Αριθμός 1414/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη-Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Παναγιωτάτο, για αναίρεση της 386/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ...., που δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο, 179 ΠΚ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει, βλάπτει ή με οποιονδήποτε τρόπο αφαιρεί από την εξουσία της αρχής έγγραφα ή άλλα πράγματα που βρίσκονται στην φύλαξή της ή που αυτή τα παρέδωσε στην φύλαξη άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Με την διάταξη αυτή σκοπείται η προστασία της κυριαρχικής εξουσίας της αρχής, το κύρος και η αυθεντία της οποίας θίγονται από την τέλεση των προαναφερόμενων πράξεων και η κοινή εμπιστοσύνη προς την ασφάλεια της φυλάξεως από αυτήν κλονίζεται. Αντικείμενο του εγκλήματος είναι έγγραφο ή άλλο κινητό πράμα που διατελεί σε διαρκή ή πρόσκαιρη φύλαξη της αρχής ή άλλου προσώπου στο οποίο αυτή παρέδωσε προς φύλαξη, από την οποία αφαιρείται κατά τρόπο πρόσκαιρο ή διαρκή, αδιαφόρως σε ποίου την κυριότητα ανήκει. Ενεργητικό δε υποκείμενο δύναται να είναι και εκείνος στον οποίον παραδόθηκε προς φύλαξη έστω και αν είναι κύριος αυτού. Τόπος της φυλάξεως δύναται να είναι οποιοσδήποτε συμπεριλαμβανομένης και της ιδιωτικής κατοικίας του προσώπου στον οποίον το αντικείμενο παραδόθηκε προς φύλαξη ενώ περαιτέρω στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αποτελεί η αρμοδιότητα της αρχής που ανέλαβε την φύλαξη ή παρέδωσε το αντικείμενο της φύλαξης σε τρίτο και ή τήρηση των ουσιωδών διατυπώσεων υπό τις οποίες χωρεί η προς φύλαξη παραλαβή. Τέλος, απαραίτητο υποκειμενικό στοιχείο είναι ο δόλος του δράστη, αρκεί δε και ο ενδεχόμενος, που ενέχει τη γνώση ότι το έγγραφο ή το πράγμα ευρίσκεται στη φύλαξη της αρχής. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 1 του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται, το μεν αλλοτριότητα του φθειρόμενου πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του Αστικού Κώδικα, το δε φθορά του ξένου πράγματος και δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι το πράγμα ήταν ξένο και η βούληση ή αποδοχή της καταστροφής ή βλάβης του. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχτηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικών στοιχείων χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης των διαφόρων αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 386/2007 απόφασής του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα σ' αυτό κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορουμένη τέλεσε τις αναφερόμενες στο διατακτικό της παρούσας αξιόποινες πράξεις. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι εναντίον της κατηγορουμένης που είχε την ιδιότητα της συμβολαιογράφου, είχε διαταχθεί η αποβολή της, από το επί της οδού ...... διαμέρισμά της, σύμφωνα με την υπ΄ αριθμό ....... έκθεση βίαιης αποβολής και εγκαταστάσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...... Με την ίδια έκθεση είχε ορισθεί ο πολιτικώς ενάγων, ως μεσεγγυούχος του ακινήτου αυτού καθώς και των αναφερομένων στην οικεία έκθεση, αλλά και στο διατακτικό της παρούσας κινητών πραγμάτων. Παρόλα ταύτα η κατηγορουμένη επικαλούμενη αορίστως την ύπαρξη σοβαρού επαγγελματικού προβλήματος, προέβη χωρίς την προηγούμενη έγκριση ή συναίνεση του παθόντος σε καταστροφή της κλειδαριάς ασφαλείας του διαμερίσματος αξίας 500 ευρώ, που είχε τοποθετήσει ο διορισθείς μεσεγγυούχος και αφαίρεσε τα αναφερόμενα σ΄ αυτό κινητά πράγματα. Η ίδια η κατηγορουμένη (που δεν παρέστη αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού), κατά την απολογία της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδέχθηκε ότι παραβίασε την κλειδαριά, προκειμένου να παραλάβει ορισμένα κρίσιμα γι΄ αυτήν έγγραφα, για τα οποία όμως δεν είχε αντίστοιχο δικαίωμα, αφού αυτά τελούσαν υπό τη μεσεγγύηση του πολιτικώς ενάγοντος. Άλλωστε, πριν από οποιαδήποτε αυθαίρετη ενέργειά της, θα μπορούσε να εξαντλήσει προηγουμένως κάθε άλλη δυνατότητα, ακόμη και να ζητήσει από τον πολιτικώς ενάγοντα, εκείνα τα οποία αυτή αυθαιρέτως αφαίρεσε και οπωσδήποτε εν αγνοία αυτού. Το ότι θα μπορούσε να ικανοποιήσει την ανάλογη επιθυμία της, χωρίς μια ανάλογη με αυτήν που κατηγορείται ενέργεια, προκύπτει και από το γεγονός ότι σύμφωνα με την από 24-9-2003 απόδειξη παραλαβής που υπογράφει αυτή και ο διορισθείς μεσεγγυούχος, ο τελευταίος της παρέδωσε όλα τα υπάρχοντα στο διαμέρισμα που εκπλειστηριάστηκε, εκτός του συμβολαιογραφικού αρχείου το οποίο είχε παραδοθεί στον οικείο συμβολαιογραφικό σύλλογο. Η ενέργειά της να αφαιρέσει με πρόθεση από το συγκεκριμένο οίκημα και χωρίς να έχει ανάλογο δικαίωμα, τα ευρισκόμενα σ΄ αυτό κινητά πράγματα, η φύλαξη των οποίων νομίμως είχε ανατεθεί στον διορισθέντα μεσεγγυούχο και η αντίστοιχη ενέργειά της να καταστρέψει την κλειδαριά ασφαλείας που είχε τοποθετήσει ο τελευταίος, πληρούν κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία τη νομοτυπική μορφή των αξιόποινων πράξεων της παραβίασης φύλαξης της αρχής (179 και της ξένης ιδιοκτησίας 381 παρ. 1 του Π.Κ), για τα οποία η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο κήρυξε την κατηγορούμενη ένοχη των αποδιδόμενων σ' αυτήν αξιόποινων πράξεων της παραβίασης φύλαξης της αρχής (179 ΠΚ) και φθορά ξένης ιδιοκτησίας (381 παρ.1ΠΚ ) και επέβαλε σ' αυτήν συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών, την οποία μετάτρεψε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ.1, 179 και 381 παρ.1 ΠΚ , που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές παραβίασε. Κατά τις σαφείς δε παραδοχές του Δικαστηρίου, η παράδοση στον πολιτικώς ενάγοντα ....., ως μεσεγγυούχο της φυλάξεως των αναφερομένων στο διατακτικό πραγμάτων, έλαβε χώρα από αρμόδιο κατά τον ΚΠολΔ όργανο, μετά τήρηση της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, η αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο έλαβε υπόψη του για την περί ενοχής κρίση του την κατά την πρωτοβάθμια δίκη απολογία της αναιρεσείουσας, χωρίς αυτή να αναγνωσθεί, είναι αβάσιμη, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, το Δικαστήριο ανέγνωσε, τα πρακτικά της εκκαλούμενης πρωτοβάθμιας δίκης, στην οποία περιλαμβάνεται και η απολογία της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α λόγος αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ( 171 παρ.1δ,) είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι "ο πλειστηριασμός εγένετο και η απόβολή μου συνετελέσθη χωρίς εκτελεστόν έγγραφον, αλλά με αντίγραφο της κατακυρωτικής εκθέσεως, επανήλθον βιαίως εις την νομήν του ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις της νομής ΑΚ.....ουδέν πράγμα ή συμβόλαιο αφήρεσα όταν εισήλθον, απλώς εγκαταστάθην και συνέχισα την εργασία μου δι' ασκήσεως της νομής μου", αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, στους οποίους το Δικαστήριο, δεν είχε την υποχρέωση, αλλά ούτε και δυνατότητα να απαντήσει, αφού δεν είχαν προταθεί κατά την ενώπιόν του διαδικασία, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης. Κατά τα λοιπά οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, μεταξύ των οποίων: 1) ότι εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι κατάστρεψε την κλειδαριά ασφαλείας, διότι αυτό ήταν αδύνατο, αφού ο πολιτικώς ενάγων είχε σιδεροφράξει την είσοδο και ο ίδιος ο πολιτικώς ενάγων κατέθεσε ότι απλώς άλλαξε τον πείρο, και 2) η αιτιολογία, ότι η αναιρεσείουσα αφαίρεσε τα πράγματα που περιγράφονται στο απόφαση, είναι αντιφατική, όταν δέχεται την απόδειξη παραλαβής πραγμάτων με ημερομηνία 24-9-03 που συνυπέγραψε και ο μηνυτής μετά από προηγούμενο έλεγχο και δεν έλλειπε κανένα αντικείμενο, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-3- 2007 (δήλωση) αίτηση αναιρέσεως (αρ.πρωτ. 2428/ 15-3 -2007 της ....., κατά της 386/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ