Αριθμός 1043/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Χ. συζ. Χ. Γ. το γένος Δ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη. Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Ι. Ρ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σαρδελά. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 6947/1995 απόφαση. Στη συνέχεια η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 28/1/2002 ανακοπή ερημοδικίας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2683/2003 του ιδίου δικαστηρίου, 5477/2004 μη οριστική και 66/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/5/2006 αίτηση και τους από 3/11/2012 προσθέτους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 27/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 163/2010, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 1197/2008, ΑΠ 12/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. .../1963 προικοσυμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Ιωάννου Χρ. Παπαδημητρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στην ενάγουσα και το σύζυγό της Ι. Ρ., ως αδιατίμητη προίκα κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα κατά την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 1414 ΑΚ από τη μητέρα της Ε. συζ. Ι. Π., ένας αγρός, κείμενος στη ... της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου, τέως Δήμου Αθηναίων, στη θέση "... - ...", έκτασης 6.376 τμ., όπως ειδικότερα καθ' όρια περιγράφεται στο ως άνω προικοσυμβόλαιο και απεικονίζεται με τα κεφαλαία γράμματα ΡΙ,Ρ2,Ρ3,Ρ4,ΡΙ στο προσαρτημένο ως άνω στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ιωάννη Τάκου από 18-5-2005 σχεδιάγραμμα, ο οποίος (αγρός) ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της προικοδότριας. Το μεγάλο αυτό αγρόκτημα των 6.376 τμ, η ενάγουσα με το σύζυγο της διαίρεσαν σε 19 μικρότερα αυτοτελή αγροτεμάχια με σκοπό την πώλησή τους σε τρίτους, αφού κατά τη διαίρεση και για το λόγο ότι η περιοχή ήταν εκτός σχεδίου πόλης, άφησαν με τη θέλησή τους στη μέση του όλου αγροκτήματος, κατά μήκος και ενδιάμεσα των αγροτεμαχίων ιδιωτική οδό πλάτους οκτώ (8) μέτρων, κατευθυνόμενη από νοτιοανατολικά προς βορειοδυτικά, αποκλειστικά και μόνο για την εξυπηρέτηση των αγοραστών των προς πώληση επιμέρους αγροτεμαχίων και διόδου και επικοινωνίας τους με τις εκεί διερχόμενες νοτιοανατολικά και βορειοδυτικά αντίστοιχα του όλου κτήματος αγροτικές οδούς και ήδη ... και ..., χωρίς να παραιτηθούν του δικαιώματος της κυριότητας επί της ανωτέρω ιδιωτικής οδού. Στη συνέχεια, οι ανωτέρω πώλησαν μεταξύ των ετών 1963 - 1967 όλα τα επί μέρους αγροτεμάχια του ως άνω κτήματος με βάση το ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα του 1963, ενώ σε όλα τα συμβόλαια η οδός αυτή αναφερόταν ως ιδιωτική οδός. Μεταξύ των αγοραστών αγροτεμαχίων είναι και η τρίτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη Χ. συζ. Χ. Γ., η οποία με το υπ' αριθμ. .../7-9-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Αθηνών Ιωάννου Χ. Παπαδημητρίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε το υπ' αριθμ. έξι (6) αγροτεμάχιο του ανωτέρω από 16-3-1963 τοπογραφικού διαγράμματος του υπομηχανικού Ν. Μ., επιφάνειας 257,66 Τ.μ, συνορευόμενο , κατά το διάγραμμα αυτό και αναφερόμενο στο συμβόλαιο αυτό, βορειοανατολικά επί προσώπου 13 μέτρων με την προαναφερόμενη ιδιωτική οδό, νοτιοανατολικά επί πλευράς 19,85 μέτρων με το υπ' αριθμ. 7 αγροτεμάχιο που μεταβιβάσθηκε στην τέταρτη των εναγομένων Β. Π. Ο. και ήδη συζ. Α. Γ. με το υπ' αριθμ. .../31-8-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Συμ/φου, βορειοδυτικά επί πλευράς 19,80 μέτρων με το υπ' αριθμ. 5 αγροτεμάχιο και νοτιοδυτικά επί πλευράς 13 μέτρων με ιδιοκτησία Ι. Π.. Ήτοι το αγορασθέν από την εναγομένη αυτή αγροτεμάχιο, το οποίο απεικονίζεται ομοίως με τον αριθμό 6 και στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα και με τα γράμματα ε,θ,δ,α,ε, είχε πρόσοψη σε μήκος 13 μέτρων στην αφεθείσα ως άνω από τους πωλητές ιδιωτική οδό πλάτους 8 μέτρων. Έτσι, μετά την πώληση όλων των επί μέρους αγροτεμαχίων, οι πωλητές, που δεν παραιτήθηκαν ως άνω από την κυριότητα επί της παραπάνω ιδιωτικής οδού, που άφησαν κατά τον ως άνω τρόπο, δεν απώλεσαν την κυριότητα αυτής, η οποία παρέμεινε σε αυτούς, και δη στην ενάγουσα και το σύζυγό της κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία αντίστοιχα, και μετά το ν. 1329/1983 κατά πλήρη κυριότητα στην ενάγουσα. Περαιτέρω, από το αυτό αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι με το από 22-7-1975 διάταγμα εγκρίθηκε επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου ... και ο κατατμηθείς ως άνω αγρός και το πωληθέν ως άνω στην εναγομένη αυτή αγροτεμάχιο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και απετέλεσε το ΟΤ 495 και καταργήθηκε η μεταξύ των αγροτεμαχίων ιδιωτική οδός πλάτους 8 μέτρων στην οποία είχε πρόσοψη και το αγροτεμάχιο της εναγομένης αυτής με αριθμό ως άνω 6, το οποίο απέκτησε πρόσοψη στη νέα οδό που δημιουργήθηκε νοτιοδυτικά του μεγάλου αγρού και δη στην οδό .... Η νέα αυτή οδός απέκοψε από αυτό, όπως και από το μεγάλο αγρόκτημα μία λωρίδα 3 μέτρων, και σε σύνολο από το αγροτεμάχιο της εναγομένης αυτής 39 τμ (3χ13), ώστε το αγροτεμάχιό της να έχει πλέον μειωμένη έκταση. Η εναγομένη αυτή ακολούθως και μετά πάροδο ετών και τουλάχιστον μετά τον Ιανουάριο του 1987, και όχι σε προγενέστερο χρόνο, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, εκμεταλλευόμενη το παραπάνω γεγονός, αλλά και την έλλειψη παρουσίας της ενάγουσας στην περιοχή, επεξέτεινε τη βορειοδυτική και νοτιοανατολική πλευρά αντίστοιχα του αγροτεμαχίου της, και κατά το μέρος που εφαπτόταν επί της παραπάνω ιδιωτικής οδού σε πλάτος 4 μέτρων αντίστοιχα εντός της ιδιωτικής αυτής οδού και σε μήκος 13 μέτρων, όση και η βορειοανατολική πλευρά αυτού και δη μεταφέροντας όλη τη βορειοανατολική πλευρά του αγροτεμαχίου της εντός της ιδιωτικής οδού και ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία της αφού περιέφραξε αυτή εξαρχής με συρματόπλεγμα, ώστε να εμφανίζεται ως ιδιοκτησία της ενιαία με το αγροτεμάχιό της, καταλαμβάνοντας έτσι τμήμα της ιδιωτικής αυτής οδού επιφάνειας 52 τμ (4χ13), ενώ στην αυτή ενέργεια προέβη ταυτόχρονα και η προαναφερόμενη ιδιοκτήτρια του υπ' αριθμ. 7 αγροτεμαχίου, τέταρτη εναγομένη και συγγενής της Β. Π. Ο., συζ. Α. Γ. (σύζυγος του αδελφού του συζύγου της εναγομένης αυτής), επεκτείνοντας την ιδιοκτησία της εντός της ιδιωτικής οδού και καταλαμβάνοντας και αυτή εδαφική λωρίδα 52 τμ, αλλά και άλλοι ιδιοκτήτες αγορασθέντων αγροτεμαχίων σε διάφορους χρόνους. Η καταληφθείσα από την εναγομένη αυτή εδαφική λωρίδα της ιδιωτικής οδού των 52 τμ, που είναι η επίδικη και με σκοπό απόκτησης δικαιωμάτων κυριότητας επί αυτής από την εναγομένη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τα παραπάνω συνορεύει βορειοανατολικά με τμήμα της εν λόγω πρώην ιδιωτικής οδού σε πλευρά 13 μέτρων, νοτιοανατολικά με τμήμα επίσης της εν λόγω πρώην ιδιωτικής οδού και σε πλευρά 4 μέτρων, νοτιοδυτικά και επί πλευράς 13 μέτρων με την ως άνω ιδιοκτησία της εναγομένης (υπ' αριθμ. 6 αγροτεμάχιο), στην οποία την έχει ενσωματώσει και βορειοδυτικά επίσης με τμήμα της ως άνω πρώην ιδιωτικής οδού και επί πλευράς 4 μέτρων, απεικονίζεται δε στο παραπάνω σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα με τα γράμματα α,β,γ,δ,α. Έκτοτε δε, μετά την κατάληψη με την περίφραξη της εν λόγω εδαφικής λωρίδας της πρώην ιδιωτικής οδού και δη τουλάχιστον μετά τον Ιανουάριο του έτους 1987, η εναγομένη αυτή άρχισε να -νέμεται με διάνοια κυρίας την επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα ως ενιαία με το αγορασθέν από αυτήν αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας της, ενεργώντας και επί αυτής εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του όλου ακινήτου, ήτοι επισκέψεις, φροντίδα της περίφραξης την οποία αντικατέστησε αργότερα με μανδρότοιχο και προστασία των ορίων του όλου πλέον ακινήτου συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης εδαφικής λωρίδας, αμφισβητώντας το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί αυτής, που είχε συνέπεια την έγερση της ένδικης από 9-12-1994 αγωγής, μεταξύ άλλων, και κατά της εναγομένης αυτής. Όμως, με την άσκηση των προαναφερόμενων πράξεων και επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας από την εναγομένη αυτή και δη τουλάχιστον μετά τον Ιανουάριο τους έτους 1987 μέχρι και το έτος 2002, (καταληκτικό χρόνο που επικαλείται η εναγομένη), δεν συμπληρώνεται εικοσαετία σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ ώστε να καταλυθεί η κυριότητα της ενάγουσας επί της εν λόγω εδαφικής λωρίδας με επιγενόμενη κυριότητα που να αποκτήθηκε από την εναγομένη αυτή με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα αυτή υποστηρίζει. Ειδικότερα, ναι μεν η εναγομένη προέβαλε παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό (ένσταση) ιδίας κυριότητας και δη ότι απέκτησε μεταγενέστερα την κυριότητα επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατ' άρθρο 1045 ΑΚ, ως νεμόμενη αυτήν με την άσκηση των προαναφερόμενων πράξεων νομής με διάνοια κυρίας από τις αρχές του έτους 1975, αφού την περιέφραξε εξαρχής το έτος αυτό ενόψει της τότε επικείμενης κατάργησης της παραπάνω ιδιωτικής οδού με την εφαρμογή του προαναφερόμενου διατάγματος για επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου ... και διακατείχε έκτοτε ως ενιαία με το αγροτεμάχιο της ιδιοκτησίας της μέχρι και το έτος 2002 και δη επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, καταλύοντας έτσι την προϋφισταμένη κυριότητα της ενάγουσας, πλην όμως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, από κανένα πειστικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η κατάληψη με την περίφραξη της επίδικης εδαφικής λωρίδας έγινε κατά τον επικαλούμενο ως άνω χρόνο και δη το έτος 1975, που η εναγομένη αυτή ισχυρίζεται ως χρόνο έναρξης της χρησικτησίας, προκειμένου να συμπληρωθεί στο πρόσωπο της εικοσαετία, αλλά πολύ μεταγενέστερα και δη τουλάχιστον μετά τον Ιανουάριο του έτους 1987, όπως προαναφέρθηκε:- Η εναγομένη αυτή, προς ενίσχυση του ισχυρισμού της όσον αφορά στο κρίσιμο αυτό περιστατικό του χρόνου έναρξης της χρησικτησίας με την περίφραξη, επικαλέσθηκε και προσκόμισε το από 30-7-1976 σχεδιάγραμμα (σκαρίφημα) της τοπογράφου μηχανικού της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Πειραιώς της Νομαρχίας Αττικής Γ.Φ. που συντάχθηκε με αίτηση της εναγομένης αυτής με βάση το προαναφερόμενο από 22-7-1975 Π.Δ/γμα έγκρισης της επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου ... και έχει θεωρηθεί στις 14-8-1976 από τον Προϊστάμενο του 'A Τμήματος της ίδιας Υπηρεσίας Θ. Χ., στο οποίο κατά την εναγομένη αυτή αποτυπώνεται ευκρινώς περιφραγμένη η ιδιοκτησία της με ενσωματωμένη την επίδικη εδαφική λωρίδα τουλάχιστον το έτος αυτό (1976), η δε ενάγουσα προς αντίκρουση του ανωτέρω ισχυρισμού επικαλέσθηκε και προσκόμισε το από Ιανουαρίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα εφαρμογής του ΟΤ 494 ... του τεχνολόγου -τοπογράφου - μηχανικού Ά. Μ., που έχει θεωρηθεί στις 20-2-1987 από τον Προϊστάμενο του Α' Τμήματος του Πολεοδομικού Γραφείου Αττικής Α. Κ., στο οποίο η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτυπώνεται κατ' αυτήν, απερίφρακτη. Ο διορισθείς όμως με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου πραγματογνώμονας προκειμένου να αποφανθεί περί των κρίσιμων ως άνω περιστατικών στην προαναφερόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης και το προσαρτημένο σε αυτήν σχεδιάγραμμά του είναι σαφής και κατηγορηματικός όσον μεν αφορά στο πρώτο ως άνω σχεδιάγραμμα από 30-7-1976 (που επικαλέσθηκε η εναγομένη), ότι στην αποτυπωμένη σε αυτό περιφραγμένη έκταση δεν περιλαμβάνεται και η επίδικη εδαφική λωρίδα, ενώ επίσης όσον αφορά στο δεύτερο ως άνω σχεδιάγραμμα από Ιανουαρίου 1987 (που επικαλέσθηκε η ενάγουσα), ότι στην εμφανιζόμενη σε αυτό ως απερίφρακτη μείζονα έκταση περιλαμβάνεται και η επίδικη. Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα ως άνω υποστήριξε και υποστηρίζει η εναγομένη αυτή ως προς το χρόνο έναρξης της χρησικτησίας το έτος 1975 με την κατάληψη και την περίφραξη εξαρχής της επίδικης ως άνω εδαφικής λωρίδας, αφού σε ανύποπτο χρόνο και δη τόσο στις 30-7-1976, όσο και τον Ιανουάριο του 1987 ή επίδικη έκταση ήταν απερίφρακτη. Τα όσα δε περαιτέρω αναφέρονται από τον πραγματογνώμονα στην έκθεσή του, ο οποίος προβαίνοντας σε φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της Γ.Υ.Σ των ετών 1969 και 1979, αναφέρει ότι στην αεροφωτογραφία (α/φ) του έτους 1969 φαίνεται ευκρινώς η ιδιωτική οδός, ενώ στην α/φ του έτους 1979 δεν απεικονίζεται διότι έχει καταργηθεί "και φαίνεται σαφώς ότι οι ιδιοκτησίες 6 και 7 έχουν επεκταθεί στον καταργηθέντα ιδιωτικό δρόμο, περιλαμβανομένου και του επίδικου τμήματος", και μολονότι, όπως επίσης αναφέρει" δεν μπορεί να διαπιστώσει κάποιου είδους περίφραξη" είναι αόριστα και ουδόλως ενισχύουν τους ισχυρισμούς ως άνω της εναγομένης για κατάληψη με σύγχρονη (εξαρχής) περίφραξη το έτος 1975 ή έστω το έτος 1979. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι δεν νοείται η εναγομένη αυτή να έχει αποκτήσει κυριότητα επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της και με βάση τον επικαλούμενο χρόνο έναρξης αυτής (αρχές 1975) θα είχε συμπληρωθεί τουλάχιστον τα τέλη του 1995 με την παρέλευση εικοσαετίας, και παρά ταύτα να έχει προκαλέσει με δική της υπ' αριθμ. 5785/19-12-2000 αίτηση την έκδοση σχετικής πράξης προσκύρωσης του Δήμου ... για προσκύρωση της επίδικης εδαφικής λωρίδας στην ιδιοκτησία της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη, απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, την οποία είχε νομοτύπως και εμπροθέσμως πρωτοδίκως προτείνει προς απόκρουση της αγωγής και επανέφερε ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Εφετείο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο ειδικότερα κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι η άσκηση νομής χρησικτησίας από την τελευταία, άρχισε μετά τον Ιανουάριο του 1987 με την κατάληψη του επιδίκου και την ενσωμάτωση τούτου στο όμορο ακίνητο της αναμφισβήτητης κυριότητάς της με την τοποθέτηση περίφραξης, τις επισκέψεις και τη φροντίδα της περίφραξης και συνεπώς δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία μέχρι το 2002 (καταληκτικό χρόνο άσκησης νομής κατά τα εκτιθέμενα από την αναιρεσείουσα στη σχετική ένσταση) όπως ορίζει το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και αναγνώρισε κύρια του επιδίκου την αναιρεσίβλητη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σε αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διάταξης, που δεν εφαρμόστηκε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, με βάση τα οποία η αναιρεσείουσα εναγομένη δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Συνεπώς ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος αυτού, όπως συμπληρώθηκε παραδεκτώς με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων και ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος που περιλαμβάνει αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αφορούν στο ίδιο κρίσιμο ζήτημα, την ένσταση ιδίας κυριότητας και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσειούσας από την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, αφού με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου της ουσίας ότι ενώ στην έκθεση του πραγματογνώμονα αναφέρεται ότι από την αεροφωτογραφία του 1979 φαίνεται σαφώς ότι οι ιδιοκτησίες 6 και 7 έχουν επεκταθεί στον καταργηθέντα ιδιωτικό δρόμο περιλαμβανομένου και του επιδίκου, κρίνει ότι αυτή η διαπίστωση είναι αόριστη, χωρίς να αιτιολογεί σε τι συνίσταται η αοριστία και ενώ δέχεται ότι στην αεροφωτογραφία του 1979 το επίδικο απεικονίζεται ενσωματωμένο στην αναμφισβήτητης κυριότητας ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, αμφισβητεί την ενσωμάτωση αυτή λόγω ανυπαρξίας περίφραξης, είναι απαράδεκτος καθ' όσον οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου η αναιρεσείουσα με έκτακτη χρησικτησία, καθ' όσον άρχισε να νέμεται τούτο μετά τον Ιανουάριο του 1987 διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλομένη απόφαση. Επειδή, κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, όπως παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού και τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το δεύτερο μέρος αυτού (2β) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα - εναγόμενη ένσταση περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία δεν έλαβε υπό όψη και τα ακόλουθα περιστατικά, θεμελιωτικά, κατά τους αναιρετικούς αυτούς λόγους της ιστορικής βάσης της ένστασης αυτής και ειδικότερα ότι η αναιρεσείουσα επισκεπτόταν από το 1975 το επίδικο τακτικά με το σύζυγό της, τις θυγατέρες της και τους λοιπούς συγγενείς και φίλους της, ότι φρόντιζε την περίφραξη, καθ' όσον ορισμένες φορές τη γκρέμιζαν διάφοροι βοσκοί με τα ποίμνιά τους έδειχνε τα όρια στους επισκέπτες και εμφάνιζε το ακίνητό της (της αναμφισβήτητης κυριότητάς της) συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης εδαφικής λωρίδας των 52 τ.μ., την οποία είχε ενσωματώσει σε αυτό, ότι ανήκει στην ίδια. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπό όψη τους παραπάνω ισχυρισμούς, αφού στην απόφαση γίνεται αναφορά στην κατάληψη της επίδικης εδαφικής λωρίδας, μετά τον Ιανουάριο του 1987, στην ενσωμάτωση τούτου στο ακίνητο της αναμφισβήτητης κυριότητας της αναιρεσείουσας, στις επισκέψεις που πραγματοποιούσε σε αυτό, καθώς και στη φροντίδα της περίφραξης. Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται επιχειρήματα, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα της ένστασης της αναιρεσείουσας, περί ιδίας κυριότητας, που προαναφέρθηκε, οι ειδικότερες δε αιτιάσεις, αυτοτελώς λαμβανόμενες, ως λόγοι αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 558 αρ.8β ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες, καθ' όσον δεν αποτελούν πράγματα κατά την παραπάνω έννοια. Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 529 ΚΠολΔ, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσκομιδή νέων αποδεικτικών μέσων, όπως είναι και οι ένορκες βεβαιώσεις, το δευτεροβάθμιο δε δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια. Όταν το Εφετείο λαμβάνει υπό όψη του και συνεκτιμά τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται το πρώτον ενώπιόν του, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "ως νόμιμα προσκομιζόμενα", αποκρούει εκ του πράγματος την από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαρειά αμέλεια μη προσκόμισή τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν απαιτείται δε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία προς τούτο και η κρίση του αυτή, ως αναγόμενη σε πράγματα (561 παρ.1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 10/2007, ΑΠ 12/2005, ΑΠ 1294/2010, ΑΠ 11/2012). Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, δεν έλαβε υπό όψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που είχε προβάλλει με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιόν του, ότι δεν έπρεπε να λάβει υπό όψη τις 21275/2-2-2004 και 2380/4-2-2004 ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση απαραδέκτως για πρώτη φορά ενώπιόν του από βαρειά αμέλειά της, τις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) δέχθηκε και έλαβε υπό όψη το Εφετείο και διαμόρφωσε, συνεκτιμώντας και αυτές με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, το αποδεικτικό του πόρισμα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και δη ως αναγόμενος στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, περί τα πράγματα, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθησαν υπό όψη οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις ως νομίμως προσκομισθείσες ενώπιόν του. Επειδή, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ.11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, όπως είναι και οι βεβαιώσεις τρίτων μαρτύρων που έγιναν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσον που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.. Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ επειδή το Εφετείο έλαβε υπό όψη του αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα την από 12-2-2004 βεβαίωση - δήλωση του Χ. Α., την οποία η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την ανταπόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας και τον οποίο ισχυρισμό, που στηρίζει τον αναιρετικό αυτό λόγο είχε νομίμως επικαλεσθεί με την προσθήκη των προτάσεών της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η αναιρεσείουσα. Ο λόγος είναι αβάσιμος, καθ' όσον η δήλωση αυτή, δεν αποκρούσθηκε από το Εφετείο ότι έγινε επίτηδες να χρησιμοποιηθεί κατά την προκειμένη δίκη και επομένως παραδεκτώς ελήφθη υπό όψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπό όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1, 346,453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Όπως σαφώς συνάγεται από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.β ΚΠολΔ, οι αποδείξεις οι οποίες παρά το νόμο λήφθηκαν υπό όψη από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνον ένας τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002), δεν ιδρύεται δε ο λόγος αν το δικαστήριο στήριξε την δικανική του πεποίθηση κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου, το δικαστήριο έλαβε υπό όψη παρά το νόμο αποδεικτικό μέσον, να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσον κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του και να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτό είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού και οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 324/2009, ΑΠ 2366/2009, ΑΠ 296/2011). Εξάλλου το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ. παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να διατάξει επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, ορίζει δε ότι η συζήτηση που επαναλαμβάνεται με τον τρόπο αυτό θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και συνεπώς κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτερων προτάσεων. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Επομένως όσα ο διάδικος επικαλέσθηκε και πρόβαλε με τις προτάσεις της προηγούμενης συζητήσεως θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, έστω και εάν κατ' αυτήν δεν κατέθεσε προτάσεις ή αν κατέθεσε κατ' αυτήν προτάσεις, στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε και εκείνες της προηγούμενης συζήτησης (ΟλΑΠ 30/1997). Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.11β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν από την αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της 12/2/2004, μετά την οποία, αφού προηγήθηκε η 5478/2004 παρεμπίπτουσα απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα: 1) την 5785/2000 αίτηση της Χ. Γ. προς το Πολεοδομικό Γραφείο του Δήμου ..., 2) το από 19-11-2001 εξώδικο της αναιρεσίβλητης προς αυτήν, 3) την 2380/2004 ένορκη βεβαίωση, 4) το από Οκτώβριο 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Α., 5) την 19609/1995 ένορκη βεβαίωση, 6) την από 12-2-2004 βεβαίωση δήλωση του Χ. Α. και 7) την 8/2001 πράξη προσκυρώσεως, αν και τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν είχαν προσκομισθεί και επικληθεί νομίμως και με τις προτάσεις της τελευταίας αυτής συζητήσεως, και τον οποίο ισχυρισμό, που στηρίζει τον αναιρετικό αυτό λόγο είχε νομίμως επικαλεσθεί η αναιρεσείουσα με την προσθήκη των προτάσεών της κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, καθ' όσον δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο του ισχυρισμού προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπό όψη παρά το νόμο, αυτά τα αποδεικτικά μέσα, στα δε από τους αριθμούς 2,3,4,5 και 6 δεν προσδιορίζεται και το περιεχόμενό τους. Ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος καθ' όσον τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου μετά την οποία εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση αυτού, που διέταξε τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης είχαν προσκομισθεί και επικληθεί κατά τη συζήτηση αυτή και επομένως νομίμως λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν από το Εφετείο κατά τη συζήτηση που επακολούθησε μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, αφού θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη κατέθεσε μεν νέες προτάσεις και ενσωμάτωσε σε αυτές τις προηγούμενες, χωρίς να μνημονεύει ειδικώς τα αποδεικτικά μέσα και ιδιαίτερα τα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί και την αρχική συζήτηση. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνον εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου. Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο, που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, έως κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνον η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο για αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 373/2011, ΑΠ 38/2010, ΑΠ 469/2009). Με το τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπό όψη και δε συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιέχεται στο δικόγραφο της έφεσής της, στο μέσο της 3ης σελίδας, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε την ανακοπή ερημοδικίας και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της και συνίσταται στο ότι αυτή δέχθηκε "ότι ολόκληρη η ιδιωτική οδός (μέρος της οποίας αποτελούσε και η ένδικη εδαφική λωρίδα) είχε καταπατηθεί", την οποία (ομολογία) επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της στο Εφετείο η αναιρεσείουσα και από την οποία αποδεικνυόταν ότι αυτή είχε καταλάβει την επίδικη εδαφική λωρίδα και την είχε προσαρτήσει στην ιδιοκτησία της. Από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και ειδικότερα στο μέσον της 3ης σελίδας αυτής διαλαμβάνονται τα ακόλουθα "όταν έλαβα γνώση της πράξης αυτής" κοινοποίησα εξώδικη πρόσκληση - δήλωση προς όλους τους εμπλεκόμενους, δηλαδή ... διαμαρτυρόμενη για τις παράνομες αυτές διαδικασίες θέτουσα υπό όψη εκτός της ... τελεσίδικης παραπάνω απόφασης και το γεγονός ότι με την ... απόφαση του Αρείου Πάγου είχα αναγνωρισθεί εγώ κύρια έναντι του Δήμου ... και άλλων καταπατητών ολόκληρης της ιδιωτικής οδού ...". Συνεπώς, εφόσον δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία υπό την προεκτεθείσα έννοια το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπό όψη την επικαλούμενη ανύπαρκτη δικαστική ομολογία, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ και ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής της Χ. Γ. κατά της 66/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ