Αριθμός 1651/2007 Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου Ζ' Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη- Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2007, με τη παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7140/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1990/2006. Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 501 παρ.1 εδ.1. του ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη". Ορίζει δε η παράγραφος 2 του άρθρου 340, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 παρ.1 του ν.3160/2003 και ακολούθως με το άρθρο 13 του ν.3346/2005, ότι "σε πταίσματα, πλημμελήματα και (από την 17-6-2005, ημέρα ενάρξεως της ισχύος του ν.3346/2005) κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του... Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεωρείται πως είναι παρών ο εκκαλών, στην περίπτωση κατά την οποία, προς υποστήριξη της εφέσεώς του, δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Εφετείου αυτοπροσώπως, αλλά δια του συνηγόρου του, τον οποίο ο ίδιος διόρισε με έγγραφη δήλωσή του για να τον εκπροσωπήσει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ.1 εδ.1 ΚΠοινΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 του ν.3160/2003, "Αν ο εκκαλών εμφανισθεί ο ίδιος ή ο συνήγορός του στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση", κατά δε το τέταρτο εδάφιο της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 παρ.2 του ν.3160/2003, "Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329-338, 340, 344, 347, 348, 349, 352, 357-363, 366-373". Από τις διατάξεις αυτές, η διάταξη του άρθρου 344 παρ.1 εδάφ. α' ορίζει ότι "η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας". Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 501 ΚΠοινΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ.3 του ν.3160/2003, "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή η αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών". Από τις τελευταίες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίστηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ΄ έφεση δίκη για να υποστηρίζει την έφεσή του και στη συνέχεια, μετά την έναρξη της συζητήσεως, αποχώρησε, λογίζεται σαν να ήταν παρών και στο υπόλοιπο μέρος της δίκης, το δε δικαστήριο, δεσμευόμενο από την εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη κατά το άρθρο 501 ΚΠοινΔ, αλλά οφείλει να την ερευνήσει στην ουσία. Το ίδιο ισχύει, για την ομοιότητα της περιπτώσεως, κατά μείζονα λόγο και όταν ο εκκαλών-κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του, εμφανίσθηκε κατά την έναρξη της διαδικασίας της κατ΄ έφεση δίκης, αλλά στη συνέχεια, μετά τη λήψη της ταυτότητάς του, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η δίκη αναβλήθηκε και στη νέα, μετ΄ αναβολή, δικάσιμο ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Η άποψη αυτή συνάδει και με τη σκέψη που διατυπώνεται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου ΚΠοινΔ για την αιτιολόγηση της ρυθμίσεως του άρθρου 501 παρ.1 ΚΠοινΔ, σύμφωνα με την οποία εκείνος ο οποίος αδικαιολόγητα δεν εμφανίζεται για να υποστηρίξει την έφεσή του παραιτείται σιωπηρά από αυτήν, αναγνωρίζοντας την ορθότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως, υπό την έννοια ότι δεν είναι νοητό η μετ΄ αναβολή μη εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, ο οποίος είχε εμφανισθεί και υποστηρίξει την έφεσή του σε προγενέστερη συζήτησή της, να θεωρείται ως σιωπηρή παραίτησή του από την έφεσή του και αναγνώριση της αποφάσεως που προσέβαλε. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αναβολή θεωρείται ότι έγινε μετά την έναρξη της διαδικασίας και της συζητήσεως της εφέσεως, οπότε ο κατηγορούμενος λογίζεται σαν να ήταν παρών στη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, και το δικαστήριο, δεσμευόμενο από την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, αλλά οφείλει να τη δικάσει στην ουσία. Διαφορετικά, η απόφαση του εφετείου είναι αναιρετέα, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, για υπέρβαση εξουσίας (Ολ. ΑΠ 8/2006, 3/3006). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων (κατηγορούμενος) με την 32.768/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας. Κατά της πιο πάνω αποφάσεως άσκησε αυτός ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών την υπ' αριθμ. 5407/27-7-2005 έφεσή του, κατά την εκδίκαση της οποίας, που είχε ορισθεί για τις 23-6-2006, δεν εμφανίσθηκε αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ασπρογέρακα-Γρίβα, τον οποίο ο ίδιος είχε διορίσει με την από 22-6-2006 ειδική εξουσιοδότησή του. Το Τριμελές Εφετείο με την 56378/2006 απόφασή του επέτρεψε στον ανωτέρω συνήγορο να εκπροσωπήσει τον απόντα κατηγορούμενο και στη συνέχεια, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που είναι ενσωματωμένα στην πιο πάνω απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η διαδικασία εξελίχθηκε ως εξής: Ο Πρόεδρος εκφώνησε τα ονόματα των μαρτύρων κατηγορίας και αυτοί βρέθηκαν αιτούντες. Στο σημείο αυτό της δίκης ο ειρημένος συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε, λόγω κωλύματός του, να εμφανισθεί ενώπιόν του κατά την άνω δικάσιμο και ζήτησε την αναβολή της δίκης. Ακολούθησε πρόταση του Εισαγγελέα και το Τριμελές Εφετείο με την προαναφερθείσα απόφασή του ανέβαλε, λόγω σημαντικών αιτίων, τη δίκη σε ρητή δικάσιμο, και συγκεκριμένα για τις 25-9-2006, χωρίς κλήτευση του κατηγορουμένου. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε πάλι αυτοπροσώπως, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο. Λόγω δε της απουσίας του αυτής, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη 7140/2006 απόφασή του απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 501 παρ. 1 του ΚΠοινΔ. Όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, κατά τη δικάσιμο της 23-6-2006 η δίκη αναβλήθηκε, αφού προηγουμένως ο αναιρεσείων είχε εμφανισθεί δια συνηγόρου για να υποστηρίξει την έφεσή του και είχε αρχίσει πλέον η διαδικασία και η συζήτηση της εφέσεως, αφού το Δικαστήριο είχε φθάσει τουλάχιστον στην εκφώνηση του καταλόγου των μαρτύρων. Άρα, το Τριμελές Εφετείο, με το να απορρίψει την ανωτέρω έφεση ως ανυποστήρικτη, υπερέβη την εξουσία του, αφού όφειλε, κατά τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, να θεωρήσει παρόντα τον αναιρεσείοντα και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν. Επομένως, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Η' του ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ). Για τους λόγους αυτούς Αναιρεί την υπ' αριθμ. 7140/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και, Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2007. Και, Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 6 Αυγούστου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ