Αριθμός 296/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' Ποινικό Τμήμα-ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ----- Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , περί αναιρέσεως του με αριθμό 1938/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Ιουλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1345/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη αριθμό 515/17.11.2006 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω κατ' άρθρο 485 § 1 Κ.Π.Δ. την υπ'αρ.91/24-7-2006 αίτηση αναίρεσης του ..... (δυνάμει του από 21-7-2006 ειδικού πληρεξουσίου προς την αδελφή του .... ), κατά του υπ'αριθ.1938/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής : Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε η από 10-1-2006 αίτηση του τώρα αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την υπ΄αρ. 82272/10-8-1999 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατ΄ ά. 528 § 1 εδ. τελ. Κ.Π.Δ. "Κατά της απόφασης του συμβουλίου εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485", ενώ κατ΄ά. 527 § 1 ιδίου Κώδ., "Η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή το σύζυγό του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από το συνήγορό του, η από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε", Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από την αδελφή του κατηγορουμένου και κατά βουλεύματος υποκείμενου σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 §1, 474 και 482 παρ.1 & 3 Κ.Π.Δ., με την ως άνω από 24-7-2006 δήλωση του αναιρεσείοντος στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η υπ'αρ. 91/2006 έκθεση αναίρεσης, ενώ το προσβαλλόμενο βούλευμα του είχε επιδοθεί την 12-7-2006 και είναι τυπικά δεκτή. Με το υπό κρίση ένδικο μέσο ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα, την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π.252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762), Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π.1457/2000 & 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 & ΝΒ/131), ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με μνεία, όλων κατ'είδος, των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο αιτών ..... με την υπ΄ αριθμ. 82272/1Ο-8-1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε με την παρουσία του και έχει καταστεί αμετάκλητη ( βλ. υπ' αριθμ. 40/9-1-2006 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου) καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών για πλαστογραφία πιστοποιητικού με χρήση και για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δηλαδή για παραβάσεις των άρθρων 42, 94 παρ. 1, 217 παρ. 1 περ. α' και β' και 220 ΠΚ που τελέστηκαν απ' αυτόν στην Αθήνα στις 2-8-1999 και συγκεκριμένα για το ότι: α) στην Αθήνα στις 2-8-1999 κατάρτισε πλαστό πιστοποιητικό δηλαδή το υπ΄ αριθμ. 03597/9-7-1998 αντίγραφο ποινικού μητρώου τύπου Α, φερόμενο ως εκδοθέν στο όνομα του από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, θέτοντας σ' αυτό αυθαίρετα στρογγυλή σφραγίδα Κρατικής Αρχής και κατ΄απομίμηση υπογραφή της Προϊσταμένης του Ποινικού Μητρώου και σφραγίδα αυτής όνομα "..... " στη συνέχεια δε εν γνώσει του χρησιμοποίησε το πλαστό αυτό πιστοποιητικό προσκομίζοντας αυτό μεταξύ άλλων δικαιολογητικών στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ προκειμένου να εκδοθεί στο όνομά του πράσινη κάρτα αλλοδαπού και β) αφού αποφάσισε να εκτελέσει το πλημμέλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επεχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος τούτου, ήτοι αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ ως προς τη (δήθεν) γνησιότητα του πιο πάνω πιστοποιητικού που τους προσκόμισε και να επιτύχει έτσι να εκδοθεί στο όνομα του πράσινη κάρτα αλλοδαπού στην οποία θα βεβαιωνόταν ψευδώς η γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του, καθόσον μετά από σχετικό έλεγχο διαπιστώθηκε η πλαστότητα του πιστοποιητικού με αποτέλεσμα την επ΄ αυτοφώρω σύλληψη του. Μετά την αμετάκλητη αυτή καταδίκη, ο αιτών με την υπ΄αριθμ. 92489/16-7-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που επίσης κατέστη αμετάκλητη (βλ. υπ΄ αριθμ. πρωτ. 1978/2005 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου) κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης δηλαδή για παραβάσεις των άρθρων 217 παρ. 1 περ. β΄ και 220 ΠΚ και συγκεκριμένα του ότι στην Αθήνα στις 9-6-1998 υπέβαλε προς τον ΟΑΕΔ αίτηση για τη χορήγηση κάρτας παραμονής αλλοδαπού (περιορισμένης χρονικής διάρκειας) και προσκόμισε μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, εν γνώσει του πλαστό πιστοποιητικό ποινικού μητρώου το οποίο είχε πλαστογραφηθεί από άγνωστο δράστη και ότι με τον τρόπο αυτό πέτυχε να εξαπατήσει τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ και να βεβαιωθεί στην από 16-10-1998 πράσινη κάρτα που του χορηγήθηκε ότι πληρεί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση αυτή. Οι ως άνω δύο αμετάκλητες αποφάσεις από τις οποίες η πρώτη καταδίκασε τον αιτούντα (.... ) για κατάρτιση πλαστού πιστοποιητικού ήτοι του με αριθμό 03597/1998 αντιγράφου ποινικού μητρώου τύπου A' και για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης με βάση το πλαστό αυτό έγγραφο και η δεύτερη τον αθώωσε για χρήση πλαστού πιστοποιητικού και για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (τετελεσμένη), δεν αφορούν τις αυτές πράξεις κατά την έννοια τον άρθρων 525 παρ. 1 αρ. 4 και 57 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ και άρα δεν είναι αντιφατικές, ώστε να δικαιολογείται η επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του αιτούντος ( καταδικασθέντος ) για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποδεικνύεται η αθώωσή του με άλλη αμετάκλητη απόφαση. Ειδικότερα, οι ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ο αιτών κηρύχτηκε αμετάκλητα ένοχος τελέστηκαν στην Αθήνα στις 2-8-1999. δηλαδή ένα χρόνο περίπου αργότερα από τις πράξεις για τις οποίες εχώρησε αμετάκλητα η αθώωσή του και οι οποίες έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 9-6-1998 και 16-10-1998 αντίστοιχα, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον και ως εκ περισσού, η πράξη της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού για την οποία ο αιτών κηρύχθηκε αθώος, δεν προκύπτει ότι αφορούσε τη χρήση του με αριθμό 03597/1998 πλαστού αντιγράφου ποινικού μητρώου τύπου Α΄ για. την πλαστογραφία του οποίου (με χρήση) είχε προηγουμένως καταδικαστεί. Κατά συνέπειαν, δεν πρόκειται για τις ίδιες πράξεις ως ιστορικά γεγονότα και δεν υπάρχει ταυτότητα των πράξεων αφού καθεμία απ΄αυτές τελέστηκε σε διαφορετικό χρόνο και επιπλέον οι ως άνω πράξεις διαφέρουν κατά τα αντικειμενικά στοιχεία υποστάσεώς τους. Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθά απορρίφθηκε η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, Ζ) Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με σαφήνεια και πληρότητα, χωρίς ασάφειες και αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τους νομικούς συλλογισμούς και όλα κατ΄είδος τ΄αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει δε ούτε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως υποστηρίζεται στην υπό κρίση αίτηση και μάλιστα υπό τη μορφή της εσφαλμένης υπαγωγής των περιστατικών υπό τον προσήκοντα κανόνα δικαίου, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Ειδικότερα, η βασική αιτίαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που εστιάζεται στους 2 ως άνω λόγους αναίρεσης, ότι δηλ. εσφαλμένα κρίθηκε από το Συμβούλιο Εφετών ότι δεν υπάρχουν 2 αμετάκλητες (αντιφατικές) εις βάρος του αναιρεσείοντος αποφάσεις, μια αθωωτική (υπ΄αρ. 92489/16-7-2002 Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) και μια καταδικαστική (υπ΄ αρ. 82272/1999 Μονομελούς Πλημμελειοδικείο Αθηνών) για παράβαση των ιδίων πράξεων (ά. 57 Κ.Π.Δ.), δηλαδή πλαστογραφίας πιστοποιητικού (ά. 217 Π.Κ.) και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (ά. 220 Π.Κ.), είναι εντελώς αβάσιμη, διότι επαρκώς και εμπεριστατωμένα αναλύεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ότι δεν πρόκειται για την ίδια πράξη, ώστε να υπάρχει ταυτότητα, αλλά πρόκειται περί διαφορετικών πράξεων, οι δε αξιολογήσεις της παρούσας αίτησης, που θεμελιώνονται σε ουσιαστικές εκτιμήσεις είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου, όπως ανωτέρω εξετέθη, Η) Ωστόσο υπάρχει μια αντίφαση στο βούλευμα, η οποία θεμελιώνει όχι απόλυτη ακυρότητα, όπως υποστηρίζεται ως 1ος λόγος της αναίρεσης, αλλά έλλειψη αιτιολογίας, διότι, ενώ στη σελ. 4 του προσβαλλόμενου βουλεύματος προτείνεται από τον εισαγγελέα να γίνει δεκτή η από 10-1-2006 αίτηση του .... για επανάληψη της διαδικασίας, στην 5η σελ. του ίδιου βουλεύματος αναφέρεται ότι ο αντεισαγγελέας πρότεινε ν΄απορριφθεί η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, Θ) Κατ΄ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων πρέπει ν΄αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα ως προς τον ως άνω μόνο λόγο, απορριπτομένων των λοιπών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατ΄ ά. 485 παρ. 1 και 519 Κ.Π.Δ. για νέα κρίση ενώπιον του αυτού Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. ΓΙ΄ΑΥΤΟ. Προτείνω: Ν΄αναιρεθεί το υπ΄αρ. 1938/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο δικαστικό Συμβούλιο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα, 6 Νοεμβρίου 2006. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης". Αφού άκουσε τον ως άνω Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση κι έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 32 παρ1 και 4 του ΚΠΔ καμία απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σε δημόσια συνεδρίαση ή σε συμβούλιο και καμία διάταξη του ανακριτή δεν έχουν κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο εισαγγελέας. Ο εισαγγελέας έχει υποχρέωση να υποβάλλει πάντοτε προφορικά ή γραπτά προτάσεις αιτιολογημένες και αιτήσεις ειδικές και δεν μπορεί να αφεθεί στην κρίση του δικαστηρίου, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.2 εδ. β, τα βουλεύματα του δικαστικού συμβουλίου και οι διατάξεις του ανακριτή εκδίδονται ύστερα από γραπτή πρόταση του εισαγγελέα, ο οποίος την αναπτύσσει και προφορικά . Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι, ναι μεν ο εισαγγελέας έχει υποχρέωση, προκειμένου περί βουλευμάτων, να υποβάλλει πάντοτε, γραπτά , αιτιολογημένες προτάσεις ,τις οποίες αναπτύσσει και προφορικά, αλλά ούτε από τις πιο πάνω διατάξεις, ούτε από εκείνη του άρθρου 139 παρ.1 ΚΠΔ, που επιτάσσει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όχι των προτάσεων, αλλά μόνο των εισαγγελικών διατάξεων, αλλά ούτε και από άλλη διάταξη του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι η παράλειψη της υποχρέωσης προς αιτιολόγηση της εισαγγελικής προτάσεως ιδρύει κάποιο αναιρετικό λόγο της απόφασης του Δικαστηρίου ή του βουλεύματος του Συμβουλίου προς τα οποία υποβλήθηκε τέτοια εισαγγελική πρόταση. Εξάλλου, όταν, προκειμένου περί βουλεύματος, υπάρχει γραπτή εισαγγελική πρόταση και στη διαδικασία στο Συμβούλιο προφορική εισαγγελική πρόταση , διαφορετική από τη γραπτή, είτε του ίδιου, είτε άλλου εισαγγελέα, πρόκειται για μία πρόταση, δηλαδή εκείνη που διατυπώνεται προφορικά από τον εισαγγελέα στο Συμβούλιο, έστω και αν αυτή στερείται αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ο Αντιεισαγγελέας Εφετών Π. Στραγάλης υπέβαλε εγγράφως την πρότασή του προς το Συμβούλιο Εφετών και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας, βάσει της οποίας καταδικάστηκε αμετάκλητα με την 46304/01 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου ο παριστάμενος Αντεισαγγελέας Εφετών Κ. Παρασκευαΐδης πρότεινε να απορριφθεί η πιο πάνω αίτηση. Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, υφίσταται η απαραίτητη για την έκδοση του βουλεύματος εισαγγελική πρόταση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.2 του ΚΠΔ και ουδεμία δημιουργείται ακυρότητα από το ότι δεν διαλαμβάνεται στο βούλευμα αιτιολογία της προφορικής ενώπιον του Συμβουλίου απορριπτικής εισαγγελικής προτάσεως. Το γεγονός δε, ότι υφίσταται διαφορά απόψεων μεταξύ των δύο πιο πάνω εισαγγελικών προτάσεων, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος, αφού αυτό με δικές του σκέψεις και όχι με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση απέρριψε την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος. Επομένως, ο προβαλλόμενος πρώτος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. α΄ ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο "επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο Συμβούλιο", διότι δεν αναφέρεται καμία αιτιολογία στην πιο πάνω απορριπτική εισαγγελική πρόταση, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποία μετά την αμετάκλητη καταδίκη αποδεικνύεται ότι ο καταδικασμένος αθωώθηκε με άλλη αμετάκλητη απόφαση ή βούλευμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγος επανάληψης της ποινικής διαδικασίας υπέρ του καταδικασθέντος είναι η μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκάλυψη αθωωτικού δεδικασμένου, αδιαφόρως αν αυτό συντελέστηκε πριν από την αμετάκλητη καταδίκη ή μετά από αυτήν, αρκεί, αν συντελέστηκε πριν η καταδίκη καταστεί αμετάκλητη, ότι το αθωωτικό αυτό δεδικασμένο ήταν άγνωστο στο δικαστήριο, ώστε να μη μπορεί να ληφθεί από αυτό υπόψη, και στον καταδικασθέντα, ώστε να μη μπορεί αυτό να προβληθεί. Η ύπαρξη δε δύο αντιφατικών αποφάσεων για την ίδια κατηγορία και για το ίδιο έγκλημα του ίδιου δράστη, επιβάλλει, για την άρση της αβεβαιότητας που υπάρχει ως προς την ορθότητα της καταδίκης, να ακύρωθούν οι αποφάσεις αυτές και να διαταχθεί η επανάληψη της διαδικασίας και η παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο από αυτό που δίκασε δικαστήριο, αν αυτό είναι αναγκαίο. Η καταδίκη και η αθώωση του αιτούντος πρέπει να αφορούν την ίδια πράξη, ασχέτως του τυχόν γενόμενου διαφορετικού νομικού χαρακτηρισμού. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 528 παρ.1 εδ. α και γ του ΚΠΔ, εκείνος του οποίου η αίτηση για επανάληψη διαδικασίας απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Εφετών, έχει δικαίωμα αναιρέσεως, για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 484 παρ.1 του ΚΠΔ, επομένως και για έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει δε έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας του βουλεύματος, με το οποίο απορρίπτεται η αίτηση για επανάληψη διαδικασίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ. ε' ΚΠΔ , όταν δεν εκτίθεται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως από το Δικαστικό Συμβούλιο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες κατέληξε στην απορριπτική του κρίση. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 484 παρ.1 περ.β του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά, που δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στο βούλευμα με σαφήνεια, πληρότητα, και ορισμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου από την ανάκριση ή προανάκριση που διενεργήθηκε, ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλ-λόμενο 1938/ 2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε η από 10/1/2006 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 82272/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με την οποία ο αιτών είχε καταδικασθεί σε συνολική φυλάκιση 18 μηνών για παράβαση του άρθρων 217 παρ.1 και 220 ΠΚ, δηλαδή για πλαστογραφία πιστοποιητικού μετά χρήσεως και απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως. Η επανάληψη της διαδικασίας είχε ζητηθεί, κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ.4 ΚΠΔ, από την αδελφή του αναιρεσείοντος, ως εξ αίματος συγγενή αυτού δευτέρου βαθμού (άρθρο 527 παρ.1 ΚΠΔ), διότι επακολούθησε η αθώωση του αναιρεσείοντος για τις ίδιες πράξεις με την 92489/2002 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κρίνοντας επί της πιο πάνω αιτήσεως, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αιτών ...., με την υπ΄ αριθμ. 82272/1Ο-8-1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε με την παρουσία του και έχει καταστεί αμετάκλητη ( βλ. υπ' αριθμ. 40/9-1-2006 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου) καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης 18 μηνών για πλαστογραφία πιστοποιητικού με χρήση και για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δηλαδή για παραβάσεις των άρθρων 42, 94 παρ. 1, 217 παρ. 1 περ. α' και β' και 220 ΠΚ, που τελέστηκαν απ' αυτόν στην Αθήνα στις 2-8-1999 και συγκεκριμένα για το ότι: α) στην Αθήνα στις 2-8-1999 κατάρτισε πλαστό πιστοποιητικό, δηλαδή το υπ΄ αριθμ. 03597/9-7-1998 αντίγραφο ποινικού μητρώου τύπου Α, φερόμενο ως εκδοθέν στο όνομά του από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, θέτοντας σ' αυτό αυθαίρετα στρογγυλή σφραγίδα Κρατικής Αρχής και κατ΄απομίμηση υπογραφή της Προϊσταμένης του Ποινικού Μητρώου και σφραγίδα αυτής όνομα ".... ", στη συνέχεια δε, εν γνώσει του, χρησιμοποίησε το πλαστό αυτό πιστοποιητικό προσκομίζοντας αυτό, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, στους αρμόδιους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ, προκειμένου να εκδοθεί στο όνομά του πράσινη κάρτα αλλοδαπού και β) αφού αποφάσισε να εκτελέσει το πλημμέλημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, επεχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του πλημμελήματος τούτου, ήτοι αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ ως προς τη (δήθεν) γνησιότητα του πιο πάνω πιστοποιητικού που τους προσκόμισε και να επιτύχει έτσι να εκδοθεί στο όνομα του πράσινη κάρτα αλλοδαπού στην οποία θα βεβαιωνόταν ψευδώς η γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου, πλην όμως η πράξη του αυτή δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του, καθόσον, μετά από σχετικό έλεγχο, διαπιστώθηκε η πλαστότητα του πιστοποιητικού με αποτέλεσμα την επ΄ αυτοφώρω σύλληψή του. Μετά την αμετάκλητη αυτή καταδίκη, ο αιτών με την υπ΄αριθμ. 92489/16-7-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που επίσης κατέστη αμετάκλητη (βλ. υπ΄ αριθμ. πρωτ. 1978/2005 πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα του Αρείου Πάγου) κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης δηλαδή για παραβάσεις των άρθρων 217 παρ. 1 περ. β΄ και 220 ΠΚ και συγκεκριμένα του ότι στην Αθήνα στις 9-6-1998 υπέβαλε προς τον ΟΑΕΔ αίτηση για τη χορήγηση κάρτας παραμονής αλλοδαπού (περιορισμένης χρονικής διάρκειας) και προσκόμισε μεταξύ άλλων δικαιολογητικών, εν γνώσει του, πλαστό πιστοποιητικό ποινικού μητρώου το οποίο είχε πλαστογραφηθεί από άγνωστο δράστη και ότι με τον τρόπο αυτό πέτυχε να εξαπατήσει τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ και να βεβαιωθεί στην από 16-10-1998 πράσινη κάρτα που του χορηγήθηκε ότι πληρεί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση αυτή. Οι ως άνω δύο αμετάκλητες αποφάσεις από τις οποίες η πρώτη καταδίκασε τον αιτούντα (..... ) για κατάρτιση πλαστού πιστοποιητικού, ήτοι του με αριθμό 03597/1998 αντιγράφου ποινικού μητρώου τύπου A' και για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης με βάση το πλαστό αυτό έγγραφο και η δεύτερη τον αθώωσε για χρήση πλαστού πιστοποιητικού και για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης (τετελεσμένη), δεν αφορούν τις αυτές πράξεις, κατά την έννοια τον άρθρων 525 παρ. 1 αρ. 4 και 57 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ και άρα δεν είναι αντιφατικές, ώστε να δικαιολογείται η επανάληψη της διαδικασίας προς το συμφέρον του αιτούντος ( καταδικασθέντος ) για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποδεικνύεται η αθώωσή του με άλλη αμετάκλητη απόφαση. Ειδικότερα, οι ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ο αιτών κηρύχτηκε αμετάκλητα ένοχος τελέστηκαν στην Αθήνα στις 2-8-1999. δηλαδή ένα χρόνο περίπου αργότερα από τις πράξεις για τις οποίες εχώρησε αμετάκλητα η αθώωσή του και οι οποίες έλαβαν χώρα στην Αθήνα στις 9-6-1998 και 16-10-1998 αντίστοιχα, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον και ως εκ περισσού, η πράξη της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού για την οποία ο αιτών κηρύχθηκε αθώος, δεν προκύπτει ότι αφορούσε τη χρήση του με αριθμό 03597/1998 πλαστού αντιγράφου ποινικού μητρώου τύπου Α΄ για. την πλαστογραφία του οποίου (με χρήση) είχε προηγουμένως καταδικαστεί. Κατά συνέπειαν, δεν πρόκειται για τις ίδιες πράξεις ως ιστορικά γεγονότα και δεν υπάρχει ταυτότητα των πράξεων, αφού καθεμία απ΄αυτές τελέστηκε σε διαφορετικό χρόνο και επιπλέον οι ως άνω πράξεις διαφέρουν κατά τα αντικειμενικά στοιχεία υποστάσεώς τους. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ , ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον περιέχονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αιτήσεως από το Δικαστικό Συμβούλιο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά, και οι σκέψεις με τις οποίες κατέληξε στην απορριπτική του κρίση, καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 217 παρ.1 και 220 ΠΚ , τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ή με άλλο τρόπο. Ειδικότερα η αιτίαση της κρινόμενης αίτησης, ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι δεν υπάρχουν δύο αμετάκλητες αντιφατικές σε βάρος του αναιρεσείοντος αποφάσεις, δηλαδή η 92489/2002 αθωωτική του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και η 82272/1999 καταδικαστική του ίδιου Δικαστηρίου ,για παράβαση των ίδιων πράξεων, δηλαδή της πλαστογραφίας πιστοποιητικού (217 ΠΚ) και υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (220 ΠΚ), είναι αβάσιμη. Σύμφωνα με τις παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ο ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος με την 82272/1999 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το ότι στις 2/8/1999 κατάρτισε πλαστό πιστοποιητικό, δηλαδή το 03597/9-7-1998 αντίγραφο ποινικό μητρώου, του οποίου στη συνέχεια έκανε χρήση και για απόπειρα υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, δηλαδή για το ότι αποπειράθηκε να εξαπατήσει τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ για τη γνησιότητά του εν λόγω πιστοποιητικού, προκειμένου να επιτύχει την έκδοση πράσινης κάρτας αλλοδαπού. Ακολούθως, μετά την πιο πάνω αμετάκλητη καταδίκη του, ο ήδη αναιρεσείων, με την 92489/16-7-2002 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη επίσης αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος για το ότι στις 9/6/1998 έκανε χρήση πλαστού πιστοποιητικού ποινικού μητρώου, που είχε πλαστογραφηθεί από άγνωστο δράστη, προσκομίζοντας αυτό, μεταξύ άλλων δικαιο-λογητικών, στον ΟΑΕΔ για τη χορήγηση πράσινης κάρτας παραμονής αλλοδαπού (περιορισμένης χρονικής διάρκειας) και ότι με τον τρόπο πέτυχε να του χορηγηθεί η από 16-10-1998 πράσινη κάρτα. Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, οι προαναφερόμενες αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, αφορούν διαφορετικές πράξεις του αναιρεσείοντος που έλαβαν χώρα σε διαφορετικούς χρόνους και ουδόλως αντιφάσκουν μεταξύ τους. Οι παραδοχές αυτές στηρίζονται στα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία και το Συμβούλιο αυτό παραδεκτώς επισκοπεί προς διερεύνηση της βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως .Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, ότι πρόκειται για το ίδιο ιστορικό συμβάν και για τις ίδιες πράξεις, δηλαδή ότι καταρτίστηκε ένα πλαστό πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, στις 9/6/1998 το 03597/9-6-1998 και όχι άλλο στις 2-8-1999 και μία χρήση αυτού έλαβε χώρα προκειμένου να εκδοθεί η πράσινη κάρτα παραμονής αλλοδαπού, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών, δεν αποδείχθηκαν. Εξάλλου, το Συμβούλιο Εφετών, προκει-μένου να καταλήξει στην απορριπτική κρίση για την επανάληψη της διαδικασίας που ζητούσε ο αναιρεσείων, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα της δικογραφίας, καθώς και τις διευκρινίσεις που έδωσε ενώπιόν του η αδελφή του αιτούντος, όπως ειδικώς τούτο βεβαιώνεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα και προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές του και δεν περιορίστηκε μόνο στα όσα εκτίθενται στις δύο αμετάκλητες αποφάσεις του Μονο-μελούς Πλημμελειοδικείου, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις του αναιρε-σείοντος απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας ή εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττεται απαραδέκτως η περί των πραγμάτων εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.β΄ και δ΄ ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αιτούντα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 91/24-7-2006 αίτηση αναίρεσης του ..... (που άσκησε η αδελφή του .... δυνάμει ειδικού .πληρεξουσίου), κατά του 1938/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η από 10/1/2006 αίτησή του, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη 82272/1999 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουάριου 2007. Και Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ