Αριθμός 98/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου: .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Παναγιωτόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 203/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Αστικό Συνεταιρισμό Φαρμακοποιών Περιορισμένης Ευθύνης των Συνεταίρων, προμηθευτικό και παραγωγικό με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΞΑΝΘΗΣ Συν. Π.Ε.", που εδρεύει στην Ξάνθη και εκπροσωπείται νόμιμα, τον οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στέργιος Γιαλαόγλου. Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27 Ιανουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 316/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το άρθρο 375 παράγρ. 1 εδ. α΄ και 2 εδάφ. α΄ του ΠΚ, όπως η παράγρ. 2 αυτού αντικ. με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, συνάγεται ότι το έγκλημα της υπεξαιρέσεως πραγματούται αντικειμενικώς μεν με την από το δράστη παράνομη, ήτοι χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν από το νόμο, ιδιοποίηση ξένου (ολικά ή εν μέρει) κινητού πράγματος, που περιήλθε και βρίσκεται με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοχή αυτού, υποκειμενικώς δε με τη γνώση, ότι το πράγμα είναι ξένο, δηλαδή δεν ανήκει στην κυριότητα του δράστη κατά την έννοια του Αστ. Κωδ. και τη θέληση αυτού να το ενσωματώσει στην περιουσία του χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Ενδεχόμενος δόλος αρκεί. Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας. Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία μπορεί να έλκει είτε από το νόμο, είτε από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από τη δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτή, αν η πράξη τελέστηκε από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσης, η εντολή εμπεριέχεται στη διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Η νέα διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 α ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον παραπάνω νόμο, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέσει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική. Επί υπεξαιρέσεως που τελέσθηκε από δράστη εντολοδόχο, η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 ΠΚ, πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 9 του Ν. 2408/96, ήταν δυσμενέστερη της νέας, γιατί αξίωνε επί πλέον το στοιχείο της καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης. Επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Σε περίπτωση υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος, αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη και για τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρθρο 98 παρ. 2 του ΠΚ, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 2721/99). Στην περίπτωση όμως που οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Ν. 2721/99 η κρίση για την αξία του αντικειμένου τους χωρεί με βάση το αντικείμενο καθεμιάς μερικότερης πράξεως, ενόψει του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ, καθόσον η νέα ρύθμιση του άρθρου 98, η οποία προαναφέρθηκε, είναι δυσμενέστερη (Ολομέλεια ΑΠ 5/2002). Περαιτέρω η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ιδιαίτερη επίσης αιτιολόγηση απαιτείται, για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού όπως είναι και ο εκ του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τέλος, η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνεται το Πενταμελές Εφετείο Θράκης δέχθηκε, παρά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα εξής: Α) Στην Ξάνθη εδρεύει ο Αστικός Συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ ΞΑΝΘΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΣΥΦΑΞ ΣΥΝ ΠΕ". Ο Συνεταιρισμός αυτός μεταξύ των άλλων, έχει ως σκοπό να αγοράζει από τις φαρμακευτικές εταιρείες φάρμακα και να τα μεταπωλεί στους φαρμακοποιούς που είναι μέλη του. Οι σχετικές δε λογιστικές εγγραφές, ήτοι χρεώσεις για τις αγορές και πιστώσεις για τις καταβολές του οφειλόμενου τιμήματος, καταχωρούνται σε ατομικές καρτέλες (λογαριασμοί) των μελών-φαρμακοποιών. Ο κατηγορούμενος, που είναι φαρμακοποιός και διατηρεί φαρμακείο στην Ξάνθη, ήταν μέλος του "ΣΥΦΑΞ ΣΥΝ ΕΠΕ", και είχε σχετική προσωπική καρτέλα αγοράς φαρμάκων που διέθετε στο φαρμακείο του. Κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του 1991 έως το τέλος του 1996, ορίστηκε ομόφωνα από το ΔΣ του Συνεταιρισμού, με το αριθμ. 23/27-5-1993 πρακτικό συνεδριάσεως αυτού (ΔΣ), διαχειριστής και ταμίας τούτου, (συνεταιρισμού), εξουσιοδοτημένος να ενεργεί μόνος του κάθε πράξη σχετική με τη διαχείριση των υποθέσεων του "ΣΥΦΑΞ ΣΥΝ ΕΠΕ". Τα μέλη του τελευταίου περιέβαλαν με ιδιαίτερη εμπιστοσύνη τον κατηγορούμενο, τον οποίον θεωρούσαν έντιμο και ικανό για την εκτέλεση των ανατιθεμένων σ' αυτόν καθηκόντων, και έχοντα προσόντα και καταλληλότητα, λόγω και των εξειδικευμένων γνώσεων του στη χρήση του Η/Υ που ήταν αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του Συνεταιρισμού. Όμως κατά τα τελευταία έτη, ο Συνεταιρισμός αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, και είχε ανάγκη δανειοδοτήσεως από διάφορα Πιστωτικά Ιδρύματα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και του ότι η ατομική καρτέλα του κατηγορουμένου εμφάνισε μεγάλο ποσό χρέωσης, γεγονός που υποδήλωνε ότι δεν προβαίνει ο ίδιος σε αντίστοιχες καταβολές για την αγορά των φαρμάκων, αποτέλεσε την αιτία αιφνιδιαστικής έρευνας από τα μέλη του Συνεταιρισμού (μάρτυρες κατηγορίας) των λογιστικών βιβλίων που τηρούσε ο κατηγορούμενος, πράγμα που έγινε για πρώτη φορά αφότου ανατέθηκε σ' αυτόν η διαχείριση και το ταμείο. Εκτός όμως, από τις λογιστικές παραβάσεις που αποκαλύφθηκαν κατά το γενόμενο έλεγχο, που σημειωτέον χαρακτηρίζονται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο κατά την απολογία του ως "λογιστικό χάος", αποκαλύφθηκε ότι, ο τελευταίος κατά το χρονικό διάστημα από 5-1-1994 έως και 11-1-1996, υπεξαίρεσε εξακολουθητικά τα παρακάτω αναφερόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, έκαστο των οποίων είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, τα οποία αποτελούν ταμειακά αποθέματα του Συνεταιρισμού. Ενώπιον δε των μελών του Συνεταιρισμού, που διενεργούσαν τον έλεγχο, ομολόγησε ο κατηγορούμενος ότι ιδιοποιήθηκε τα επίδικα ποσά, τα οποία, στη συνέχεια και μετά την πάροδο πλέον του μηνός τα απέδωσε, προκειμένου να αποφύγει τη σχετική εις βάρος του ποινική δίωξη για υπεξαίρεση. Ειδικότερα αποδείχθηκε, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, ότι ο κατηγορούμενος, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά την εκπλήρωση των ανατεθειμένων σ' αυτόν διαχειριστικών καθηκόντων του, εκμεταλλευόμενος και την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του, των μελών του Συνεταιρισμού, προέβη με τον παρακάτω μνημονευόμενο τρόπο, σε παράνομες ιδιοποιήσεις χρημάτων τα οποία εισέπραττε για λογαριασμό του "ΣΥΦΑΞ ΣΥΝ ΕΠΕ", ή ανήκαν στην περιουσία του, και συνεπώς βρίσκονταν σε ξένη σε σχέση με τον κατηγορούμενο κυριότητα (ΑΠ 1485/2003. Ποιν. Δικ. 2004, 117). Ο κατηγορούμενος δε, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, εξωτερίκευε την ενδιάθετη βούλησή του παράνομης εξακολουθητικής ιδιοποιήσεως των επίδικων επιμέρους χρηματικών ποσών, που αναφέρονται παρακάτω, και το καθένα απ' αυτά είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, (Συμ. ΑΠ 1426/2004 Ποιν. Δικ. 2004, 1443) με την κατακράτηση τούτων χωρίς δικαίωμα, έχοντας δόλια προαίρεση να τα καταστήσει δικά του (ΑΠ 1258/2001 Ποιν. Δικ. 2001, 1208) και ακολούθως επιχείρησε τις παρακάτω αναφερόμενες απατηλές πράξεις προς συγκάλυψη της υπεξαίρεσης και διατήρησης της κατοχής των υπεξαιρεθέντων (απορροφωμένης εν προκειμένω της υπό της ως μη τιμωρητής υστέρας πράξης, βλ. ΑΠ 1485/2003 Ποιν. Δικ. 2004, 117). Κατά τη διάρκεια δε, του μετέπειτα γενόμενου από τον Ορκωτό Λογιστή, λογιστικού ελέγχου, βρέθηκε, εκτός από τα λογιστικά βιβλία και μία καρτέλα, αποκαλούμενη ως "καρτέλα διαχειριστού", οι εγγραφές και τα στοιχεία της οποίας, δεν είχαν εμφανισθεί (καταγραφεί) στον ισολογισμό. Για την σύνταξη και τις καταχωρούμενες εγγραφές της εν λόγω καρτέλας, - που σημειωτέον δεν αποτελεί νομότυπο λογιστικό ή φορολογικό στοιχείο - η οποία ουδέποτε τηρήθηκε στο Συνεταιρισμό προ ή μετά της διαχειρίσεως του κατηγορουμένου, ο τελευταίος ενώ στην απολογία του δήλωσε άγνοια, την επικαλείται προς θεμελίωση των αυτοτελών ισχυρισμών του, που κατέθεσε εγγράφως στο Δικαστήριο τούτο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτήν πρακτικά. Όμως και αν ήθελε ακόμη υποτεθεί ότι, η εν λόγω καρτέλα δεν καταρτίσθηκε οψίμως και για τις ανάγκες του διενεργούμενου από τον Ορκωτό λογιστή λογιστικού ελέγχου, αλλά τηρείτο από τον κατηγορούμενο κατά την διάρκεια των διαχειριστικών του καθηκόντων αποσκοπούσε, ως αποδείχθηκε, στη λογιστική κάλυψη των ιδιοποιηθέντων απ' αυτόν ποσών που ανήκουν στον Συνεταιρισμό. Δηλαδή ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας ως λογιστικό τέχνασμα την εν λόγω "καρτέλα διαχειριστού" και προβαίνοντας σε καταχωρήσεις σ' αυτήν των ιδιοποιηθέντων χρηματικών ποσών ή σε λογιστικές μεταφορές των εν λόγω ποσών απ' αυτήν στην προαναφερόμενη προσωπική του καρτέλα που είχε ως μέλος του Συνεταιρισμού, είχε ως σκοπό να εμφαίνονται τα επίδικα ποσά ότι έχουν πιστωθεί στο λογαριασμό του Συνεταιρισμού και ότι βρίσκονται στο ταμείο του προς είσπραξη, ώστε να μην εξακριβωθεί η τέλεση απ' αυτόν της υπεξαιρέσεως (Συμ ΑΠ 720/2003 Ποιν. Δικ. 2003, 1043, ΑΠ 864/2001 Ποιν. Δικ. 2001, 1079, ΑΠ 1206/1997 Ποιν. Δικ. 1998, 533). Έτσι, ο κατηγορούμενος, κατά τους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και με ενότητα δόλου ιδιοποιήθηκε παράνομα, τα παρακάτω αναφερόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, έκαστο των οποίων είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, που ανήκαν στα ταμειακά αποθέματα του Συνεταιρισμού, περιελθόντα στην κατοχή του κατά την εκπλήρωση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων του, που του είχαν εμπιστευθεί, ως αποκλειστικό διαχειριστή και ταμία του "ΣΥΦΑΞ ΣΥΝ ΕΠΕ" με τους κάτωθι συγκεκριμένους τρόπους: Β)1) πλαστογράφησε στις 5-1-1994 τον λογαριασμό Διαχείρισης και με ανύπαρκτο παραστατικό που κατασκεύασε ο ίδιος, ποσού ύψους 4.015.363 δραχμών, πίστωσε στον λογαριασμό που τηρούσε πάλι ο ίδιος, διαχειριστής και σαν πελάτης με το ποσό αυτό, με αποτέλεσμα να μειωθεί η πραγματική του οφειλή από 17.415.363 δραχμές σε 13.400.000 δραχμές να ζημιώσει η περιουσία του συνεταιρισμού κατά 4.015.363 δραχμές και να ωφεληθεί αυτός κατά το ποσό αυτό, εφόσον αγόρασε φάρμακα ίσης αξίας από τον συνεταιρισμό, χωρίς να καταβάλει το αντίτιμό τους. 2) Χρέωσε κατά τη χρήση 1994 το λογαριασμό αποθεμάτων του συνεταιρισμού με εικονικές αγορές και με διάφορα πλαστά παραστατικά ύψους 28.487.755 δραχμές και στη συνέχεια εισέπραξε από το ταμείο το ποσό αυτό, δήθεν για εξόφληση των αγορών, με αποτέλεσμα να το υπεξαιρέσει και να καρπωθεί και ιδιοποιηθεί το χρηματικό αυτό ποσό, 3) Στις 4-11-1995 μείωσε τα ταμειακά διαθέσιμα του συνεταιρισμού με το ποσό των 5.679.025 δραχμών, υπεξαιρώντας το χρηματικό αυτό και ζημιώνοντας ανάλογα το ταμείο του συνεταιρισμού. 4) Στις 1-1-1995 αλλοίωσε τις εγγραφές στον προσωπικό λογαριασμό του ως πελάτη του συνεταιρισμού μειώνοντάς τον κατά 4.000.000 δραχμές (και ενώ έπρεπε να εμφανίζεται ότι χρωστά στον συνεταιρισμό 13.355.933 δραχμές εμφάνιζε χρέος μόνο 9.355.933 δραχμές) με αποτέλεσμα να ωφεληθεί προσωπικά το ποσό των 4.000.000 δραχμών και να ζημιωθεί ανάλογα το ταμείο του συνεταιρισμού. 5) Στις 3-10-1995 πλαστογράφησε παραστατικό της συνεταίρου ...., με το οποίο αυτή είχε καταθέσει 250.000 δραχμές και εμφάνισε με τα ίδια στοιχεία κατάθεση στον προσωπικό λογαριασμό του ως πελάτη, ποσού 10.000.000 δραχμές με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ψευδώς ότι μειώθηκε το χρέος του προς τον συνεταιρισμό κατά το ποσό αυτό, ενώ δεν το είχε καταβάλει, και έτσι να ωφεληθεί ως πελάτης με το ποσό των 10.000.000 δραχμών και να ζημιωθεί ανάλογα το ταμείο του συνεταιρισμού. 6) Στις 11-1-1996 ενώ εισέπραξε για λογαριασμό του συνεταιρισμού το ποσό των 4.091.000 δεν το κατέθεσε στο ταμείο αλλά το υπεξαίρεσε και το ιδιοποιήθηκε, ζημιώνοντας κατά το ποσό αυτό το ταμείο του συλλόγου. Την κρίση της αυτή η πλειοψηφούσα γνώμη του Δικαστηρίου τούτου στηρίζει στην ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, οι οποίοι σαφώς μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας εν πολλοίς αντιλήψεως κατέθεσαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Συνεπώς, πρέπει ο κατηγορούμενος κατά την γνώμη της πλειοψηφίας να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως, της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ενέχουσας κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης κατ' εξακολούθηση, που του αποδίδεται, αναγνωριζομένου παμψηφεί σ' αυτόν το ελαφρυντικό ότι μετά την τέλεση της άνω πράξης έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να μειώσει ή να άρει τις συνέπειες της πράξεως του (άρθρ. 84 παρ. 2δ Π.Κ.), απορριπτομένου του υπό του συνηγόρου του κατηγορουμένου υποβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού της εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 Π.Κ. (έμπρακτη μετάνοια), ως κατ' ουσίαν αβασίμου, διότι δεν κατέβαλε το υπεξαιρεθέν ποσό με δική του ελεύθερη βούληση, αλλά λόγω αποκαλύψεως της τελέσεως της ως άνω αξιόποινης πράξης κακουργηματικού χαρακτήρα και υπό το κράτος πιέσεων και απειλών των εγκαλούντων και του φόβου τιμωρίας του και της επιβληθησομένης ποινής. Τούτο διότι, για την εξάλειψη του αξιοποίνου της υπεξαιρέσεως λόγω εμπράκτου μετάνοιας, δεν αρκεί μόνο η ικανοποίηση του ζημιωθέντος, πριν να εξετασθεί ο υπαίτιος από την Αρχή, αλλά προσαπαιτείται και η εν λόγω ικανοποίηση να έγινε με την ελεύθερη θέληση του ίδιου του δράστη και να μην προκλήθηκε από εξωτερικά και ανεξάρτητα της βούλησης του αίτια, όπως είναι η αποκάλυψη της τελέσεως της πράξεως (Συμβ. ΑΠ 720/2003 Ποιν.Δικ. 2003, 1043) ή όταν γίνεται υπό το κράτος πιέσεων και απειλών των εγκαλούντων (Συμβ. ΑΠ 2435/2003Ποιν. Δικ. 2004, 498). Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1-2 ΠΚ την οποία ορθά εφάρμοσε. Επομένως οι συναφείς εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ πρώτος, τρίτος, στους δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης και ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί εμπράκτου μετανοίας (379 παρ. 1 Π.Κ.) και η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, ήτοι του ανωτέρω άρθρου 375 ΠΚ αντιστοίχως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος που προβάλλεται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και για εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 375 ΠΚ "ότι δεν υπάρχει υπεξαίρεση αφού είτε επρόκειτο περί οφειλών του ως πελάτη, του Συνεταιρισμού, είτε μεταφέρετο χρέος από την καρτέλα του ως φαρμακοποιού πελάτη του ΣΥΦΑΞ στη δεύτερη καρτέλα ως διαχειριστή", διότι με πλήρη αιτιολογία το δικαστήριο δέχθηκε ειδικώς ότι η εν λόγω "καρτέλα διαχειριστού" και οι εις αυτή εγγραφές και στοιχεία της δεν είχαν εμφανισθεί (καταγραφεί) στον ισολογισμό και ότι αποσκοπούσε στη λογιστική κάλυψη των ιδιοποιηθέντων από αυτόν ποσών που ανήκουν στο Συνεταιρισμό, χρησιμοποιώντας αυτή ως λογιστικό τέχνασμα και όχι απλές λογιστικές ενέργειες (εύκολα αντιληπτές). Επίσης με πλήρη αιτιολογία απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί εμπράκτου μετανοίας (άρθρ. 379 παρ. 1 ΠΚ) απορριπτομένων των αντιθέτων ισχυρισμών τούτου ως αβασίμων. Οι ίδιοι λόγοι, που, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, περαιτέρω, η ανάγνωση των πρακτικών της δίκης που αναιρέθηκε ουδεμία επάγεται ακυρότητα κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠΔ όπως αντικ. από το άρθρο 51 παρ. 2 Ν. 3160/2003 αλλά και κατά την προισχύουσα διάταξη του ίδιου άρθρου, ούτε άλλωστε εκ της επισκοπήσεως των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αντέλεξε εις τούτο ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί και ο τελευταίος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται απόλυση ακυρότητα (άρθρα 524, 365, 171 παρ. 1 στοιχ. δ΄, 510 παρ. 1 Α ΚΠΔ), εκ του ότι το δικαστήριο ανέγνωσε τα πρακτικά της δευτεροβάθμιας αποφάσεως που είχε αναιρεθεί. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα καθώς και η δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Συνεταιρισμού "ΣΥΦΑΞ ΣυνΠΕ" (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ, 176, 183 ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς Απορρίπτει την από 27/31 Ιανουαρίου 2006 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 203/2005 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στην δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ