ΑΡΙΘΜΟΣ 696/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Αναστάσιο Λιανό, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ - Ρούσσο Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Χ5, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κανελλόπουλο, 3. Χ2, 4. Χ3 , 5. Χ4 που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ζήση Κωνσταντίνου και 6. Χ6 που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Ιωάννη Στελούδη και Ηλία Αναγνωστόπουλο. Με συγκατηγορούμενους τους: 1. ....,2. ..... και 3. .... Με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα το οποίο στο ακροατήριο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Αλέξανδρος Χούγιας - Παλαιολόγος. Περί αναιρέσεως της 6036, 6073, 6170 και 6206/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 4/9/2006, 11/9/2006, 19/9/2006, 19/9/2006, 19/9/2006 και 20/9/2006 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1506/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που παραστάθηκαν, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η από 4/9/2006 αίτηση αναίρεσης της πρώτης αναιρεσείουσας, β) να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης των δεύτερου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσειόντων και γ) να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης του έκτου αναιρεσείοντος και να παύσει οριστικώς η κατά αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ως προς την αίτηση αναιρέσεως της Χ1. Επειδή κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Π.Δ. ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα σε προθεσμία του άρθρου 166. Κατά δε το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου κώδικα εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 20.11.2006 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μαντέλλου, η αναιρεσείουσα κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της Χ1 πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Ως προς τις αιτήσεις αναιρέσεως των Χ2, Χ3 και Χ4 . Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Εξάλλου εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό προς το διατακτικό της, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ' είδος λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η κατηγορουμένη Χ2 στην Αθήνα την 24.11.1998 νόθευσε την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ..... και αριθμό ..... γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής της νομαρχίας Αθηνών, η οποία δεν είχε εκδοθεί για την κατηγορουμένη, θέτοντας στη θέση του ονόματος του πραγματικού ασθενούς, το όνομα της ίδιας, γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον η ανωτέρω φερόταν να πάσχει από νεανικό διαβήτη και συνεπώς εδικαιούτο εγγραφής σε πανεπιστημιακό ίδρυμα ως άτομο με ειδικές ανάγκες, ενώ στην πραγματικότητα έφερε απλώς το στίγμα της μεσογειακής αναιμίας χωρίς να έχει νοσήσει, ασθένεια που δεν της παρείχε τέτοια δυνατότητα. Του ανωτέρω εγγράφου έκανε χρήση η κατηγορουμένη, ζητώντας την εισαγωγή της στο τμήμα κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, αίτηση η οποία και έγινε δεκτή. Περαιτέρω η κατηγορουμένη Χ3 στη Θεσσαλονίκη την 16.10.1998 νόθευσε την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ..... γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής της νομαρχίας Θεσσαλονίκης, στην οποία αναγραφόταν ότι πάσχει από οστέωμα στην περιοχή (Δ) ηθμοειδούς κυψέλης και κύστη στο έδαφος του (Δ) ιγμορίου, ασθένεια που δεν εμπίπτει στο άρθρο 12 του ν. 2640/1998 για εισαγωγή στα ΑΕΙ άνευ εξετάσεων, σβήνοντας τη λέξη "δεν", γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες καθόσον με τον τρόπο αυτό φερόταν να πάσχει από ασθένεια προβλεπόμενη από την παραπάνω νομική διάταξη και συνεπώς εδικαιούτο εγγραφής σε πανεπιστημιακό ίδρυμα ως άτομο με ειδικές ανάγκες, του ανωτέρω δε εγγράφου έκαμε χρήση η κατηγορουμένη την 16.10.1998, οπότε και υπέβαλε αίτηση εγγραφής της στη γραμματεία του τμήματος κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, προκειμένου να γίνει δεκτή ως άτομο με ειδικές ανάγκες, αίτηση η οποία έγινε δεκτή εξαιτίας του εν λόγω νοθευμένου εγγράφου. Τέλος ο κατηγορούμενος Χ4 την 16.10.1998 στην Αθήνα με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου γραμματέα στο τμήμα κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου εν γνώσει του βεβαίωσε ψευδώς ότι η με αριθμό πρωτοκόλλου ..... γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής της νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που είχε προσκομίσει η Χ3 προκειμένου να εγγραφεί στο εν λόγω πανεπιστήμιο ως άτομο με ειδικές ανάγκες ήταν ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου, ενώ η αλήθεια ήταν ότι το πρωτότυπο έγγραφο ήταν εμφανώς νοθευμένο, βεβαίωση που είχε έννομες συνέπειες, αφού επέτρεπε στη Χ3 να εγγραφεί στο εν λόγω Πανεπιστήμιο ως άτομο με ειδικές ανάγκες. Ακόμη ο ίδιος κατηγορούμενος με την ως άνω ιδιότητά του α) προέβη στην εγγραφή της Χ2 στο τμήμα κοινωνιολογίας του ανωτέρω πανεπιστημίου, ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, γνωρίζοντας ότι αυτή δεν πληρούσε τις νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις, δεδομένου ότι δεν έπασχε από ασθένεια που να δικαιολογεί την εγγραφή της με την εν λόγω ιδιότητα, γνώριζε δε απολύτως ότι η προσκομισθείσα από την τελευταία με αριθμό πρωτοκόλλου ..... ιατρική γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής της νομαρχίας Αθηνών, που βεβαίωνε ότι η Χ2 έπασχε από νεανικό διαβήτη, ήταν νοθευμένη και β) προέβη στην εγγραφή της Χ3 στο τμήμα κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, γνωρίζοντας ότι αυτή δεν πληρούσε τις προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις, αφού δεν έπασχε από ασθένεια που να δικαιολογεί την εγγραφή της ως ατόμου με ειδικές ανάγκες, γνώριζε δε πλήρως ότι η προσκομισθείσα από την τελευταία με αριθμό πρωτοκόλλου ..... ιατρική γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής Θεσσαλονίκης, που βεβαίωνε ότι η ασθένεια του οστεώματος της ηθμοειδούς κυψέλης και η κύστη σε έδαφος Δ ιγμορίου, από την οποία έπασχε η Χ3 ενέπιπτε στο άρθρο 12 του ν. 2640/98 ήταν νοθευμένη καθώς και ότι η γνήσια γνωμάτευση βεβαίωνε το ακριβώς αντίθετο. Σκοπός δε του εν λόγω κατηγορουμένου ήταν να προσπορίσει στις ανωτέρω Χ2 και Χ3 παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην εγγραφή τους στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, χωρίς να την δικαιούνται. Ακόμα ο κατηγορούμενος Χ4 κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 24.11.1998 και της 4.7.2002 στην Αθήνα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13α Π.Κ. υπεξήγαγε έγγραφα που του είχαν εμπιστευθεί και ήταν προσιτά σ' αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, ήτοι με την ιδιότητά του ως υπαλλήλου του γραμματέως του τμήματος κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, ιδιότητα που του παρείχε πρόσβαση στους ατομικούς φακέλλους του τμήματος κοινωνιολογίας του εν λόγω Πανεπιστημίου, υπεξήγαγε τον ατομικό φάκελλο της φοιτήτριας Χ2 και τον ατομικό φάκελλο της φοιτήτριας Χ3 προκειμένου, να καταστεί αδύνατη η έρευνα που είχε αποφασισθεί να διαταχθεί στο άνω πανεπιστήμιο, με την από 4.7.2002 απόφαση του πρυτανικού συμβουλίου. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ένοχες τις αναιρεσείουσες Χ2 και Χ3 πλαστογραφίας μετά χρήσεως, ένοχο δε του αναιρεσείοντα Χ4 ψευδούς βεβαιώσεως, παραβάσεως καθήκοντος και υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση. Ετσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκαν οι ως άνω αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1α, 94, 98 παρ. 1, 216 παρ. 1, 242 παρ. 1, 259 και 222 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα οι προεκτεθείσες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελούν "πιστή αντιγραφή" του διατακτικού της τελευταίας, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες Χ2, Χ3 και Χ4 και τούτο ανεξαρτήτως του ότι μόνη η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εφόσον τούτο περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εάν βεβαίως στο σκεπτικό αναφέρονται, όπως στην προκειμένη περίπτωση και οι αποδείξεις, από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα απ' αυτό δεκτά περιστατικά. Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν ήταν απαραίτητο να εκτίθεται σ' αυτή τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα ελήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσέως του. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως των Χ2, Χ3 και Χ4 με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε ούτε ακόμη και ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο τούτο έχει πραγματικά αναγνωσθεί. Ετσι εφόσον βεβαιώνεται ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε και η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των εγγράφων που βεβαιώνεται σ' αυτά ότι αναγνώσθηκαν, αναφέρονται με αύξοντα αριθμό 17) "πίνακας με αλλαγές επωνύμων φοιτητών", 64) "το από 14.9.1998 πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής" 94) "επίσημη μετάφραση μεταπτυχιακού διπλώματος στην οργανωτική ανάλυση και συμπεριφορά" 100) "το από 6.10.97 διαζευκτήριο" και 102) "η από 17.5.01 ιατρική γνωμάτευση". Η κατ' αυτόν τον τρόπο περιγραφή στα πρακτικά της ταυτότητας των ως άνω εγγράφων δεν νοείται ότι είχε ως συνέπεια τη στέρηση από τους κατηγορουμένους Χ2, Χ3 και Χ4 του δικαιώματος τους να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτά, αφού τα εν λόγω έγγραφα αναγνώσθηκαν. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως των Χ2, Χ3 και Χ4 με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν τούτου και αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Χ5. Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ως άνω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από το άρθρο 84 του Π.Κ. ελαφρυντικές περιστάσεις, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται ορισμένως, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή τους. Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε συνδυασμό προς το διατακτικό της, τα οποία αποτελούντα ενιαίο σύνολο παραδεκτώς συμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ5 στην Αθήνα την 20.11.1999 νόθευσε τη με αριθμό πρωτοκόλλου .... και αριθμό ..... γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής της νομαρχίας Αθηνών, που δεν είχε εκδοθεί για τον κατηγορούμενο αλλά για άλλο πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα δεν έχει διακριβωθεί, θέτοντας στη θέση του ονόματος του πραγματικού ασθενή, το όνομά του (κατηγορουμένου), γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, αφού ο Χ5 φερόταν να πάσχει από νεανικό διαβήτη και συνεπώς εδικαιούτο εγγραφής σε πανεπιστημιακό ίδρυμα ως άτομο με ειδικές ανάγκες, ενώ στην πραγματικότητα έπασχε από θρομβοπενική πορφύρα, ασθένεια που δεν του παρείχε τέτοια δυνατότητα. Του ανωτέρω εγγράφου έκανε χρήση ο κατηγορούμενος την 20.11.1999 που υπέβαλε την αίτηση εγγραφής του στη γραμματεία του τμήματος κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, ως άτομο με ειδικές ανάγκες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ένοχο τον αναιρεσείοντα Χ5 πλαστογραφίας μετά χρήσεως. Έτσι κρίνοντας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο άνω αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα περιστατικά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1α και 216 παρ. 1 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Δεν υπήρχε δε νόμιμη περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 217 του Π.Κ., αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως από τη νόθευση και στη συνέχεια τη χρήση από τον αναιρεσείοντα Χ5 του προαναφερόμενου εγγράφου βλάφθηκε άλλος ευθέως στις έννομες σχέσεις του και συγκεκριμένα το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Περαιτέρω δεν απαιτείτο ιδιαίτερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, εφόσον το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του προβλεπόμενου απ' αυτό εγκλήματος, ούτε ενδεχόμενο δόλο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Και τούτο γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστη να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωση αυτών. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ5 , με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Αλλά και ο συναφής λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο απορρίφθηκε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ο αυτοτελής ισχυρισμός του παραπάνω αναιρεσείοντος, για αναγνώριση σ' αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του πρότερου έντιμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου Χ5 ζήτησε την αναγνώριση στο ελαφρυντικών περιστάσεων, χωρίς να προβάλλει και τα προς θεμελίωσή τους αναγκαία πραγματικά περιστατικά και επομένως το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό και μάλιστα αιτιολογημένα. Με βάση τα προεκτεθέντα η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Χ5 πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Χ6. Επειδή κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. η ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 Κ.Π.Δ. υποβάλλει αίτημα επιδείξεως σ' αυτόν πειστηρίου, που χρειάζεται να αναγνωρίσει. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας ...., ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορουμένου Χ6 ζήτησε να προσκομισθεί στο ακροατήριο και επιδειχθεί το πειστήριο του εγκλήματος, ήτοι το με ημερομηνία 25.9.1996 και ημερομηνία θεωρήσεως από το αστυνομικό τμήμα .... 30.11.1998 πιστοποιητικό του ΔΙΚΑΤΣΑ, για τη νόθευση και χρήση του οποίου κατηγορείτο ο τελευταίος. Επί του νομίμου αυτού αιτήματος όμως το δικάσαν Εφετείο δεν απήντησε καθόλου και έτσι έλαβε χώρα έλλειψη ακροάσεως. Επομένως είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως του Χ6 και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο όσον αφορά την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα Χ6 διάταξή της, περιττής μετά ταύτα καθισταμένης της έρευνας των υπολοίπων λόγων αυτής. Περαιτέρω εφόσον η πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, που χαρακτηρίζεται στο νόμο ως πλημμέλημα (άρθρα 18 και 216 παρ. 1 του Π.Κ.) φέρεται ως τελεσθείσα την 30.11.1998 και από την ημερομηνία αυτή μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως παρήλθε χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την οκταετία, το αξιόποινο της πράξεως αυτής εξαλείφθηκε με παραγραφή (άρθρα 111 παρ. 1 και 3, 112 και 113 του Π.Κ.). Συνεπώς πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη που ασκήθηκε για την άνω πράξη σε βάρος του ανιαρεσείοντος Χ6 κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 περ. β΄ του Κ.Π.Δ. Επειδή οι αναιρεσείοντες Χ1, Χ2, Χ3 , Χ4 και Χ5 πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Παντείου Πανεπιστημίου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις από 4.9.2006, 11.9.2006 και 19.9.2006 αιτήσεις των Χ1 , Χ5, Χ2 , Χ3 και Χ4 αντιστοίχως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6036, 6073, 6170 και 6206/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει τους ανωτέρω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται για τον καθένα σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος ως πολιτικώς ενάγοντος Παντείου Πανεπιστημίου, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ εφάπαξ. Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 6036, 6073, 6170 και 6206/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και μόνο όσον αφορά την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα Χ6 διάταξή της. Παύει οριστικώς την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του αναιρεσείοντος Χ6 για πλαστογραφία μετά χρήσεως πράξη που φέρεται απ' αυτόν τελεσθείσα στην Αθήνα την 30.11.1998. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ