Αριθμός 988/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γραμματικόπουλο. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τεχνικής κατασκευαστικής - εργολαβικής - τουριστικής - εμπορικής εταιρίας με την επωνυμία "CYBARCO (HELLAS) AE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "CYBARCO ATE", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τρίμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 141/2008 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 14-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Το δε άρθρο 321 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι "Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι σε αναίρεση υπόκεινται τόσο οι τελεσίδικες κατά την γένεσή τους οριστικές αποφάσεις, δηλαδή οι ανεπίδεκτες εφέσεως κατά τον χρόνο που εξεδόθησαν, όσο και εκείνες, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες, είτε λόγω παρόδου της προς ανακοπή ή έφεση προθεσμίας, είτε γιατί ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως ή παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ασκηθείσας εφέσεως και δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκηση αυτής. Περαιτέρω, η προθεσμία της εφέσεως, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, αρχίζει δε από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη, όπως προειπώθηκε, και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση. Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως και αρχίζει μετά τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής (εφέσεως), είναι, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία (3) για να συμπληρωθεί η προθεσμία της εφέσεως και να καταστεί τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία (3) από την ημέρα που κατέστη τελεσίδικη, μέσα στα οποία πρέπει να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη πρωτόδικη υπ' αριθμ. 141/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύθηκε στις 21 Ιανουαρίου 2008. Επίδοση της αποφάσεως αυτής δεν προκύπτει, καθόσον κανένα από τα διάδικα μέρη δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε. Η υπό κρίση από 30-11-2011 αίτηση για την αναίρεση της εν λόγω αποφάσεως ασκήθηκε στις 2 Μαρτίου 2012, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 26/2-3-2012 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναίρεσης της αρμόδιας Γραμματέας του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων), δηλαδή ασκήθηκε πριν περάσουν συνολικά έξι (6) χρόνια από τις 22 Ιανουαρίου 2008, ήτοι από την επομένη της δημοσιεύσεώς της (άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 παρ. 3 και 415 έως 420 του ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 του ΑΚ συνάγεται, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για τη ταυτότητα του λόγου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού. Τούτο συνάγεται ιδίως από το ως άνω άρθρο 415 του ΚΠολΔ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση, όμως, αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο επιτρέπεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αποδείχθηκαν ατελώς από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου - λύση προδήλως άτοπη (Ολ.ΑΠ 1328/1977). Συνεπώς, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή του μέλους της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να λαμβάνει υπόψη, κατά την ως άνω διαδικασία, και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Από τα ανωτέρω παρέπεται, ότι η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ανεξάρτητα αν είχε προβληθεί ή όχι οποτεδήποτε προηγουμένως σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται περί ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 882/2009‚ 1386/2006). Στην ένδικη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, κατά την περί αυτού βεβαίωσή του στην προσβαλλόμενη απόφαση, και την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριό του ως μάρτυρα ανταποδείξεως εξετασθέντος Α. Κ., ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, στις 29-3-2007, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων ανωνύμων εταιρειών, όπως τούτο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ΦΕΚ, αριθμός φύλλου 13461 τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της 14-12-2006 και αριθμός φύλλου 10627 τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. της 7-10-2005. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο, από τη διάταξη αυτή, πρώτο λόγο της αναιρέσεως. Πρέπει, συνεπώς, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης, μετά ταύτα, της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, πλην εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 65 του Ν. 4139/2013. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθμ. 141/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο ως άνω Μονομελές Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, πλην εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Και Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ