο (617.318,48 ευρώ). Τούτο για τον εξής λόγο: Εφόσον, κατά τα, στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, εκτιθέμενα, η ανταπαίτηση της καθ' ης η διαταγή πληρωμής, εκ των πιστωτικών τιμολογίων, γεννήθηκε πριν καταστεί απαιτητή η αξίωση από τις συναλλαγματικές, δεν προκύπτει εξ εγγράφων, κατ' άρθ. 623 ΚΠολΔ η απαίτηση, καθώς, δεν προκύπτει πως προτάθηκε, εγγράφως, κατ' άρθ. 441 Α.Κ., ο συμψηφισμός και εξ αυτού, η απαίτηση δεν είναι βέβαια και εκκαθαρισμένη. Τούτο γιατί κατά τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ "ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", ενώ κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 441, του ίδιου Κώδικα, "ο συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεστεί με δήλωση προς τον άλλο. Η πρόταση του συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, με τις οποίες ρυθμίζεται ο μονομερής ή αναγκαστικός συμψηφισμός, αλλά και ο εκούσιος, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθ. ΑΚ 361, η συνάντηση των αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον είναι ομοειδείς και ληξιπρόθεσμες, παρέχει σε καθένα δικαιούχο, το διαπλαστικό δικαίωμα, να δηλώσει συμψηφισμό. Μέχρι να γίνει η περί τούτου δήλωση, οι αμοιβαίες απαιτήσεις διατηρούν την νομική τους υπόσταση, υποκείμενες αυτοτελώς σε κάθε αλλοίωση, όπως μεταβίβαση, άφεση, παραγραφή, υπερημερία, απόσβεση κλπ. Όταν, όμως, προταθεί ο συμψηφισμός, που είναι αδιάφορο πότε θα προταθεί, οι απαιτήσεις αυτές αποσβένονται αναδρομικώς, από το χρόνο που συνυπήρξαν, ως τοιούτου, ήτοι ως χρόνου που συνυπήρξαν, νοουμένου του χρόνου κατά τον οποίο συνέτρεξαν και για τις δύο απαιτήσεις, οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού (ΑΠ 1298/2018). Επομένως, επί άσκησης αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, πρέπει σ' αυτήν (την αίτηση), εφόσον εκτίθεται ότι υφίσταται συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, να αναφέρεται δυνάμει ποιας έγγραφης διαπλαστικής δήλωσης επήλθε ο συμψηφισμός των αμοιβαίων απαιτήσεων, καθώς και ο χρόνος, κατά τον οποίο αυτές συνυπήρξαν. Ελλειπόντων των στοιχείων αυτών, η εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής, πάσχει ακυρότητα, καθώς δεν προκύπτει εξ εγγράφων η απαίτηση, κατ' άρθ. 623 Κ.Πολ.Δ., ούτε η απαίτηση είναι βέβαια και εκκαθαρισμένη, κατ' άρθ. 624 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Όλα τούτα τα επικαλέστηκε η ανακόπτουσα - εκκαλούσα, με την από 25-9-2014 ανακοπή της, με τον πρώτο λόγο αυτής, όμως απερρίφθησαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής". Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 124/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε αυτήν και στη συνέχεια ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής λόγω αοριστίας της αίτησης της αναιρεσείουσας, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 623, 624 παρ.1, 626 παρ.2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 118 και 119 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, καθόσον, με βάση το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καταφάσκεται η πληρότητα του δικογράφου της αίτησης προς έκδοση της διαταγής, αφού διαλαμβάνονταν σ' αυτή όλα τα απαιτούμενα από τις παραπάνω διατάξεις στοιχεία, ήτοι τα δικαιογόνα περιστατικά που εξατομικεύουν τη χρηματική απαίτηση από απόψεως αντικειμένου, είδους και τρόπου γενέσεώς της και δικαιολογούν το συμπέρασμα για την ύπαρξη της εν λόγω απαίτησης, για την οποία η αναιρεσείουσα ζήτησε την έκδοση της διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι, ειδικότερα, με την αίτηση υποβλήθηκε σαφές αίτημα για το ποσό των 617.318,48 ευρώ, ως οφειλόμενο υπόλοιπο της αρχικής απαίτησης της αναιρεσείουσας από τις ένδικες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 792.000 ευρώ (72.000,00 X 11 = 792.000), μετά την μερική εξόφληση δια συμψηφισμού, με τα αναφερόμενα πιστωτικά τιμολόγια της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, τεσσάρων συναλλαγματικών κατά το συνολικό ποσό των 174.681,51 ευρώ, χωρίς τούτο να καθιστά αόριστη την αίτηση, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα δεν εμποδιζόταν να ζητήσει την έκδοση της διαταγής πληρωμής για ένα μέρος μόνο της χρηματικής απαίτησης που είχε κατά της αναιρεσίβλητης, έστω και αν από τις προσκομισθείσες συναλλαγματικές αποδεικνυόταν ολόκληρη η απαίτηση, επί πλέον δε, δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην αίτηση, δυνάμει ποιας συμφωνίας καταλογίστηκε το πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ της αναιρεσίβλητης, ούτε δυνάμει ποιας δήλωσης επήλθε ο συμψηφισμός των αμοιβαίων απαιτήσεων ή αν έλαβε καταλογισμός κατά άρθρα 422 και 423 ΑΚ, δεδομένου ότι το αίτημα για επιδίκαση μέρους της αρχικής απαίτησης δεν θίγει την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης ούτε και καθιστά αυτήν ανεκκαθάριστη, αλλά συνεπάγεται, απλώς, την παροχή δυνατότητας στην αναιρεσίβλητη οφειλέτρια να προσβάλει με λόγο ανακοπής την εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, ότι έλαβε χώρα διαφορετικός καταλογισμός της σχετικής παροχής. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο της ανακοπής και τον αντίστοιχο λόγος έφεσης της αναιρεσίβλητης, με τον οποίο αυτή προέβαλε αοριστία της αιτήσεως προς έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενη ότι α) από τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής δεν προκύπτει το ύψος του ποσού και ο τρόπος προσδιορισμού του, β) δεν αιτιολογείται για ποιο λόγο, ενώ οι συναλλαγματικές έληγαν όλες 28-11-2013 η μερική εξόφλησή τους άρχισε πέντε χρόνια πριν, γ) ότι στην αίτηση (προς έκδοση της διαταγής πληρωμής) δεν εκτίθεται σε ποιο χρόνο και κατά ποιο τρόπο είχε επέλθει απόσβεση της οφειλής κατά τα ποσά των πιστωτικών τιμολογίων που εξέδωσε η αναιρεσείουσα και ότι δ) κατά παράβαση του άρθρου 422 ΑΚ καταλογίσθηκαν τα ποσά των τεσσάρων πιστωτικών τιμολογίων σε τέσσερεις συναλλαγματικές και δεν θεωρήθηκε κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής ότι εξοφλήθηκαν ολοσχερώς δύο συναλλαγματικές και κατά ένα μέρος η τρίτη, υπέπεσε στην από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης άκυρης της ανακοπτόμενης υπ' αριθ. 24128/2018 διαταγής πληρωμής, αφού τα εν λόγω στοιχεία δεν αποτελούν τα αναγκαία στοιχεία της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτου, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσίβλητης, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά τη συζήτηση της αίτησης και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικές δαπάνες (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2360/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ